Η πλαστή πραγματικότητα του Γιάννη Αστερή. Aπο τον Κωστή Παπαγιώργη

Η πλαστή πραγματικότητα του Γιάννη Αστερή. Aπο τον Κωστή Παπαγιώργη Facebook Twitter
0

Πολλοί από τους φίλους που άρχισαν να πεζογραφούν πριν από μερικές δεκαετίες θεωρούσαν απαράγραπτο αξίωμα το απλό γεγονός ότι για να διαβαστεί ένα βιβλίο θα πρέπει να μοιάζει λίγο πολύ με την πραγματικότητα. Όπερ σήμαινε ότι o πεζογράφος κρατούσε –φανερά ή κρυφά– κάποιον καθρέφτη δίκην διαβατηρίου που τον απάλλασσε από άλλες σκοτούρες. Προφανώς, ο καθρέφτης έλυνε όλα τα προβλήματα. Από μιαν άλλη πλευρά, όμως, είναι βέβαιο ότι, όπως κι αν κανοναρχείται η αφήγηση, τελικά κάποια ψιχία πραγματικότητας εξακολουθούν να ισχύουν και να σώζουν τον πεζογράφο. Στην περίπτωση, πάντως, του Γιάννη Αστερή η μεταμόρφωση της γραφής κρούει μεγάλη καμπάνα.

Ο αρχιτέκτονας Γιώργος Αυγέρης ξέρουμε, από την πρώτη κιόλας αράδα της νουβέλας, ότι, επιστρέφοντας στο διαμέρισμά του, αντικρίζει τη σύζυγό του ξαπλωμένη και ασάλευτη στη συζυγική κλίνη. Φόνος, δηλαδή, καραμπινάτος που δεν επιδέχεται καμιάν αμφιβολία. Οπότε το πρώτο συμπέρασμα είναι ακέραιο πέρα για πέρα: ο Αυγέρης είναι συζυγοκτόνος ή, τουλάχιστον, ένας απ' όλους τους υπόπτους. Βέβαια, στον πάτο της πρώτης σελίδας μας ραίνουν με το ισχυρό φρασίδιο «το βλέμμα δεν είναι σμίλη αλλά βλέμμα», άρα ο Αυγέρης συλλογιζόταν την περίπτωση του γλύπτη που, όντας παραλυμένος, καθόταν νυχθημερόν μπροστά στο ημιτελές αριστούργημά του κ.λπ.

Όλες οι παρουσίες των προσώπων (του Μάρκου, του ποιητή της συντροφιάς, της αδελφής του Αυγέρη, του δικηγόρου και άλλων πολλών) είναι και δεν είναι (ένοχοι) αστυνομικώ τω τρόπω, με αποτέλεσμα η αφήγηση να εμπλουτίζεται ημιδραματικά. Δεν ξεχνούμε, βέβαια, ότι ο Αυγέρης έχει πέσει θύμα μιας άθλιας σκευωρίας από τους διαβόητους εννέα, οι οποίοι κράτησαν για τον εαυτό τους την ηθική αυτουργία της πράξης και ανέθεσαν σε έμπιστο χέρι τη φυσική αυτουργία, παγιδεύοντας τον άτυχο αρχιτέκτονα στο πολυτελές δείπνο που οργάνωσε ο δικηγόρος Μάρκου, ο οποίος κατέχει την ισχυρότερη θέση ανάμεσα στα καθάρματα που συνθέτουν τη μασονική συντροφιά – έτσι το κίνητρο των εννέα ήταν η αποκάλυψη της ερωτικής σχέσης του Αυγέρη με τη σύζυγο του αρχισυμμορίτη Μάρκου κ.λπ.

Με άλλα λόγια, ενώ αρχίζουμε να μουντζώνουμε τον Αστερή εξαιτίας της περιπεπλεγμένης αφήγησης των συμβάντων, εμφανίζεται η λογοτεχνική υποψία ότι ο σάκος έχει περισσότερα απίδια απ' όσα φανταζόμαστε. Ο Αυγέρης φτύνει κατά πρόσωπο την αδελφή του και τη χαστουκίζει γιατί ισοβίως τη βασανίζει με την αγάπη της, ενώ συνάμα η αδελφή του τον αγκαλιάζει και του ψιθυρίζει ότι τον αγαπά όσο κανέναν άλλον στον κόσμο...

