Πριν λίγα χρόνια είχα έναν φίλο που πέθανε η μάνα του απότομα, από καρδιά. Ήταν περίεργο παιδί και δεν έκλαψε καθόλου, ούτε με το πρώτο σοκ, ούτε μετά - στις εκκλησίες και στους τάφους. Ήταν κλειστός σαν πέτρα, γιατί την αγαπούσε πολύ.

 

Το βράδυ που έφυγαν οι επισκέπτες από το σπίτι (σχεδόν τους έδιωξε), εξαντλημένος άνοιξε το ψυγείο. Σε ένα τάπερ βρήκε γεμιστά. Τα είχε μαγειρέψει η μάνα του μια μέρα πριν πεθάνει.

 

Έκατσε στο τραπέζι, μόνος, και σαν υπνωτισμένος άρχισε να τρώει. Ένιωσε κάτι υπόκωφο να του χτυπάει τ' άντερα: η οικειότητα αυτής της γεύσης. Το ρύζι, η ντομάτα, το συγκεκριμένο λάδι, ο συγκεκριμένος άνηθος - αυτό το μείγμα που ανήκε αποκλειστικά στη μάνα του· έτσι όπως όλοι έχουμε μύτες και μάγουλα, αλλά ο καθένας μας είναι μοναδικός.

 

Τότε μόνο τον πήραν τα κλάματα. Έκλαιγε και έτρωγε, σιγά σιγά, για να μην τελειώσουν γρήγορα τα γεμιστά του. Ήξερε ότι δεν θα ξαναβρεί αυτήν τη γεύση ποτέ, πουθενά (όσο κι αν την αναζητάει έκτοτε, ασυνείδητα, σε μαγαζιά, ταβέρνες, ρεστοράν...).

 

Αυτή είναι και η ιδέα πίσω από το πρώτο αφιέρωμα της LifO στην κουζίνα της Αθήνας. Είναι η ίδια ιδέα που γέννησε στον Ρατατούη τη σκηνή με τα δάκρυα του γκουρμέ κριτικού: τα κορυφαία φαγητά του κόσμου, πέρα από τη δημιουργικότητα και τη μαστοριά τους, έχουν την πρώτιστη αρετή να μας ξανακάνουν παιδιά. Kαι όσο περίπλοκοι κι αν γίνουν οι γαστριμαργικοί κανόνες, όλοι στηρίζονται στην πρώτη συγκίνηση που γνωρίσαμε από τα φαγητά της μάνας μας, τα συνήθως απλά και καθαρά.

 

 Όπως απλή και καθαρή ήταν η αγάπη της!