Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την επίσημη αναβάπτιση των κόμικς -κυρίως αυτών που δεν επικεντρώνονται σε μεταλλαγμένους υπερήρωες που πλακώνονται μεταξύ τους- σε «γραφικές νουβέλες», όρος που εφευρέθηκε από τον μεγάλο Will Eisner για το βιβλίο του A Contract with God, και είκοσι χρόνια από την καθιέρωση των βραβείων της «βιομηχανίας των κόμικς» που πήραν το όνομά του. Όχι ότι το είδος -«τα μίκι μάους» λένε ακόμα οι παλιοί, οι «μικιμάοι» έλεγε η γιαγιά μου- έχει κατοχυρώσει ακόμα εντελώς την έξοδό του από την απαξίωση, είναι όμως τα τελευταία χρόνια το πιο ραγδαία αναπτυσσόμενο λογοτεχνικό / αφηγηματικό είδος με χιλιάδες εύσημα, ακόμα και βραβεία Πούλιτζερ, όπως το περίφημο Μaus του Art Spiegelman. Κι αν τα ενήλικα κόμικς (όχι τα «τσοντόβια») περνούν εδώ και καιρό την ώριμή τους περίοδο, αυτό το οφείλουν σε μεγάλο βαθμό στο έργο του Eisner, του αδιαμφισβήτητου πατριάρχη του μέσου που υπηρέτησε για εβδομήντα χρόνια σχεδόν μέχρι το θάνατό του το 2005 σε βαθιά γεράματα - ενός μέσου, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, «προσφέρει στη λογοτεχνική δημιουργικότητα το είδος εκείνο της απεριόριστης, αναρχικής ελευθερίας που απολαμβάνουν μόνο οι μουσικοί της τζαζ». Και η ελευθερία προϋποθέτει, ως γνωστόν, αρετή και τόλμη, αλλά και ευθύνη, κάτι που είναι ολοφάνερο στα καρέ και τις ιστορίες του οραματιστή Eisner, που συμβαίνουν σ' ένα σύμπαν όπου αγωνίζονται να επιβιώσουν παλιομοδίτικοι ενδεχομένως και ηθικοί αλλά ποτέ ηθικολογικοί κώδικες και αξίες γεμάτες συμπόνια για την ανθρώπινη κατάσταση στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις.

Αφοσιωμένος σ' όλη του τη ζωή να διατηρήσει ακέραιες τις φιλοδοξίες του μέσου -την ιδανική συνύπαρξη εικόνας και λόγου- ο Eisner υπήρξε εκδότης, σκάουτερ ταλέντων, ιμπρεσάριος, συγγραφέας, καλλιτέχνης, και έχει χαρακτηριστεί κατά καιρούς «Όρσον Γουέλς», «Το Μυαλό», «Λεονάρντο», «Αϊζενστάιν» των κόμικς, αποτελώντας τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του θείου Charles Schultz και των επίγονων των underground comics (ή comix) όπως ο R. Crumb, αλλά και των νεότερων όπως ο Harvey Pekar, ο Alan Moore, ο Neil Gaiman, ο Daniel Clowes, ο Chris Ware, ο Charles Burns, ο Seth και τόσοι άλλοι που βλέπουν πλέον τα βιβλία τους να φιγουράρουν στις πιο περίοπτες θέσεις των ψαγμένων βιβλιοπωλείων του πλανήτη.