Ήδη προφυλακισμένος, ο Αυγέρης αναλύεται σε εξομολογήσεις και ομολογεί ότι μέσα στον γενικό παραλογισμό νιώθει την ανάγκη να επιλέξει τον ρόλο του δολοφόνου της γυναίκας του. Με άλλα λόγια, η καρδιά του μεταμορφώνεται σε ένα ιδιωτικό Μαντείο των Δελφών και των δύο αδελφών. Δεν σκότωσε τη γυναίκα του, αλλά νιώθει ότι πρέπει να σκοτώσει τη γυναίκα του, ειδαλλιώς θα βουλιάξει και φοβάται να βουλιάξει γιατί είναι μόνος. «Όλα είναι ξεκάθαρα», λέει ο Αυγέρης, «και τίποτα δεν φαίνεται ξεκάθαρο, πήγα στο δείπνο του Μάρκου και, απ' ό,τι φαίνεται, δεν πήγα στο δείπνο του Μάρκου, έκανα έρωτα με την Ελένη, αλλά φαίνεται ότι δεν έκανα έρωτα με κανέναν εκείνο το απόγευμα, κουβέντιασα με όλους αυτούς στο δείπνο και τελικά με κανέναν δεν κουβέντιασα με όλους αυτούς στο δείπνο – δεν υπάρχει δείπνο της εικοστής έκτης, δεν καταλαβαίνω τίποτα και δεν αντέχω άλλο...». Ένας άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει τίποτα και δεν αντέχει άλλο πού άλλου θα πρέπει να οδεύσει αν όχι προς το Άγιον Όρος;

Για να πλάσει μια πραγματικότητα ο Αστερής θα πρέπει πάση θυσία να επινοήσει μια πλαστή πραγματικότητα και όσο πιο πλαστή, τόσο πιο πειστική. Με έναν λόγο, όσο μιλάει για «πραγματικούς» ανθρώπους, η γραφίδα του δεν πείθει, μόλις όμως πέφτει στο κενό και αρχίζει να παραφέρεται χάρη στη φαντασία του η διήγηση πατάει καλά, όλα τα πρόσωπα συμμορφώνονται, οπότε ο αφηγητής αισθάνεται ότι ως εκ θαύματος σπάζει το ρόδι, ξέροντας με απόλυτη ακρίβεια πόσα σπόρια έχει. Με άλλα λόγια, ενώ στην τρέχουσα λογοτεχνία έχουμε δύο είδωλα, με αποτέλεσμα το πλασματικό να αντιγράφει το πραγματικό, στην περίπτωση της Νουθεσίας Ημιόνου η γραφίδα παραφέρεται μεν, αλλά χωρίς αξίες πιστότητας και πραγματικότητας.

«Η νεκρή γυναίκα του (εννοούσε προφανώς ότι η γυναίκα του τώρα πια ήταν νεκρή) άρχισε να αντιπαθεί και κατέληξε να μισεί με όλη της την ύπαρξη κάθε συναναστροφή, οι άνθρωποι τής φαίνονταν απεχθείς και δυστυχισμένοι, τα τηλεφωνήματα την τρομοκρατούσαν και τη βύθιζαν για ατέλειωτες ώρες στο κλάμα και την απελπισία, τη μια κοιμόταν δέκα ή δεκαπέντε ώρες, την άλλη έμενε άυπνη για μια ή δυο μέρες, και όλα αυτά, μ' έναν τρόπο παράδοξο και λυτρωτικό, αποκάλυψαν στον Αυγέρη την ανεπανάληπτη ευκαιρία όχι μόνο να ανασάνει μέσα στον γάμο του με τη νεκρή (τώρα νεκρή, εννοούσε), αλλά και να βιώσει μιαν ανείπωτη ασφάλεια που ποτέ μέχρι τότε δεν του είχε φανεί εφικτή...».

