Μόλις είχα επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από δύο δεκαετίες απουσίας, εν έτει 2000. Όπου και να κοίταζα, έβλεπα πρωτόγνωρα πράγματα, σαγηνευτικά.

 

Την πρώτη εβδομάδα μετά την επιστροφή μου έπρεπε να κάνω εσπευσμένα μία κατάθεση σε κατάστημα, θυμάμαι, της Εμπορικής Τράπεζας. Ήταν η εποχή που μόλις είχε εφαρμοστεί το σύστημα προτεραιότητας με τα γνωστά χαρτάκια. Επιτέλους, ένα εξ Εσπερίας εισαγόμενο, ορθολογικό, δίκαιο, αδιάβλητο σύστημα που σου επέτρεπε να κάτσεις σε μία καρέκλα και να περιμένεις τη σειρά σου, χωρίς σπρωξίματα και αγωνία ότι κάποιος θα σου φάει τη σειρά.

 

Κατέφτασα στο κατάστημα μία ώρα πριν κλείσει και, φευ, αντίκρισα μια αποπνικτικά γεμάτη αίθουσα. Το χαρτάκι που τράβηξα έγραφε: Μέση αναμονή 74 λεπτά. Αναρωτήθηκα αν αυτό σήμαινε ότι πάνω που θα έκλεινε το κατάστημα, 60 λεπτά της ώρας αργότερα, θα μέναμε στα κρύα του λουτρού όσοι εξ ημών δεν είχαμε εξυπηρετηθεί ή αν οι υπάλληλοι θα εξυπηρετούσαν όσους είχαμε το μαγικό χαρτάκι. Με την αγωνία του νεοφερμένου πρωτάρη αποφάσισα να ρωτήσω. Είδα έναν υπάλληλο που βάραγε μύγες σε ένα γραφείο κοντά στην είσοδο. Τον πλησίασα και του είπα ευγενέστατα: «Συγγνώμη, όσοι έχουμε χαρτάκι θα εξυπηρετηθούμε ή θα μας διώξετε την ώρα που κλείνει το κατάστημα;». Έτσι ξεκίνησε ο διάλογός μας. Εγώ μιλώντας όσο μπορούσα πιο ευγενικά, εκείνος με το γνωστό, βαρύ κι ασήκωτο που όλοι γνωρίζετε καλά:

 

«Βιάζεσαι πολύ, κύριος;» μου απάντησε.

«Όχι, δεν βιάζομαι ιδιαίτερα» τον καθησύχασα. «Απλώς, πρέπει να κάνω την κατάθεση σήμερα και ανησυχώ ότι δεν θα τα καταφέρω».

 

«Ερωτώ» μου λέει με στόμφο. «Βιάζεσαι πολύ;».

Άλλη μια φορά του επαναλαμβάνω, καθώς δεν έχω πιάσει το υπονοούμενο, ότι «εφόσον μου πείτε ότι θα εξυπηρετηθώ, δεν βιάζομαι».

 

«Δηλαδή, πόσο πολύ βιάζεσαι;» με ρωτάει ξανά, αυτήν τη φορά με πιο πολύ νόημα – με τόσο νόημα που ακόμα κι εγώ το «έπιασα».

«Πολύ!» του απαντώ.

«Κάτσε να δω τι μπορώ να κάνω» μου λέει ανοίγοντας ένα συρτάρι, στο οποίο διέκρινα περί τα πέντε χαρτάκια προτεραιότητας. Αφού τα μελέτησε, πήρε ένα από αυτά και μου το έδωσε: «Να, αυτό έχει αριθμό 157», όταν εκείνη τη στιγμή εξυπηρετούνταν το 163. «Δώσε μου το δικό σου και πάρ' το» είπε, κουνώντας το κεφάλι αυτάρεσκα όταν είδε ότι το δικό μου ήταν το 201.

 

«Τι σας χρωστώ;» τον ρώτησα.

«Άφησε ένα χιλιάρικο και είμαστε ok». Αυτό και έκανα, νιώθοντας ταυτόχρονα συντετριμμένος από τις τύψεις που συμμετείχα σε αυτή την απίστευτη (για μένα, τον άρτι αφιχθέντα στην Ελλάδα) κομπίνα, ανακουφισμένος που θα έκανα την κατάθεση στην ώρα της αλλά και εντυπωσιασμένος με την καταπληκτική επιχειρηματικότητα του εν λόγω κυρίου.

