H αυθεντική ιστορία του Σιλβερστάιν, για όσους δεν τη γνωρίζουν, είναι η εξής: «Το Κομμάτι-που-λείπει καθόταν μοναχό του... περιμένοντας κάποιον να έρθει και να το πάει κάπου. Κάποιοι του ταίριαζαν... αλλά δεν μπορούσαν να κυλήσουν. Άλλοι μπορούσαν να κυλήσουν, αλλά δεν του ταίριαζαν. Ένας δεν είχε ιδέα τι σημαίνει ταίριασμα. Και ένας άλλος δεν ήξερε τίποτα για οτιδήποτε. Ένας ήταν πολύ ευαίσθητος. Ένας άλλος το ανέβασε σε βάθρο... και το άφησε εκεί. Σε κάποιους έλειπαν πολλά κομμάτια. Και, τέλος πάντων, κάποιοι άλλοι είχαν παραπάνω κομμάτια. Έμαθε να κρύβεται από τους πεινασμένους. Ήρθαν κι άλλοι. Μερικοί το κοίταξαν από πάρα πολύ κοντά. Άλλοι κυλούσαν και το ξεπερνούσαν χωρίς να το αντιληφθούν. Προσπάθησε να γίνει πιο ελκυστικό... Άδικος κόπος... Προσπάθησε να γίνει πιο φανταχτερό... αλλά το μόνο που κατόρθωσε ήταν να φοβίσει τους ντροπαλούς. Τελικά, ήρθε και ένας που του ταίριαζε απόλυτα. Ξαφνικά... το Κομμάτι-που-λείπει άρχισε να μεγαλώνει... Και να μεγαλώνει! «Δεν ήξερα ότι θα μεγαλώσεις». «Ούτε κι εγώ το ήξερα» είπε το Κομμάτι-που-λείπει. «Ψάχνω για το κομμάτι που μου λείπει, ένα κομμάτι που δεν θα μεγαλώσει...». Ώσπου, μια μέρα, ήρθε κάποιος που φαινόταν διαφορετικός. «Τι θέλεις από μένα;» ρώτησε το Κομμάτι-που-λείπει. «Τίποτα». «Τι έχεις ανάγκη να σου δώσω;». «Τίποτα». «Ποιος είσαι;» ρώτησε το Κομμάτι-που λείπει. «Είμαι το Μεγάλο Ο» είπε το Μεγάλο Ο.

«Νομίζω πως αυτός που περίμενα είσαι εσύ» είπε το Κομμάτι- που-λείπει. «Μήπως είμαι το κομμάτι που σου λείπει;». «Όμως δεν μου λείπει κανένα κομμάτι» είπε το Μεγάλο Ο. «Δεν υπάρχει χώρος που θα μπορούσες να ταιριάξεις». «Κρίμα...» είπε το Κομμάτι-που-λείπει, «ήλπιζα πως θα μπορούσα να κυλήσω μαζί σου...». «Δεν μπορείς να κυλήσεις μαζί μου» είπε ο Μεγάλο Ο. «Αλλά ίσως να μπορέσεις να κυλήσεις μόνο σου».

«Μόνο μου; Ένα Κομμάτι-που-λείπει δεν μπορεί να κυλήσει μόνο του». «Αλήθεια, προσπάθησες ποτέ;» ρώτησε το Μεγάλο Ο. «Οι γωνίες μου είναι πολύ μυτερές» είπε το Κομμάτι-που-λείπει. «Δεν είμαι φτιαγμένο για να κυλάω». «Οι γωνίες και τα σχήματα αλλάζουν» είπε το Μεγάλο Ο. «Τέλος πάντων, πρέπει να σε αποχαιρετίσω. Ίσως ξανασυναντηθούμε κάποια μέρα». Και κύλησε μακριά. Το Κομμάτι-που-λείπει έμεινε πάλι μόνο του. Για πολύ καιρό απλώς καθόταν... Μετά, σιγά-σιγά, σηκώθηκε στη μία του γωνία... Και έπειτα σωριάστηκε πάλι. Μετά, σήκω-τράβα-πέσε... άρχισε να προχωράει... Σύντομα οι γωνίες του άρχισαν να στρογγυλεύουν... Σήκω-τράβα-πέσε, σήκω-τράβα-πέσε... Και το σχήμα του άρχισε να αλλάζει... και συνάμα να τινάζεται αντί να σέρνεται... και έπειτα να αναπηδάει αντί να τινάζεται... και στο τέλος να κυλάει αντί να αναπηδάει... Δεν ήξερε προς τα πού πήγαινε, και δεν το ένοιαζε. Κυλούσε!».

