Σάββατο, 23:00, γυρνώντας στο κέντρο

Ανεβαίνουμε την Περικλέους και κάνουμε να στρίψουμε στην Αιόλου, όταν σταματάμε στο Αιολίς - από μέσα ακούγεται το «I love Paris in the springtime» σε swing εκδοχή. Aγόρια με μπερέδες και μεταξωτά πουκάμισα στροβιλίζονται με κορίτσια που φοράνε ναυτικά μπλουζάκια κάτω από τα χαμηλωμένα φώτα. «Μπαίνουμε;» μου λέει η Μαρίνα. Είχα διαβάσει για τους Athens Swing Cats, μια αθηναϊκή ομάδα swing χορευτών, αλλά δεν είχα πάει σε πάρτι τους. Φανταζόμουνα ότι θα ήταν όλοι τους τέρατα στυλιστικής τελειότητας ή κάποιο κλειστό κλαμπ πορωμένων. Κι όμως, όσο περνάει η ώρα και η αίθουσα γεμίζει παρατηρώ πως εκτός από αγόρια με τιράντες και γυαλιά και κορίτσια με κόκκινο κραγιόν και λουλούδια στα μαλλιά χορεύει και κόσμος που δεν θα περίμενες να δεις με τίποτα να χορεύει σουίνγκ - αγόρια με μούσια και σκουλαρίκια, γιάπηδες με σακάκια, κορίτσια με αθλητικά παπούτσια και παντελόνες. Έχουμε κάτσει σε μια γωνία στο μπαρ και κουνάμε και οι δυο τα πόδια μας ρυθμικά. Ο κόσμος που χορεύει είναι τόσο χαρούμενος, που πραγματικά χαίρεσαι να τους βλέπεις. Koιτάμε και οι δυο σαν χαζές για ώρα, μέχρι που η Μαρίνα γυρνάει και μου λέει «Από Σεπτέμβριο αρχίζω μαθήματα. Άντε, μπας και γνωρίσω και κάνα γκόμενο, γιατί από την ίντι κοινότητα προκοπή δεν είδαμε». (Δεν την αδικώ, ο τελευταίος της φίλος κάπνιζε πίπα και χρησιμοποιούσε υπερβολικά συχνά τη φράση «Μήπως να κοιμηθούμε καλύτερα;») Στο ταξί του γυρισμού κι ενώ ο ταξιτζής κόβει τα νύχια του με έναν νυχοκόπτη στα φανάρια της λεωφόρου Βουλιαγμένης (είναι συναρπαστικό το θέαμα) σκέφτομαι τι ωραία που θα 'τανε να μπορούσα να χορεύω κι εγώ σουίνγκ. Θα 'μαι άθλια βέβαια. Όταν ήμουν κοριτσάκι έκανα χορό 13 χρόνια και δεν μπορούσα να μάθω καμία χορογραφία. Στο τέλος της χρονιάς είκοσι μικρά χεράκια έφευγαν συγχρονισμένα προς μια κατεύθυνση, εκτός από ένα χεράκι στο βάθος της αίθουσας που έφευγε δέκα δευτερόλεπτα αργότερα. Σε ένα πανηγύρι που όλοι χόρευαν καλαματιανό κι εγώ απλώς κλοτσούσα χαρούμενα τους διπλανούς μου, ο αδερφός μου μού είπε με συγκατάβαση. «Έμοιαζες με χαμένο αρκουδάκι». Γελάω μόνη μου δυνατά - έχουμε μόλις στρίψει για το Α' Νεκροταφείο. Ο ταξιτζής με κοιτάει παράξενα από τον καθρέφτη. Μου 'ρχεται να του πω «Άει στο διάολο κι εσύ βραδιάτικα, κόβε τα νύχια σου εκεί πέρα και σκάσε».

 

Κυριακή, 17:00, στην Εθνική Οδό

Ο κοντινότερος τρόπος να γυρίσουμε στο κέντρο τέτοια ώρα είναι από την Εθνική Οδό. Στρίβουμε από τον κόμβο της Βαρυμπόμπης, προσπερνάμε ερειπωμένες βιομηχανίες ψυγείων γεμάτες γκραφίτι και ξενοδοχεία με ημιδιαμονή, όταν αρχίζω να τραγουδάω στον αδερφό μου το τραγούδι «Γαλανή, γαλανή και ωραία, είσαι εσύ των Ελλήνων σημαία». Νόμιζα πως σε όλα τα σχολεία τραγουδάγανε αυτό τον εθνικοπατριωτικό ύμνο, μέχρι που μια μέρα το τραγούδησα στα κορίτσια στη δουλειά και με ρώτησαν εάν τελείωσα λύκειο νεοχριστιανικής αδελφότητας. Ο αδερφός μου, που είναι μουσικός, αφού γελάει λίγο, μου τραγουδάει τη συνέχεια: «Φύσα, φύσα γλυκό αεράκι, τη σημαία μας πέτα ψηλάαααα με θριάμβους, παιάνες και δόξες». Έχουμε πια φτάσει στις ροζ πολυκατοικίες της Νέας Φιλαδέλφειας, όταν θυμόμαστε το τραγούδι τα «Ραφτικά της γιαγιάς» (πήρανε τις κουβαρίστρες και τις κάναν πολεμίστρες), που περιέχει τον μοναδικό στίχο «Kι η γιαγιά μπροστά στην πόρτα φύτρωσε σαν τα άγρια χόρτα». Όταν πια έχουμε φτάσει στο κέντρο στρίβουμε στην Ευριπίδου. Ανάμεσα στα σκουπίδια ξεχωρίζει ένα γκρουπ τουριστών με γαλακτερά ποδαράκια σαν προβατάκια έτοιμα για σφαγή. Αναρωτιέμαι πού ακριβώς πάνε. Ο αδερφός μου τραγουδάει. «Μια μέρα ξεκινήσαμε να πάμε στο βουνό. Στον δρόμο τραγουδήσαμε χαρούμενο σκοπό. Τι χαρά χαρά χαρά να τρέχεις, να πηδάς στη φύση».