 

Μία εβδομάδα αργότερα έπρεπε να ξαναπάω στο ίδιο κατάστημα. Αυτήν τη φορά δεν είχε μεγάλη ουρά. Όσο περίμενα, λίγα λεπτά της ώρας, έως ότου έρθει η σειρά μου, με την άκρη του ματιού μου τον παρακολουθούσα. Αραιά και πού σηκωνόταν, έπαιρνε χαρτάκι σαν να ήταν κι αυτός πελάτης, το έβαζε στην τσέπη του και ξανακαθόταν. Λίγα λεπτά αργότερα έβγαζε το χαρτάκι από την τσέπη και το έβαζε στο συρτάρι. Κάποια στιγμή πρόσεξε ότι τον είδα, μου χαμογέλασε και μου έκλεισε το μάτι. Σκέφτηκα ότι ήταν αμαρτία ένα τέτοιο επιχειρηματικό μυαλό να είναι ένας υπαλληλίσκος καταστήματος και όχι στέλεχος της τράπεζας ή, γιατί όχι, μεγαλοστέλεχος της Goldman Sachs. Ένα ήταν σίγουρο: το μυαλό του δεν είχε να ζηλέψει τίποτε από τα golden boys της Wall Street!

 

Εικονογράφηση: David Shrigley
Εικονογράφηση: David Shrigley

 

Αυτά συνέβησαν πριν από δεκατρία χρόνια. Την περασμένη εβδομάδα, εδώ στην Αμερική, αναγκάστηκα να πετάξω από την Ουάσινγκτον στο Τέξας με μία από αυτές τις φτηνιάρικες αεροπορικές εταιρείες που δεν σου κλείνουν θέση (όπως η easyJet στην Ευρώπη) αλλά σου δίνουν προτεραιότητα σε μια ουρά πρόσβασης στο αεροπλάνο. Στις διαφημίσεις και στην ιστοσελίδα τους υπόσχονται ότι όσο πιο γρήγορα κάνεις ηλεκτρονικό check in μέσω της ιστοσελίδας τους –το νωρίτερο 24 ώρες πριν από την πτήση– τόσο πιο μπροστά στην ουρά θα είσαι και τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες να μπεις πρώτος στο αεροπλάνο και να επιλέξεις μια θέση της προκοπής. Φοβούμενος ότι θα καταλήξω σε μεσαία θέση μεταξύ δύο υπέρβαρων Αμερικανών, οργανώθηκα ώστε να κάθομαι με το λάπτοπ αναμμένο και συνδεδεμένο, έτοιμο για «δράση», ακριβώς 24 ώρες πριν από την πτήση, έτσι που να είμαι από τους πρώτους που θα κάνουν check in. Τα κατάφερα! Εντός δευτερολέπτων από τη στιγμή που «άνοιξε» το check in, είχα μπει στην ιστοσελίδα και ολοκλήρωσα όλη τη διαδικασία. Κι όμως! Η ιστοσελίδα μου ανακοίνωσε ότι ήμουν Νο. 182. «Πώς κατάφεραν 181 ανταγωνιστές να με προσπεράσουν ηλεκτρονικά;» αναρωτήθηκα.

 

Η απορία μου λύθηκε την επόμενη μέρα στο αεροδρόμιο. Εφοδιασμένος με το Νο. 182 χαρτάκι μου προσήλθα στην είσοδο του αεροπλάνου, σίγουρος ότι τη μεσαία θέση δεν τη γλιτώνω. Στο γκισέ όμως της εισόδου υπήρχε μια ανακοίνωση: «Με $40 μπορείτε να ανταλλάξετε τον αριθμό προτεραιότητάς σας με το Νο. 18!». Έβγαλα τα $40, τα έδωσα στην υπάλληλο, μου έδωσε το Νο. 18 συν μία απόδειξη για τα $40 και έτσι βρήκα μία καλή θέση διαδρόμου. Τότε θυμήθηκα τη χαμένη και υποτιμημένη ιδιοφυΐα εκείνου του υπαλλήλου της Εμπορικής. Τον οξυδερκή εκείνο γκουρού της επιχειρηματικότητας που, ενώ είχε σκεφτεί αυτή την κομπίνα από μόνος του χρόνια πριν, ποτέ του δεν πήρε προαγωγή γι' αυτό, ποτέ δεν του δόθηκε η ευκαιρία να εφαρμοστεί συνολικά από την Εμπορική Τράπεζα η καινοτομία του (π.χ. να πωλεί τους αριθμούς προτεραιότητας στους πελάτες της, όπως κάνει τώρα η αεροπορική εταιρεία), ποτέ δεν έζησε τη χαρά να γνωρίζει ότι το ελληνικό κράτος έλαβε κάποιους περισσότερους φόρους από τις αυξημένες πωλήσεις αριθμών προτεραιότητας.

 

Να πώς η Ελλάδα χαραμίζει τις καινοτόμες ιδέες που γεννούν τα παιδιά της, αφήνοντάς τες να τις εκμεταλλεύονται οι ξένοι...