Δεν μπορείς να πεις τον Ρομπέρτο Κανέσα σκληρό άνθρωπο. Κάθεται απέναντί μου, ένα έξυπνο πρόσωπο φωτισμένο από τ’ άσπρα του μαλλιά, και γελάει με την καρδιά του. Μόνο στα μάτια του, έτσι πιστεύω εγώ, γιατί ίσως πρέπει να πιστεύουμε όταν ο φόβος δεν μας επιτρέπει να κάνουμε κάτι άλλο, βλέπω μια σκιά. Τη σκιά του πρωτόγονου ζώου που επιβίωσε μέσα στην ανθρώπινη φύση.

 

Ο Ρομπέρτο σηκώνει τα τρία του δάχτυλα ενωμένα, τα κρατάει για ώρα μπροστά στο πρόσωπό του και ύστερα τα οδηγεί ως το στόμα σε μια ιεροτελεστική αναπαράσταση. Νιώθω το δέρμα μου να γίνεται κύτταρα, μόρια αδόμητης ύλης, σε μια ανατριχίλα που δεν είναι οργανική λειτουργία, αλλά άρνηση. Ο Ρομπέρτο συνοδεύει την κίνησή του με τη διήγηση: «Κόβαμε μικρά κομμάτια το παγωμένο σώμα των νεκρών φίλων μας και το καταπίναμε χωρίς να το μασάμε. Σε λίγες ώρες δεν ήταν οι φίλοι μας, αλλά η πρωτεΐνη που έπρεπε να καταναλώσουμε για να επιβιώσουμε πάνω στις χιονισμένες Άνδεις επί 90 μέρες, αφού έπεσε το αεροπλάνο μας».

 

Ο Ρομπέρτο ήταν ένας απ’ τους 27 που επέζησαν απ’ το τραγικό αεροπορικό δυστύχημα στις  Άνδεις το 1973, κανιβαλίζοντας τα σώματα των νεκρών φίλων τους. Τον συνάντησα στην Ουρουγουάη, λίγο αφότου βγήκε η ταινία Επιζήσαντες που περιγράφει την περιπέτειά τους. Ακόμη και τώρα, χρόνια μετά, παρότι έχω συνειδητοποιήσει πως όλο αυτό το οικοδόμημα του πολιτισμού μας ισχύει, αν και μόνο αν εξασφαλίζεται η επιβίωσή μας, η ανάμνηση του Ρομπέρτο Κανέσα με τα τρία δάχτυλα μπροστά στο στόμα να αναπαριστά τη φρίκη που κατέπεσε από την ανάγκη με κάνει ν’ ανατριχιάζω.

 

Όχι, ο κανιβαλισμός δεν μας είναι ξένος. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που σταδιακά εξανθρωπίζεται και ξαναγυρνά στη ζωώδη φύση του, όταν απειληθεί η ύπαρξή του. Η χώρα όπου ζούμε νιώθει πως απειλείται. Έχει ήδη αρχίσει να καταναλώνει σάρκες, πιστεύοντας πως καταβροχθίζει τις πρωτεΐνες της επιβίωσης. Ούτε σώματα συνανθρώπων ούτε ηθικές οριοθετήσεις. Σηκώνει τα δάχτυλα και οδηγεί ως το στόμα την τροφή της, απενοχοποιημένη από τις υποτιθέμενες ανάγκες, εξουθενωμένη από την αβεβαιότητα.

 

Τι απειλεί την επιβίωση; Η κρίση είναι η απάντηση των περισσότερων. Η κρίση, όμως, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα υποσύνολο στην «πλημμύρα του άνοου». Δεν είναι μόνο η λειτουργία των όρων της αγοράς, αλλά η υποταγή τους σε αυτούς. Οι περισσότεροι, όταν μιλούν για κρίση, περιγράφουν την οικονομική της διάσταση. Κάποιοι, δηλαδή, ενώ εμείς είμαστε απόντες, απεργάστηκαν το μέλλον μας, έκλεψαν τα λεφτά μας, μας οδήγησαν στην ανέχεια και τώρα στον κανιβαλισμό. Όλα αυτά στην Ελλάδα έγιναν με τη βοήθεια ενός «σάπιου πολιτικού συστήματος», το οποίο όλοι κατηγορούν, μια και φύτρωσε ως μανιτάρι στο δάσος μετά απ’ τη βροχή κάποιων πολιτικών εξελίξεων.

