Τη χρονιά που γεννήθηκε η ευρωζώνη, το 2000, η Ευρωπαϊκή Ένωση έκρινε σκόπιμο να βάλει κι ένα δεύτερο στοίχημα: να γίνει «έως το 2010 η πιο ανταγωνιστική και πιο δυναμική οικονομία της γνώσης στον κόσμο». Αυτό ήταν το σλόγκαν της Ατζέντας της Λισαβόνας, αν θυμάστε, που συνεχώς πιπίλιζαν πολιτικοί και κανάλια, αποφεύγοντας, βέβαια, να μας πουν πώς θα επιτυγχανόταν αυτός ο ωραίος και ευγενικός στόχος.

 

Ήρθε το 2010 και μαζί του αφίχθη και η ευρωζωνική κρίση. Μέσα στον κουρνιαχτό της οικονομικής λαίλαπας, λίγοι ασχολήθηκαν με εκείνο το ξεχασμένο στοίχημα. Κερδήθηκε; Χάθηκε; Πόσο πιο ανταγωνιστική είναι η Ευρώπη στον τομέα της οικονομίας που βασίζεται στη γνώση;

 

Για να δούμε τα πράγματα αντικειμενικά, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα σε δύο μεταβλητές: Πρώτον, στις επενδύσεις που γίνονται στην οικονομία της γνώσης. Δεύτερον, στα «προϊόντα» αυτών των επενδύσεων. Αρχίζοντας από τις επενδύσεις στην οικονομία της γνώσης, είναι γενικά αποδεκτό ότι το καλύτερο «μέτρο» τους είναι το άθροισμα (ας το ονομάσουμε άθροισμα Χ) τριών ποσών: των ποσών που ξοδεύονται (από δημόσιο και ιδιωτικό τομέα) στην (α) ανώτατη εκπαίδευση, (β) στην έρευνα και ανάπτυξη τεχνολογίας, το γνωστό R&D, και (γ) στην ανάπτυξη λογισμικού (software). Με αυτό το κριτήριο, η κατάσταση για την Ευρώπη φαντάζει ζοφερή, καθώς το εν λόγω άθροισμα Χ της Γηραιάς Ηπείρου είναι λιγότερο από το μισό εκείνου των ΗΠΑ – τόσο σε απόλυτες τιμές όσο και κατά κεφαλή.

 

Το κακό είναι πως η Ευρώπη υστερεί όχι μόνο σε σχέση με τις ΗΠΑ αλλά και απέναντι σε χώρες που δεν θα το περίμενε κανείς. Αν δούμε τα στοιχεία πιο αναλυτικά, το άθροισμα Χ είναι μικρότερο, κατά κεφαλή, στη Βρετανία, τη Γαλλία και την Ολλανδία απ' ό,τι είναι στην... Αυστραλία, η οποία δεν διαθέτει καν κάποια σοβαρή βιομηχανία (πέραν των εταιρειών εξόρυξης μεταλλευμάτων).

 

Επιστρέφοντας στη σύγκριση Ευρώπης και Αμερικής, όσο πιο προσεκτικά κοιτάξουμε τα δεδομένα, τόσο πιο αποκαρδιωτικά εμφανίζονται. Πάρτε τη Γερμανία, τον τεχνολογικό γίγαντα της Ευρώπης. Κι όμως, στον τομέα του επιχειρηματικού R&D (δηλαδή των επενδύσεων σε R&D από επιχειρήσεις), η Καλιφόρνια μόνη της επενδύει πιο πολύ απ' ό,τι ολόκληρη η Γερμανία, παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της είναι ο μισός του γερμανικού. Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας παραξενεύει το γεγονός ότι η παραγωγικότητα των γερμανικών επιχειρήσεων έχει μείνει στάσιμη τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια (την ώρα που η ανταγωνιστικότητά τους αυξήθηκε, λόγω συμπίεσης του εργατικού κόστους).