Όλοι, αποτυχημένοι ή επιτυχημένοι στο γράψιμο, ξέρουμε ότι τίποτα δεν μας δίνεται ακέραιο, δικό μας, μυθιστορηματικό πέρα για πέρα. Όχι μόνο δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα αλλά απεναντίας η ίδια η φαντασία θα πρέπει να βρει δικό της χρόνο και χώρο ώστε να απλώσει τα βρόχια της για να πλάσει μια νεοπαγή πραγματικότητα που στερείται κηδεμόνα και ιστορικού. Εν προκειμένω, ο Αστερής φέρεται υπέροχα όταν παραπέμπει –στα περιθώρια της αφήγησής του– στον Διονύσιο εκ Φουρνά, ο οποίος αποστέλλει στον τότε πατριάρχη Σεραφείμ μια επιστολή με την οποία εξηγούσε τους λόγους που τον κάνουν να φύγει άρον άρον από το αγιώνυμον τούτο όρος του Άθω. Εκεί, τελικά, θα αυτοκτονήσει ο Αυγέρης, μέσα στο κελί του.

«Στις έξι και μισή τα ξημερώματα ο Αυγέρης απαγχονίστηκε στο κελί του, περνώντας το σεντόνι πάνω από τις άχρηστες σωληνώσεις θέρμανσης που διέσχιζαν το ταβάνι. Άρχισε να αιωρείται μπροστά στον μικρό καθρέφτη και για τα λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του σκέφτηκε πως τη βραδιά της εικοστής έκτης, τη στιγμή που εκείνος έστεκε όρθιος ανάμεσα στους υπόλοιπους καλεσμένους του Μάρκου και συλλογιζόταν το βλέμμα του παράλυτου γλύπτη, η γυναίκα του κατά πάσα πιθανότητα θα ετοίμαζε κάτι να βάλει στο στόμα της γιατί δεν είχε φάει τίποτε όλη μέρα και τώρα θα το θυμήθηκε, φορώντας εκείνο το υπέροχο μαύρο νυχτικό που δεν είχε βγάλει για μέρες από πάνω της. Η ανάμνηση της χλωμής γυναίκας του με τα μαζεμένα μαλλιά και το θλιμμένο βλέμμα ήταν τόσο όμορφη που ο Αυγέρης προσπάθησε να χαμογελάσει μπροστά στον καθρέφτη, δεν τα κατάφερε, πάσχισε να πετύχει έστω μια ελάχιστη σύσπαση στη δεξιά ή την αριστερή γωνία του στόματος, όμως το είδωλό του απόμεινε μουδιασμένο και ξέψυχο να κοιτάζει τον ανήμπορο σμιλευτή του...».

Καθετί πλασματικό διεκδικεί χώρο στην λογοτεχνική πραγματικότητα και μάλιστα με τέτοιο πάθος ώστε να νομίζουμε ότι πρόκειται για λάθος, για μια στραβή ματιά, για κάτι που πέφτει από τον ουρανό και δεν ανήκει σε κανέναν, ούτε στον ίδιο τον δημιουργό του, που κατά κανόνα ομολογεί ότι κάποιο πνεύμα μιλάει μέσα του και κάνει ό,τι κάνει. Με άλλα λόγια, την πραγματικότητα τη ζούμε, θέλουμε δεν θέλουμε, αντίθετα, κάθε λογής πλασματικότητα τη δημιουργούμε χωρίς να παίρνουμε άδεια από κανέναν. Βέβαια, η λογοτεχνική άδεια έχει το εξής ελάττωμα: ενώ η ροϊκή πραγματικότητα τυλίγει ολάκερο τον κόσμο και δεν γράφεται ποτέ διότι αδυνατεί να γίνει βιβλίο, η λογοτεχνική πραγματικότητα έχει κατοικία, ισχυρούς αρμούς, διακεκριμένη ταυτότητα, οικονομία και όλα τα υπόλοιπα.

Θέλουμε να πούμε δηλαδή ότι η παραμικρή πλοκή μέσα σε μια δέσμη ανθρώπων μπορεί να στήσει ιστορία, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με την εμπειρική πραγματικότητα που μπάζει τόσο από το μέλλον όσο και από το παρελθόν. Ο Αστερής επέτυχε κάτι που δύσκολα επιτυγχάνεται, ως εκ τούτου είναι έμπειρος για τα περαιτέρω...

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT