Με αφορμή την σημερινή είδηση της δολοφονίας του Μένη Κουμανταρέα, αναδημοσιεύουμε την παλιά του συμμετοχή στη στήλη μας Οι Αθηναίοι

 

  Μου είπε κάποιος κάποτε, «γυρίζεις τις νύχτες και αναζητάς την έμπνευσή σου». Απάντησα «όχι, πάω να περάσω καλά με τους ανθρώπους». Το ότι αυτοί μπορεί να είναι έναυσμα για τη δουλειά μου μετά, εντάξει, αλλά όχι ότι πάω γυρεύοντας....  Φωτό: Παντελής Ζερβός/ LIFO
Μου είπε κάποιος κάποτε, «γυρίζεις τις νύχτες και αναζητάς την έμπνευσή σου». Απάντησα «όχι, πάω να περάσω καλά με τους ανθρώπους». Το ότι αυτοί μπορεί να είναι έναυσμα για τη δουλειά μου μετά, εντάξει, αλλά όχι ότι πάω γυρεύοντας.... Φωτό: Παντελής Ζερβός/ LIFO

 

> Γεννήθηκα στην πλατεία Βικτωρίας. Προχθές, μ' έπιασε στον δρόμο ένα τηλεοπτικό συνεργείο που έκανε ένα αφιέρωμα στην Κυψέλη με τον Χωμενίδη και με ρώτησε αν είμαι Κυψελιώτης. Απάντησα, «όχι, Βικτωριανός». Δεν ξέρω αν κατάλαβαν ότι εννοούσα την πλατεία και όχι τη βασίλισσα Βικτωρία.

 

> Μικρός ήμουν σχολείο-σπίτι, σπίτι-σχολείο. Και τα καλοκαίρια στην Κηφισιά. Ήμουν ένα πολύ προστατευμένο παιδί. Αυτό λειτούργη- σε και θετικά και αρνητικά. Θετικά στο ότι ήμουν συγκεντρωμένος στον κόσμο και όχι τόσο στα μαθήματα. Δεν ήμουν και τόσο καλός μαθητής, αλλά διάβαζα πάρα πολύ. Βέβαια, από την άλλη, ήταν ένα συντηρητικό κέλυφος που μου στέρησε άλλα πράγματα. Δεν πέρασα καθόλου εφηβεία. Άρχισα να μαλώνω με τον πατέρα μου στα 21.

 

Εγώ είμαι κατεξοχήν και κατ' εξακολούθηση αθηναιογράφος. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να μη μένω τόσο πολύ στα τοπωνύμια. Οι αναγνώστες θα έχουν βαρεθεί να διαβάζουν συνέχεια για την πλατεία Βικτωρίας. Αποφεύγω να γίνομαι ένας τουρίστας στην πόλη. Όταν γράφεις μια ιστορία για την πόλη πρέπει να κοιτάς τους ήρωες από πολύ κοντά και να είσαι αποστασιοποιημένος κιόλας. Η αρχική φωλιά για να τους βρεις είναι πάντα ο εαυτός σου

 

> Στην Κυψέλη ήρθα κάποια στιγμή το '80 με τη γυναίκα μου. Είναι ένα ζωντανό μέρος ακόμα. Θα ευχόμουν να ήταν λιγότερο βρόμικο και να έχει λιγότερες ακαθαρσίες από τους σκύλους. Είναι ένα περίεργο χαρμάνι από συνταξιούχους που έρχονται το πρωί και κάθονται στα παγκάκια και στα καφέ και τη νεολαία που πλακώνει το μεσημέρι.

 

> Στη Φωκίωνος Νέγρη ερχόμουν αραιά και πού. Υπήρχαν κάποια εμβληματικά μαγαζιά που επισκεπτόμουν. Όλα στην Αθήνα έχουν μια τάση ν' αντικαθίστανται. Είναι μια πόλη που πολλές φορές απαρνιέται το παρελθόν της. Ή από φιλαρέσκεια ή επειδή γερνάει ή επειδή θέλει να ανανεωθεί για να συντηρηθεί. Υπάρχουν πολλές εκδοχές. Καμία φορά μικρότεροι από εμένα φίλοι μου με πάνε με το αυτοκίνητο σε μέρη που δεν ξέρω. Εμένα, που είμαι Αθηναίος κανονικός.

