Παρασκευή βράδυ, στο μπαλκόνι

Χαζεύω αφηρημένη το λόφο του Αρδηττού μέσα στο σκοτάδι. Από την Αίγλη του Ζαππείου ακούγεται η μουσική του Mamma Mia άλλη μια φορά. Την ακούω πια δυο φορές την ημέρα, από τις 8.50 μέχρι τη 1.00 που τελειώνει η δεύτερη παράσταση, εδώ και δύο εβδομάδες. Η ποπ πλύση εγκεφάλου λειτουργεί πάντως: Τα βράδια αποκοιμιέμαι σιγοτραγουδώντας «Honey honey, touch me, baby, ah-hah, honey honey. Honey honey, hold me, baby, ah-hah, honey honey» σαν χαζοχαρούμενη, και το πρωί κοιτάζομαι στον καθρέφτη λίγο πριν πλύνω τα δόντια μου και ψιθυρίζω «Baby, does your mother know that you are out ?».

Σάββατο, 3.15, στο τρόλεϊ για το σπίτι

Λίγο μετά τις Στήλες του Ολυμπίου Διός το τρόλεϊ παθαίνει βλάβη. Ο οδηγός παρκάρει όπως όπως και μετά πανικοβάλλεται μεγαλοπρεπώς: Από την πλευρά που ανοίγουν οι πόρτες είναι η λεωφόρος κι έτσι προσπαθεί να συγκρατήσει έναν τύπο με ξυρισμένο κεφάλι που προσπαθεί να βγει έξω. Τον τραβάει με το ζόρι από το γιακά: «Άσε με να φύγω ρε φίλε, κάτω τα χέρια σου ρε» «Όχι είμαι υπεύθυνος για σένα , δεν θα πας πουθενά, αν φύγεις τώρα και σε πατήσει αυτοκίνητο θα μπω φυλακή» ωρύεται ο οδηγός και τον τραβάει προς τα μέσα. Μετά ξαφνικά ανακτά την ψυχραιμία του: Χωρίς να πει τίποτα κλειδώνει και ανεβαίνει στην οροφή. Δεν μας παίρνει πάνω από τρία δευτερόλεπτα για να καταλάβουμε πως έχει κλείσει και το air condition. Δέκα λεπτά αργότερα μας έχει πιάσει ομαδική κλειστοφοβία. Μια ηλικιωμένη κυρία με φούξια χείλη έχει ακουμπήσει το κεφάλι της στο τζάμι, σαν κέρινο ομοίωμα που έχει πάρει να λιώνει.

Σάββατο 3.30, στο τρόλεϊ

Ο οδηγός κάνει το λάθος να ξεκλειδώσει την μπροστινή πόρτα. Εκεί τον περιμένει μια ψηλή νταρντάνα με κοντοκομμένα μαλλιά. «Που πας;» της λέει. «Άσε με να φύγω, θα φωνάξω την Αστυνομία» του απαντά εκείνη με βαριά ρώσικη προφορά -εκείνη τη στιγμή αποφασίζω πως το πραγματικό της όνομα είναι Ταμάρα. «Δεν έχεις να πας πουθενά» ουρλιάζει ο οδηγός κι αρχίζει πάλι την αγαπημένη του απογευματινή απασχόληση , να τραβάει δηλαδή τους επιβάτες από την μπλούζα. «Βρε αντε από ‘κει» του λέει η Ταμάρα και του χώνει δυο φούσκους με τις χερούκλες της και μετά εξαφανίζεται στη λεωφόρο ανάμεσα από αυτοκίνητα που τρέχουν σαν τρελά, ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες κοιτάμε πειθήνια τον οδηγό-αφέντη μας σαν ιδρωμένες κούκλες της Μαντάμ Τισό. «Στον Καναδά που ζω εγώ αυτά δεν επιτρέπονται, να φεύγει ο οδηγός και να κλειδώνει τους επιβάτες μέσα» φωνάζει ένας κύριος δεξιά μου. «Να πας στον Καναδά τότε» του απαντάει μια κυρία που αισθάνθηκε εθνικά θιγμένη λίγο πριν κατέβει στην Αγία Φωτεινή. «Εγώ είμαι ο κύριος του τρόλεϊ! Εγώ!» φωνάζει ο οδηγός απελπισμένα προς το μέρος μας ως νέος Λουδοβίκος. «Κάνεις λάθος φίλε, είσαι κύριος μόνο του εαυτού σου» του απαντά ο ξυρισμένος πιτσιρικάς, γεμάτος πίκρα που δεν κατάφερε να ξεφύγει κι αυτός σαν την Ταμάρα την νταρντάνα. «Τry once more like you did before» του λέω λίγο πριν κατέβω απ' το τρόλεϊ και προσθέτω συγκαταβατικά «Sing a new song chiquitita».