 

Κι αν δεν σας τρομάζει αυτό το δεδομένο, ότι δηλαδή η ισχυρότερη τεχνολογικά ευρωπαϊκή χώρα μένει όλο και περισσότερο «πίσω», προσέξτε το εξής συγκλονιστικό στοιχείο: ας πάρουμε τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις στον τομέα του επιχειρηματικού R&D, Φινλανδία, Σουηδία και Ελβετία. Αν αυτές οι τρεις χώρες ήταν πολιτείες των ΗΠΑ, δεν θα συγκαταλέγονταν ούτε καν στις δέκα πρώτες πολιτείες των ΗΠΑ (βαθμολογούμενες ανάλογα με τις επενδύσεις σε επιχειρηματικό R&D)!

 

 

 

Πέραν των διατλαντικών συγκρίσεων, εκεί που η Ατζέντα της Λισαβόνας φαίνεται να συνάντησε το Βατερλώ της είναι στην Άπω Ανατολή. Στην Ευρώπη κάνουμε το λάθος να πιστεύουμε (επειδή μας βολεύει) ότι η Κίνα είναι ανταγωνιστική λόγω χαμηλού κόστους εργασίας και κλίμακας. Δεν είναι έτσι, πια, εδώ και πολύ καιρό. Για του λόγου το αληθές, ας πάρουμε τρεις κινεζικές επαρχίες: τις Ζιανγκζού, Σανγκάη και Τιανζίν. Μεταξύ τους επενδύουν μεγαλύτερα ποσά στο R&D (σε απόλυτες τιμές και κατά κεφαλή!) απ' ό,τι στην Ιταλία και την Ισπανία μαζί.

 

Από μια πιο «μικροσκοπική» σκοπιά, τα πράγματα είναι ακόμα πιο ανησυχητικά. Εστιάζοντας στις πιο αναπτυγμένες τεχνολογικά πόλεις και θυλάκους (clusters) ανά τον κόσμο και μετρώντας τις πατέντες που έχουν δημιουργήσει στον τομέα της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας, παρατηρούμε ότι ούτε μία τέτοια περιοχή στην Ευρώπη δεν συγκαταλέγεται στις δέκα πρώτες του κόσμου. Πρώτη έρχεται η Σενζέν, πρωτεύουσα της επαρχίας Γκουάνγκντονγκ (που αν ήταν χώρα, θα βρισκόταν στις πρώτες δέκα στον κόσμο ως προς τις επενδύσεις σε επιχειρηματικό R&D) και δεύτερη η Σίλικον Βάλεϊ. Ούτε μία ευρωπαϊκή παρουσία! Ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία, τουλάχιστον από τον Μεσαίωνα και μετά, δεν παρατηρήθηκε μια τέτοια παταγώδης απουσία των κέντρων ευρωπαϊκής τεχνολογίας από το κέντρο βάρους της παγκόσμιας τεχνολογικής ανάπτυξης.

 

Επίλογος

Πριν από δεκατέσσερα χρόνια οι ηγέτες μας έθεσαν, με τυμπανοκρουσίες, έναν στόχο. Ο στόχος δεν επετεύχθη. Το αντίθετο μάλλον. H Ευρώπη έγινε λιγότερο ανταγωνιστική από ποτέ, πέτυχε τον χαμηλότερο ρυθμό επενδύσεων στη γνώση και την τεχνολογία παγκοσμίως, περιχαρακώθηκε σε παραδοσιακούς κλάδους που φθίνουν μακροπρόθεσμα (π.χ. στην αυτοκινητοβιομηχανία), προχωρά κατευθείαν προς την ενεργειακή κρίση. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη δεν έχει δυνατότητες. Η επιτυχία της Airbus είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη συνεργασία του ευρωπαϊκού δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Αρκεί να υπάρξει μια γενναία στροφή από τον παραλογισμό των «αναπτυξιακών περικοπών», από την ιδεολογία των αλόγιστης λιτότητας και την αμαρτωλή λογική των «ευρωπαϊκών ερευνητικών προγραμμάτων» (αυτό το πανηγύρι σπατάλης πόρων που διοργανώνουν χρόνια τώρα οι μανδαρίνοι των Βρυξελλών με την αγαστή συνεργασία των πανεπιστημιακών «ερευνητών») προς μία συγκροτημένη ευρωπαϊκή πολιτική επενδύσεων στη γνώση και την τεχνολογία.