 

> Δεν είμαι καθόλου νοσταλγός της παλιάς Αθήνας. Τα ίδια άκουγα και μικρός από τους δικούς μου. Έλεγαν, «τότε η Πλάκα και οι καντάδες...». Είμαι αλλεργικός στη νοσταλγία. Βέβαια, δεν μπορεί, μεγαλώνοντας κάποιος, να μη νοσταλγεί μερικά πράγματα. Ας πούμε, την παρέα με τον Βασίλη Διοσκουρίδη και τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, με τους οποίους έχω χαθεί τελείως. Αλλά υπάρχουν νέες φιλίες που έρχονται και η μία σκεπάζει την άλλη. Όπως συμβαίνει και στην πόλη: έρχονται νέα στρώματα που σκεπάζουν τ' άλλα.

 

 

 

> Εγώ είμαι κατεξοχήν και κατ' εξακολούθηση αθηναιογράφος. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να μη μένω τόσο πολύ στα τοπωνύμια. Οι αναγνώστες θα έχουν βαρεθεί να διαβάζουν συνέχεια για την πλατεία Βικτωρίας. Αποφεύγω να γίνομαι ένας τουρίστας στην πόλη. Όταν γράφεις μια ιστορία για την πόλη πρέπει να κοιτάς τους ήρωες από πολύ κοντά και να είσαι αποστασιοποιημένος κιόλας. Η αρχική φωλιά για να τους βρεις είναι πάντα ο εαυτός σου. Υπάρχει ο κίνδυνος να γίνεις εγωκεντρικός και αυτάρεσκος. Μετά είναι οι άνθρωποι που γνωρίζεις. Οι άγνωστοι είναι πιο καλοί για μυθοπλασία, γιατί φαντάζεσαι με αυτούς. Το σπορ που μου αρέσει όταν πάω για καφέ είναι να κάθομαι να ακούω τι λένε στα διπλανά τραπέζια και να προσπαθώ να φανταστώ τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί που συζητούν. Αυτό αποτυπώνεται σ' ένα γραπτό: η σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους, η σχέση τους με την πόλη και η σχέση τους με την εποχή.

 

> Η συγγραφή είναι ένα επάγγελμα, αλλά ο συγγραφέας θέλει κάποιες στιγμές να μην είναι επαγγελματίας. Θέλει να ξεχνάς κάποιες στιγμές. Μου είπε κάποιος κάποτε, «γυρίζεις τις νύχτες και αναζητάς την έμπνευσή σου». Απάντησα «όχι, πάω να περάσω καλά με τους ανθρώπους». Το ότι αυτοί μπορεί να είναι έναυσμα για τη δουλειά μου μετά, εντάξει, αλλά όχι ότι πάω γυρεύοντας. Δεν είμαι δημοσιογράφος. Αν και πέρασα ένα φεγγάρι παλιά από τη «Μεσημβρινή».

 

> Υπάρχει ένα αντίβαρο στα πολιτιστικά σκουπίδια του τόπου μας. Εκτός από τα βιβλία είναι η φιλία, οι αρχές που σέρνονται μέσα μας, η ανάγκη να προσαρμοστείς στην εποχή, αλλά χωρίς να της μοιάσεις σαν φωτογραφία. Τώρα όλοι θιγόμαστε από την οικονομική κρίση, αλλά και πάλι υπερβάλλουμε ως Έλληνες. Φοβάμαι για την οικονομική κρίση και για τα λεφτά του κόσμου στην τράπεζα, αλλά φοβάμαι εξίσου όταν πηγαίνω το βράδυ να πετάξω τα σκουπίδια και είναι ένας κύριος, 45άρης, μ' ένα μωρό στο καρότσι και μου παίρνει τα σκουπίδια από το χέρι, τα πετάει αυτός και μετά μου λέει «ένα ευρώ, παρακαλώ». Με κυνηγάει αυτό το πράγμα. Υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρουν φαγητό. Αυτό με αγγίζει πιο πολύ από το αν η εφορία με κυνηγάει περισσότερο ή λιγότερο.

