Είμαι τα κρεβάτια που έχω κάνει

Είμαι τα κρεβάτια που έχω κάνει Facebook Twitter
5

Κωστής ΠαπαγιώργηςΈνα μυθιστόρημα που αρχίζει με τη σημαδιακή φράση «ή σταματάς τα ξενογαμήσια ή τελειώσαμε εμείς οι δύο» ουσιαστικά τα λέει όλα. Η γυναίκα που στέλνει το τελεσίγραφο είναι η Ντρένκα Μπάλιτς, στα πενήντα δύο της, ενώ ο άνδρας που λαμβάνει την προειδοποίηση είναι ο λησμονημένος μαριονετίστας Μίκι Σάμπαθ, «ένας εξηντατετράχρονος εραστής, κοντός και βαρύς άντρας, με άσπρα γένια, εντυπωσιακά πράσινα μάτια και ταλαιπωρημένα από την αρθρίτιδα δάχτυλα, ο οποίος...» κ.λπ. κ.λπ. «Η Ντρένκα ήταν μια μελαχρινή Κροάτισσα από την ακτή τη Δαλματίας και έμοιαζε με Ιταλίδα όντας μάλλον κοντή σαν τον Σάμπαθ – μια γεμάτη και γεροδεμένη γυναίκα, που ισορροπούσε επικίνδυνα στο μεταίχμιο της παχυσαρκίας». Κοντά ή μακριά από την Ντρένκα έχουμε την Κρίστα, τη Ροζάνα, τη Νίκη, την Ντέμπορα, την Κάθι, τη Σίλβιγια και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει.

Το πορνό, που διαρκώς χτυπά την πόρτα του αφηγητή, είναι προφανές, με τη διαφορά ότι τα αυτιά του Σάμπαθ δεν ιδρώνουν. Η μυθιστορηματική του πρόθεση δεν αφορά τόσο τα διάφορα κρεβάτια που τον έκαναν αυτό που είναι όσο τη βαθύτητα ενός βιώματος που μετατρέπει τη σαρκική τρέλα σε προθάλαμο της ψυχικής συντριβής. Η Ντρένκα λέει: «Δεν θέλω να μου φέρονται σαν ψεύτικη πουτάνα. Θέλω να μου φέρονται σαν πραγματική πουτάνα. Ή χίλια δολάρια ή κάθομαι σπιτάκι μου». Ισχύει, όμως, και κάτι άλλο: οι γάμοι του Σάμπαθ και της Ντρένκα (με διαφορετικό πρόσωπο ο καθένας τους) απαιτούσαν επιτακτικά ένα είδος αντι-γάμου, ένα ορμητήριο απ' όπου αντεπετίθεντο στο αίσθημα της αιχμαλωσίας τους. «Δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τούτο το οφθαλμοφανές θαύμα αυτή η γυναίκα... «Την Παρασκευή εκείνης της εβδομάδας η Ντρένκα πήγε στη Βοστώνη και πηδήχτηκε με τον δερματολόγο της, με τον μεγαλοεπιχειρηματία των πιστωτικών καρτών, με τον πρύτανη του πανεπιστημίου αργότερα, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, κρατώντας την αναπνοή της για τα λίγα λεπτά που χρειάστηκαν, πηδήχτηκε και στο σπίτι της με τον ρήτορα με τον οποίο ήταν παντρεμένη, συμπληρώνοντας τέσσερα πηδήματα σε μια ώρα...».

«Πέντε μήνες μετά τον θάνατό της, μια υγρή, ζεστή νύχτα του Απριλίου με μια πανσέληνο που ανέβαινε πάνω από τις κορυφές των δέντρων πλέοντας άκοπα, μέσα στη φωτοβόλα μακαριότητά της, προς τον θρόνο του Θεού, ο Σάμπαθ ξάπλωσε στο χώμα που κάλυπτε το φέρετρό της και είπε: "Ω εσύ, βρoμιάρικο, υπέροχο μουνί της Ντρένκα! Παντρέψου με! Παντρέψου με! Με την κατάλευκη γενειάδα του να σέρνεται στο χώμα –ο τάφος δεν είχε ακόμα χορταριάσει και το έδαφος ήταν λείο, χωρίς ούτε μια πέτρα– οραματίστηκε την Ντρένκα του». Το ερωτικά παράδοξο είναι ότι ο Σάμπαθ θέλει μόνο για πάρτη του τη γυναίκα που τώρα είναι νεκρή, με άλλα λόγια τώρα είναι καλή για να γίνει γυναίκα του! Για να προφέρει το «παντρέψου με!», πρέπει πρώτα να πεθάνει...