Στο βιβλίο ο Σιλβερστάιν δείχνει με σκίτσα το Kομμάτι-που-λείπει στο τέλος να έχει γίνει κύκλος και να κυλάει ώσπου συναντά το Μεγάλο Ο και κυλάνε μαζί. Και φυσικά θέλει να πει ότι την ολοκλήρωση και την αγάπη θα τη βρούμε πρώτα μέσα μας και είναι αλήθεια ό,τι πιο συγκινητικό έχει γραφτεί για το ταξίδι του ανθρώπου με σκοπό να βρει την αγάπη. Αλλά τώρα ας αφήσουμε τα συγκινητικά για να επιστρέψουμε στη δική μας φλατ ιστορία. Το Κομμάτι-που-λείπει, ο Φώτης, καθόταν μόνο του στην μπάρα. Είναι μεγάλη ιστορία πώς κατέληξε να τον ζούνε οι γυναίκες. Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων σχετικά με το πώς λειτουργούν στο γκομενικό. Υπάρχουν εκείνοι που είναι πάντα πρώτη γραμμή. Πού να τους μείνει και χρόνος να δουλέψουν; Κι υπάρχουν κι οι τύποι σαν τη Φωτεινή. Στο back up. Φυλάνε τα νώτα τους. Αλλά αυτό γιατί εξήντα χρόνων είχε φτάσει, είχε φάει τα μούτρα της, είχε κάνει τα παιδιά της, τώρα δεν έψαχνε τίποτα άλλο από ένα πήδημα και να επισκέπτεται την ψυχολόγα της. Επισκεπτόταν επίσης μια αριθμολόγα, τους Νεοπυθαγόρειους, έναν αστρολόγο, tespa, η τύπισσα ψαχνόταν μόνη της. Σε γενικές γραμμές οι άντρες θεωρούν τις γυναίκες τρελές γιατί δεν καταλαβαίνουν το συναισθηματικό εύρος που τους δίνουν οι ορμόνες τους. Οι γυναίκες θεωρούν τους άντρες γαϊδούρια γιατί εκείνοι δεν έχουν τέτοιο συναισθηματικό εύρος, άλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αντρών μετά τα 60 αρχίζει τα by pass - σχεδόν σύσσωμο το αντρικό φύλο πάσχει από προβλήματα καρδιάς. Όλες οι μεγαλύτερες γυναίκες θα στο εκμυστηρευτούν, τελικά ναι, όλοι οι άντρες είναι μαλάκες, μιλάει η πείρα. Κι όσο μπορεί κάποια να κάνει υπομονή απέναντι σε αυτό το ελαττωματάκι τους, κρατάει η σχέση. Βέβαια, τους μεγάλους μαλάκες δεν τους πιάνεις από πουθενά, θα σε ταλαιπωρήσουν, θα σε κερατώσουν, και μετά θα σε πουν και τρελή και κυκλοθυμική που τους παρατάς. Όχι ότι ο Φώτης ήταν κανένας μεγάλος μαλάκας. Ένας μαλακάκος ήταν, μουλωχτός, που ουσιαστικά περίμενε κάποια να τον σώσειμ- από τον εαυτό του. Μόλις είδε την Φωτεινή έτσι ολοκληρωμένη, είπε «αυτή είναι η μεγάλη Ο», αλλά ούτε και σε αυτή την ιστορία παντρεύονται στο τέλος, γιατί αν ρωτούσες τη Φωτεινή αν θα ξαναπαντρευόταν ποτέ, θα σου απαντούσε ό,τι και η Μαντόνα. «Καλύτερα να με πατούσε τρένο».

(συνεχίζεται)