Η ευθύνη γι’ αυτά μοιάζει τόσο μακρινή, που δεν μας συμπεριλαμβάνει, δεν απαιτεί από εμάς κι έτσι μοιραία μάς δίνει το δικαίωμα της τιμωρίας, ίσως και του κανιβαλισμού. Είναι προφανές πως η αλήθεια δεν είναι αυτή. Και δεν συμβαδίζει με την προσπάθεια αντικειμενοποίησης των προβλημάτων που δημιούργησε η ίδια η πρακτική μας.

Ακόμη και αν κάψουμε στην πυρά όλα τα «χοντρά» παιδιά της Μεταπολίτευσης, δεν πρόκειται να φωτίσουμε κανέναν δρόμο προόδου. Γιατί το πολιτικό σύστημα είμαστε πια εμείς. Είναι αυτή η Βουλή με τους κρετίνους που επιλέξαμε, αυτούς που ανταποκρίνονταν στα γούστα και τις ευκολίες μας. Είναι η Βουλή με τους ανεπάγγελτους, με τους ποδοσφαιριστές, τους τραγουδιστές, τους τηλεοπτικούς αστυνόμους και τις κινηματογραφικές λολίτες. Αξίζουν ή όχι, δεν αναδείχτηκαν από καμιά πολιτική διαδικασία, αλλά απ’ τον πολιτικό στρουθοκαμηλισμό μας που κατανάλωνε ό,τι έλαμπε.

 

Τώρα κατηγορούμε αυτό το πολιτικό σύστημα γιατί δεν παρήγαγε πολιτική σκέψη με την ίδια ευκολία που σταύρωνε τα ποθητά του πόδια στα έδρανα της Βουλής; Γιατί δεν έπαιξε καλά τον πολιτικό του ρόλο, όπως έπαιζε αυτόν στο σίριαλ; Τώρα οι εφημερίδες θα γράψουν βαθυστόχαστα άρθρα για την αδυναμία του πολιτικού συστήματος; Αυτές που κυκλοφορούσαν με θέματα για τις «ωραίες της Βουλής», αποκρύπτοντας τα τέρατα της πραγματικότητας;

Το πολιτικό σύστημα δεν είναι μόνο οι νταβατζήδες, τα αλληλοδιαπλεκόμενα συμφέροντα και οι αργυρώνητοι δημοσιογράφοι. Είναι μια κοινωνία ανοησίας, ασφαλούς ουδετερότητας, εξυπηρετικής άγνοιας και συμφεροντολογικής υπομονής. Αυτή που έσπασε τ’ αξιακά φράγματα για να επέλθει η «πλημμύρα του άνοου». Η κοινωνία που εξομοίωσε το televoting με την ψήφο. Που μπέρδεψε την πραγματικότητα με την εικονικότητα που αντικατέστησε την αυτογνωσία.

 

Ο Μαρξ έλεγε πως η βία είναι μαμή της Ιστορίας. Οι μεγάλες αλλαγές έχουν βία, αλλά η βία δεν σημαίνει απαραίτητα και ιστορικές αλλαγές. Αν ήταν έτσι, όλοι οι ληστές θα έφερναν επαναστάσεις. Μπορεί η βία να είναι η εκδίκηση του ανόητου ή η ταραχή του μικροαστού. Αυτού που δεν θέλει την αλλαγή, αλλά φοβάται μην αλλάξει το σύστημα του μικρόκοσμού του που πιστεύει ως κόσμο.

 

Ο κανιβαλισμός δεν είναι η βία που θ’ αλλάξει τον κόσμο. Είναι η άρνηση του προσωπικού κόστους και της ευθύνης. Είναι η απώθηση, η άρνηση της πραγματικότητας που διαμόρφωσες μαζί μ’ ένα τσούρμο κομψευόμενους, λαμπερούς, αλλά άχρηστους βουλευτές.

 

Θεωρώ πως μοναδική λύση είναι να καταστραφεί αυτό το πολιτικό σύστημα. Μαζί με τις προσωπικές μας επιλογές που το ανέδειξαν. Αλλά αυτό δεν θέλει κανιβαλισμό. Θέλει ευθύνη. Δεν γίνεται άνθρωποι που δεν είπαν ποτέ στη ζωή τους ένα «όχι» αξιοπρέπειας να εκφέρουν ξαφνικά τα μεγάλα ιστορικά «όχι».