«Ο πυρήνας της αποπλάνησης είναι η επιμονή, ήτοι το ιδεώδες των Ιησουιτών. Ογδόντα τοις εκατό των γυναικών υποχωρεί κάτω από μεγάλη πίεση, αν η πίεση είναι επίμονη. Πρέπει να αφοσιώνεσαι με τον τρόπο που αφοσιώνεται ένας μοναχός στον Θεό. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι άντρες αναγκάζονται να βολέψουν το γαμήσι στο περιθώριο των ζητημάτων που οι ίδιοι ορίζουν ως πιο πιεστικά: το κυνήγι του χρήματος, τη δύναμη, την πολιτική, τη μόδα, το σκι, ένας Θεός ξέρει τι μπορεί να είναι σημαντικό για τον καθένα. Ο Σάμπαθ, όμως, είχε απλουστεύσει τη ζωή του και είχε τοποθετήσει τα άλλα ζητήματα στο περιθώριο του γαμησιού. Έστω κι αν έχασε τη Νίκη, έστω αν δεν τον άντεχε πλέον η Ροζάνα, ο ασκητικός Μίκι Σάμπαθ εξακολουθούσε να ασχολείται με το γαμήσι στα εξήντα του χρόνια.

Είμαι τα κρεβάτια που έχω κάνει Facebook Twitter
Φίλιπ Ροθ

Η Ντρένκα –πάντα η Ντρένκα– αποκαλούσε τη στύση του Λιούις "το ουράνιο τόξο" επειδή, όπως της άρεσε να εξηγεί, "το καυλί του είναι μάλλον μακρύ και κάπως καμπυλωτό", άλλωστε ο Λιούις ήταν ο μόνος άντρας εκτός από τον Σάμπαθ στον οποίο είχε επιτρέψει να τη γαμήσει από τον κώλο. Ήταν η μέρα και όχι η εβδομάδα που η Ντρένκα είχε πλημμυρίσει από το σπέρμα τεσσάρων διαφορετικών επιβητόρων. Είμαι μια γυναίκα που πάει εδώ κι εκεί με το σπέρμα δύο ανδρών μέσα μου....

Όλοι θα πεθάνουμε, et moriemur. Η δεύτερη φράση, η οποία διαμορφώθηκε τον 12ο αιώνα, αποκαλύπτει τη σπουδαιότητα που αποδίδουμε στον εαυτό μας και στην ατομική μας ύπαρξη. Η στάση αυτή καλύπτει όλη τη σύγχρονη περίοδο και μπορεί να αποδοθεί με μιαν άλλη φράση: «La mort de soi», ο θάνατος του εαυτού σου. Από τις απαρχές του 18ου αιώνα ο άνθρωπος της Δύσης έτεινε να προσδώσει στον θάνατο μια νέα σημασία. Τον εξύμνησε, τον δραματοποίησε, τον προσέγγισε ως αδηφάγο και ανησυχητικό εχθρό. Πλην όμως τον απασχολούσε λιγότερο ο δικός του θάνατος απ' ό,τι la mort de toi, ο θάνατος του άλλου...».

Οι σαρκολατρικές περιπέτειες του Σάμπαθ δεν σημαίνει ότι τον εμποδίζουν να είναι μια πνευματική φιγούρα εκτός κανόνος. Από το τίποτα στο άπαν, έχει την τέχνη να ζηλεύει τον εαυτό του σε βιώματα που, ενώ είναι περιπέτειες του κρεβατιού, τελικά θρέφουν εκπληκτικά έναν μυθιστοριογράφο. Παρά τις πεισιθάνατες σκέψεις που τον ταλανίζουν, είναι γραπωμένος από τη ζωή! Από τα νιάτα! Από την ηδονή! Από τις καύλες! Από τα εσώρουχα της Ντέμπορα! Κι όμως, κοιτάζει από τον 18ο όροφο και σκέφτεται πως ήρθε η ώρα να σαλτάρει. Ο Μισίμα, ο Ρόθκο, ο Χέμινγουεϊ, ο Μπέριμαν, ο Κέσλερ, ο Παβέζε, ο Κοζίνσκι, ο Γκόρκι, ο Πρίμο Λέβι, ο Κρέιν, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν κι ο Φόκνερ, που αυτοκτόνησε από το ποτό....

Φίλιπ Ροθ - Το θέατρο του Σάμπαθ. Mτφρ.: Ανδρέας Β. Βαχλιώτης. Εκδόσεις Πόλις. Σελ.: 614. Τιμή: €20.Κι όμως ο Σάμπαθ τριγυρνά με αυτό το γελοίο γένι του άλτε Κόκερ, ήγουν του Παλιόγερου, όπως λένε στα γίντις. Σε άλλη στιγμή, θα πει ο αφηγητής, ότι γινόταν άλλος άνθρωπος κάθε δύο λεπτά της ώρας. Αφού διατρέξει μια σελίδα αφιερωμένη στον Θεό, ο αφηγητής στρέφεται προς την ευτυχία. «Η ευτυχία πρέπει να καταγράφεται ως ψυχική διαταραχή και να περιλαμβάνεται με το νέο της όνομα στις μελλοντικές εκδόσεις των κυριότερων εγχειριδίων διαγνωστικής: μείζων συναισθηματική διαταραχή ευχάριστου τύπου. Σε μιαν άλλη μελέτη, σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, αποδεικνύεται ότι η ευτυχία είναι στατιστικά αφύσικη, συνίσταται από ένα διακριτό σύνολο συμπτωμάτων, συνδέεται με μια σειρά γνωστικών ανωμαλιών και, κατά πάσα πιθανότητα, αντανακλά την ανώμαλη λειτουργία του νευρικού συστήματος».