 

> Η κρίση μάς έκοψε τον υπερκαταναλωτισμό. Αρχίζουμε και συνειδητοποιούμε ότι δεν είμαστε μια μηχανή που καταναλώνει μόνο και χρησιμοποιεί το πλαστικό χρήμα. Οι πιστωτικές είναι μια βραδυφλεγής βόμβα στις τσέπες μας που έχουν σκλαβώσει κυρίως τις γυναίκες. Πρέπει να μάθουμε πώς να ξοδεύουμε, ανεξάρτητα από το αν είμαστε σπάταλοι ή τσιγκούνηδες. Εγώ είμαι σπάταλος. Δεν υπάρχει ένα μέτρο. Πρέπει να κατανοήσουμε τα ελαττώματά μας και να μην υπερβάλουμε με τα προτερήματά μας.

 

> Θεωρώ ότι είναι ανόητο αυτό που λένε για τη σιωπή των πνευματικών ανθρώπων. Δεν είναι δουλειά μας να βγαίνουμε στην τηλεόραση και να κάνουμε αφορισμούς. Δουλειά μας είναι να στηρίζουμε αυτό που ονομάζεται πνευματική ζωή στον τόπο. Παρεξηγεί ο κόσμος εύκολα. Ακόμα και οι διαμαρτυρίες που μας ζητούν να υπογράψουμε είναι εκ του πονηρού. Το κλισέ που λέει ότι δεν υπάρχουν πνευματικοί άνθρωποι σήμερα είναι μια μαλακία. Θα υπάρξουν, μοιραία. Κάθε εποχή έχει και τους ανθρώπους της. Λέγαμε για το θέατρο και την Κοτοπούλη. Υπάρχουν και σήμερα πολλές «Κοτοπούλες».

 

> Δεν έχω κανένα παράπονο από το «σύστημα». Από την πρώτη στιγμή, παρότι δυσκολεύτηκα να βρω εκδότη και, απ' ό,τι φαίνεται, θα δυσκολευτώ και στο μέλλον, δεν είχα ποτέ τέτοια προβλήματα. Νομίζω ότι έκανα αρκετά καλά τη δουλειά μου ώστε να με αποδέχονται. Ποτέ δεν είχα το κακομοίρικο ύφος ότι με αγνόησαν και είμαι παραμερισμένος. Αυτά είναι κατινιές ή σκέψεις ανθρώπων που δεν πήραν στα σοβαρά τη δουλειά τους ή την πήραν πολύ στα σοβαρά. Κάπου κάπου πρέπει να ξεχνάς ότι είσαι συγγραφέας. Δεν μπορώ να έχω συνέχεια αυτή την ταμπέλα. Όχι ότι δεν είμαι, αλλά δεν μπορώ να κυκλοφορώ με αυτή την ταμπέλα.

 

> Αυτή την εποχή είμαι υπό την επήρεια ενός πολύ κακού πράγματος που μου συνέβη. Η γυναίκα μου πέθανε πριν τρεις μήνες. Αυτό είναι ένα πολύ κακό πράγμα που με σκιάζει. Αλλά αντιδρώ και δεν το αφήνω να με ταλαιπωρήσει πέρα από την πρακτική άποψη. Οι άνθρωποι τους οποίους έχεις αγαπήσεις και δεν υπάρχουν πια μένουν σαν μια παρακαταθήκη μέσα σου. Είναι όπως τα βιβλία των κλασικών συγγραφέων.

 

> Ο χρόνος είναι μια εφεύρεση των ανθρώπων. Ένα παιχνιδάκι. Περνάει πάρα πολύ γρήγορα. Είναι σαν τα λεωφορεία που αργούν να έρθουν και τελικά έρχονται πάντα πιο γρήγορα απ' ό,τι τα περιμένεις. Όταν βρίσκεσαι σε μια άλλη εποχή, πρέπει να προσαρμόζεσαι. Δεν πρέπει να προσπαθείς να νιώθεις νέος. Τα χρόνια που έχουν περάσει σε έχουν πλουτίσει με κάτι. Αυτός ο θησαυρός πρέπει να ξοδευτεί στη Γη. Ούτε κάτω από το χώμα, ούτε στον ουρανό ξοδεύεται. 

-

 

Διαβάστε ακόμη: Δολοφονήθηκε ο Μένης Κουμαναταρέας