«Τα πολλά πρόσωπα της γυναίκας, οι πολλές διαστάσεις της, οι ψυχολογικές της μεταπτώσεις, οι ικανότητές της, οι κοινωνικές της συμπεριφορές, οι ερωτικές της αρνήσεις, οι πολλαπλές μορφές συνύπαρξης στο Δυτικό Κόσμο που έζησα, ακόμα και σε αυτόν που θεωρείται ο πλέον αναπτυγμένος, ίσως να μη γίνονται πάντα αποδεκτές. Πιθανόν, σε κάποιο ποσοστό, να συμβαίνει και στους άντρες στις σχέσεις τους με τις γυναίκες.

Ο τίτλος του βιβλίου: Νέα Υόρκη, Have a Knife Day είναι ένα λογοπαίγνιο της καθημερινής ρήσης «Have a Nice Day» που ανταλλάσσουν οι κάτοικοι του Νέου Κόσμου όπου έζησα πολλές δεκαετίες και ζω ακόμα μερικούς μήνες το χρόνο. Τα διηγήματα, άνισα σε μήκος -δηλαδή σε σελίδες- αναφέρονται κυρίως στη Νέα Υόρκη, που γνωρίζω περισσότερο από άλλες πόλεις -δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κάποιος τη γνωρίζει ολοκληρωτικά- ενώ γίνονται επιστροφές σε διάφορα σημεία της Ελλάδας ή αλλού. Όλα έχουν δυο πρόσωπα, έναν άντρα και μια γυναίκα, που κανένα από αυτά δεν ανήκει στην ίδια φυλή, δεν έχει την ίδια καταγωγή και ανατροφή, το ίδιο επάγγελμα, την ίδια ηλικία, πολλές φορές αγνοείται οποιοσδήποτε οικογενειακός κύκλος, δεν κάνουν αναφορές σε θρησκεία, στο παρελθόν τους ή στα μελλοντικά τους σχέδια.

Σε μεγάλο μέρος τα γεγονότα συμβαίνουν σε κάποιον παρόντα χρόνο, οι διάλογοι είναι συμπτωματικοί και περιστασιακοί, συγκυριακοί, μια ταύτιση λόγου και πράξης και εκφράζουν μια ετοιμότητα, καθόλου προκατασκευασμένη. Οι γυναίκες αγαπάνε τους άντρες και αντίθετα, αλλά δεν ξέρουν ή δεν μπορούν ή αδιαφορούν για τα αισθήματα που μπορεί να προκαλέσουν ο ένας στον άλλον ή να τα στραγγαλίσουν ή να τα εγκαταλείψουν στο άπειρο του χρόνου ή του χώρου.

Ο καθένας βρίσκει μόνος του τη λύση, συνεχίζει να ζει με οποιονδήποτε τρόπο που ποτέ δεν θα μάθουμε - εικασίες δεν προσφέρονται επειδή η ζωή είναι απρόβλεπτη. Μερικές φορές ζηλεύω τις γυναίκες που δημιουργώ, αγαπάω εκείνο το ιδιαίτερο στοιχείο που προσδίδω στους άντρες, ακόμα και το απεχθές, είμαι σκληρή ή εύκαμπτη απέναντί τους, αλλά είναι όλοι δικοί μου. Χρησιμοποιούνται διάφορα μέσα και αντικείμενα, απουσιάζει η φύση, χωρίς να είναι τυχαία και οριακά υπαρκτή, και μερικές φορές το ύφος είναι σουρεαλιστικό.

Όσα έχουν συμβεί στο παρελθόν επανέρχονται, χωρίς να υπονοούν ότι αυτή θα ήταν η εξέλιξη, δηλαδή αυτά που συμβαίνουν στον παρόντα χρόνο του διηγήματος. Είχαν συμβεί έτσι και τώρα συμβαίνουν αλλιώς ή μπορεί πάντα να συνέβαιναν τα ίδια με άλλα πρόσωπα, σε άλλους χώρους και χρόνους. Αυτό που πάντα με εξέπληττε είναι η παρατήρησή μου ότι δυο άνθρωποι, σε όλη την ανθρωπότητα, μια δεδομένη στιγμή δεν κάνουν την ίδια κίνηση με τον ίδιο ρυθμό ή ταχύτητα ή αιτία ή αποτέλεσμα ή σκληρότητα ή διακριτικότητα ή ερωτικά ή εκπνέοντας, όπως τα φύλλα στα κλαριά των δέντρων που σείονται, θροΐζουν ή πέφτουν στο χώμα για να γίνουν λίπασμα. Κανένας μας δεν μπορεί να δει την ανθρωπότητα στο σύνολό της την ίδια στιγμή, ούτε καν να δει τις διαφορές που τον χωρίζουν από το ή τα σημεία της ταύτισής του με το διπλανό του άγνωστο στο ίδιο κάθισμα του λεωφορείου ή στο πίσω κάθισμα του ταξί με τον ίδιο προορισμό.

Δεν έχει μείνει καιρός για να υποθέτουμε.

Μακάρι να ζούμε συνειδητά».