Εφόσον η αφήγηση του Σάμπαθ (ή του Ροθ, το ίδιο κάνει) σπαταλάει σκέψεις, οράματα, ερμηνείες για την Αμερική, ευνόητο είναι να πει ότι «τα πάντα στη ζωή μου μού φαίνονται ρόλοι». Και συνεχίζει παράτολμα: «Τέλος πάντων, εμένα μου λείπει κάποια συγκολλητική ουσία, κάτι θεμελιώδες, υπαρκτό στους άλλους, που εγώ δεν το διαθέτω. Η ζωή μου δεν μου φαίνεται ποτέ πραγματική...». Τίποτε δεν συγκινεί τον Σάμπαθ περισσότερο απ' αυτές τις γερασμένες καλλονές με το έκλυτο παρελθόν και τις νόστιμες νεαρές κόρες. «Ιδιαίτερα όταν το λέει ακόμα η καρδιά τους και γελάνε σαν και τούτη τη γυναίκα. Σε αυτό το γέλιο βλέπεις ανάγλυφα όλα όσα κάποτε υπήρξαν. Είμαι ό,τι απέμεινε από τα περίφημα γαμήσια στα μοτέλ. Καρφιτσώστε ένα μετάλλιο στα κρεμασμένα μου στήθια. Δεν είναι ευχάριστο να καίγεσαι στην πυρά την ώρα του δείπνου».

Ό,τι γράφει και ξαναγράφει ο Ροθ (για την Αμερική, για τους Εβραίους και για τη διάλεκτο γίντις, για το παρελθόν του και για το μέλλον) συνιστά μια προσπάθεια να έλθει σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό του. Μπορεί να νιώθει πατρίδα του τις ΗΠΑ, ωστόσο δεν είναι γηγενής, αν και η σχέση του με τα νεκροταφεία είναι ιδιαιτέρως οικεία. Όταν ο Κρόφορντ τον ερωτά «πού είναι η οικογένειά σου;», ο Σάμπαθ αποκρίνεται επιδεικνύοντας την κρούστα της ψυχής του. Ένιωθε λες και χάιδευε μιαν άυλη ουσία – ή, τουλάχιστον, είχε πλησιάσει όσο πιο κοντά γινόταν αυτή την αίσθηση. «"Είναι εκεί"! Με άλλα λόγια όλοι στο χώμα εκεί – ναι, να ζουν όλοι μαζί, σαν οικογένεια αρουραίων των αγρών....». Δικαιολογημένα, λοιπόν, εξομολογείται ότι έχει ιδιαίτερη αδυναμία σε αυτό το βιβλίο που λέγεται Θέατρο του Σάμπαθ και το μισούν πολλοί. «Δεν είναι, βέβαια, αυτός ο λόγος που μου αρέσει. Αλλά πιστεύω ότι έχει πολλή ελευθερία μέσα του. Αυτό αναζητάς ως συγγραφέας, όταν δουλεύεις: να χάνεις τις αναστολές σου, να σκαλίζεις βαθιά μέσα στη μνήμη σου και τις εμπειρίες της ζωής, και μετά να βρίσκεις την πρόζα που θα πείσει τον αναγνώστη...».

Βιβλίο
5

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι. Όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

The Review / Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γράφει το μυθιστόρημα «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» που δίνει τον λόγο σε έναν δογματικό και βαθιά τραυματισμένο κομμουνιστή δικηγόρο, ο οποίος πολιορκεί τα γραφεία του ΚΚΕ απαιτώντας δικαίωση. Η Βένα Γεωργακοπούλου μιλά με τη μεταφράστρια και συγγραφέα Κατερίνα Σχινά για το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

σχόλια

3 σχόλια
Ο Roth ειναι ενας απο τους αγαπημενους μου εν ζωη συγγραφεις.Προτεινω(βαση δικου μου αναγνωστικου γουστου παντα),την ''Αγανακτηση ''την ''Ταπεινωση''και ''Το ζωο που ξεψυχα''(σε αυτο βασιστηκε και η ταινια με ελληνικο τιτλο ''Η ελεγεια ενος ερωτα''που κατα τη γνωμη μου ''παταει''καλα στο βιβλιο μιας κ τον Roth δεν το λες κ ευκολο να τον μεταφερεις στην οθονη).Αυτο το τελευταιο του βιβλιο δεν το διαβασα αν κ πιστευω οτι οταν το κανω δεν θα απογοητευτω.Καλη αναγνωση!