Το μεγάλο του φόρτε υπήρξε η αστική ζωτικότητα, οι καθημερινές ιστορίες με φόντο το ασπρόμαυρο σκηνικό που ορίζεται από τις κάθετες γραμμές των κτιρίων, με κυρίαρχη την εξπρεσιονιστική και εμφατική αίσθηση ενός μελαγχολικού σούρουπου σ' όλο του το μεγαλείο, όπου οι σκιές της πόλης προέρχονται εξίσου από τη μυθολογία του νουάρ, τα πρωτοσέλιδα των ταμπλόιντ εφημερίδων και το μυαλό του Κάφκα. Ακόμα και τα τούβλα έχουν ζωή στα καρέ του Eisner, και όπως γράφει στην εισαγωγή της ιστορίας του με τίτλο The Building, «...οι αναμνήσεις στους τοίχους εκπέμπουν τη ραδιενέργεια της ανθρώπινης επαφής»: «Είμαι παιδί της πόλης» έλεγε ο ίδιος. «...Αγαπώ τη Νέα Υόρκη. Αυτό ξέρω κι αυτό περιγράφω. Επίσης, θαύμαζα πάντα τον Φόκνερ, που ήταν στα καλύτερά του όταν έμενε σ' αυτά που ήξερε καλά». Τρεις είναι οι βασικές πράξεις της δημιουργικής ζωής του Eisner. Η πρώτη την περίοδο του μεσοπολέμου ακόμα, με τη δημιουργία ενός πρωτοποριακού εργαστηρίου κόμικς, στο οποίο συνεργάτες του υπήρξαν μεταξύ άλλων ο Jack Kurtzberg (μετέπειτα γνωστός ως Jack Kirby, δημιουργός του Spider Man και πολλών άλλων πασίγνωστων ηρώων της Marvel) και ο Bob Kahn (μετέπειτα γνωστός ως Bob Kane, δημιουργός του Batman). H δεύτερη έχει να κάνει με τη δημιουργία του θρυλικού κόμικ The Spirit, με πρωταγωνιστή έναν νουάρ σούπερ ήρωα της διπλανής πόρτας χωρίς σούπερ δυνάμεις, προστάτη των αδυνάτων γενικά και των ωραίων κοριτσιών ειδικότερα, που κάνει βόλτες στα νεκροταφεία και, σύμφωνα με το δημιουργό του, είναι ένας «πολέμιος του εγκλήματος προερχόμενος από τη μεσαία τάξη». Κάποιες περιπέτειες του «Πνεύματος» είχαν δημοσιευτεί σε τεύχη της Βαβέλ στα τέλη του ‘80 και τις αρχές του '90, ενώ σε λίγο καιρό θα βγει στα σινεμά με την υπογραφή του Frank Miller - μια κάπως ανησυχητική εξέλιξη αν σκεφτεί κανείς τη φασίζουσα αντίληψη του δημιουργού του Sin City και των 300.

Η τρίτη, τέλος, και πλέον ώριμη περίοδος του μέγιστου δημιουργού ξεκινά με το Contract with God και ολοκληρώνεται λίγο πριν το θάνατό του με το The Plot, και υπότιτλο Η Μυστική Ιστορία των Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών, με εισαγωγή από τον Ουμπέρτο Έκο. Έργο επίκαιρο, αν αναλογιστεί κανείς ότι αυτό το παραμύθι συνομωσιολογίας, που ξεκίνησε από τις μυστικές υπηρεσίες του Τσάρου για να δυσφημήσει τους Εβραίους προγόνους του Eisner, παρουσιάζεται στην εποχή μας ως ιστορικό ντοκουμέντο τόσο από ακροδεξιούς φορείς (αλά Λιακόπουλο) όσο και από φανατικούς ισλαμιστές (μάλιστα υπάρχει πολύ δημοφιλής δραματοποιημένη τηλεοπτική σειρά μ' αυτό το θέμα που προβάλλεται στην Αίγυπτο και τη Συρία).

Το καθήκον πάντως του Will Eisner αφορούσε πάνω απ' όλα την τέχνη του. Ο Neil Gaiman είχε πει κάποτε σε μια συνέντευξή του για το μέντορά του: «Μου είχε πει κάποτε για μια παλιά ταινία που είχε δει με ήρωα ένα μουσικό της τζαζ που συνέχισε να παίζει μέχρι τα βαθιά γεράματα αναζητώντας τη Νότα. Αυτό έκανε κι ο Γουίλ. Αναζητούσε τη Νότα».