Μια σειρά συγχρόνων καλλιτεχνών, η πιο ανερχόμενη Mindy Shapero, που έχουμε την ευκαιρία να δούμε σε real time «με τη δόξα της στιγμής» που απολαμβάνει (στην γκαλερί Breeder), και ταυτόχρονα οι ήδη καταξιωμένοι Michael Bevilacqua, Hanna Liden, Nate Lowman (ανάμεσα σε άλλους, οι οποίοι μοιάζουν να διατηρούν ή ακόμη και να βρίσκονται μέσα στη φρεσκάδα της πρώτης τους εμφάνισης, αλλά σύμφωνα με την υπερφίαλη καμιά φορά κίνηση της αγοράς της τέχνης θα μπορούσαν ακόμη και να χαρακτηριστούν «νέα της προηγούμενης μέρας» - δεν μας νοιάζει όμως) στην έκθεση Dark Victory (σε επιμέλεια Δημήτρη Αντωνίτση) στην γκαλερί Ιλεάνα Τούντα, ενσωματώνουν ήρωες του Bret Easton Ellis ή του David Lynch (τουλάχιστον εμφανισιακά), αλλά την ίδια ώρα «που ξέρουν να περιφέρουν με τον καλύτερο τρόπο τον εαυτό τους» δεν φοβούνται μήπως συμπέσουν σε κάποια λεωφόρο του Λος Άντζελες η της Νέας Υόρκης, όπως θα συνέβαινε με τους επινοημένους χαρακτήρες κάποιου hip μυθιστορήματος ή μιας ταινίας. Αντίθετα, με τον ένα η τον άλλο τρόπο αντιπροσωπεύουν μια γενιά (ή δύο κοντινές γενιές) καλλιτεχνών που, πέρα από την εικαστική ευρηματικότητα και τη δεξιοτεχνία σε χειρωνακτικές δημιουργίες, τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερη αίσθηση της αυτο-μυθοποίησης «μιας καλλιτεχνικής περσόνας», και την ίδια ώρα η ικανότητα της διατήρησης στενών φιλικών σχέσεων και χαλαρής συνεργασίας.

Χαρακτηριστικά, μπαίνοντας στους Breeder έχει κανείς την αίσθηση ότι βρίσκεται σε έκθεση του γνωστού καλλιτέχνη (που έχει εκθέσει στην γκαλερί) Jimie Lambie - στη σουρεαλιστική της όμως έκβαση, εκεί όπου οι εγκαταστάσεις του έχουν αρχίσει να μεταμορφώνονται σε ανθρωπόμορφα ζώα ή πρόσωπα, διατηρώντας πάντα τη χρωματική παλέτα τους. Η σχέση είναι σαφέστατη, χωρίς αυτό να έπεται ότι είναι μια αναφορά που δεν θέλει να κάνει η καλλιτέχνις από το Λος Άντζελες στην πρώτη ατομική της έκθεση στην Ελλάδα με τον ποιητικότατο τίτλο Heavy Lighght. Η γλώσσα και η αφήγηση μοιάζουν να θεωρούνται πολύ σημαντικά στοιχεία από την καλλιτέχνιδα για τη διαδικασία της δημιουργίας. Σε διάφορα σημεία του δελτίου Τύπου τονίζεται η σχέση με το θέατρο και τη λογοτεχνία, ενώ γίνεται αναφορά στους Mary Shelley, Borges, Kafka, Lovecraft και Poe. Φτάνει μάλιστα μέχρι την προσέγγιση και ανάλυση της δουλειάς της ως μια εκκεντρικής σκοπιάς πάνω σε βασικές οντολογικές ερωτήσεις, ή ακόμη και ως παρωδίας του Διαφωτισμού! Αυτή η εμμονή για κάποιο «πεφωτισμένο πλαίσιο», η οποία δείχνει να ανήκει στην ίδια την καλλιτέχνιδα -εάν παρατηρήσει κανείς και τους τίτλους που διαλέγει για τα έργα της-, είναι και το πιο (ή και το μόνο) μεμπτό σημείο της έκθεσης. Φέρνει στο νου αναγεννημένους (reborn) χριστιανούς, που είδαν το φως και προσπαθούν να υποστηρίξουν με λόγια κάτι εντελώς αδιανόητο· επίσης μοιάζει να φέρει την ενοχή κάποιου που άργησε να ανακαλύψει το διάβασμα και από υπερβολικό ζήλο αποκτάει μαζί του την καταναλωτική σχέση του σουπερμάρκετ. Κι αυτό δεν είναι κάτι το οποίο χρειάζεται η έκθεση. Στην πραγματικότητα, βρίσκομαι μπροστά σε μια υπέροχη έκρηξη χρωμάτων περιορισμένων σε ιδιαίτερα πετυχημένες συνθέσεις «που παγώνουν» κατά στιγμές άλλοτε σε πίνακες, άλλοτε σε σχέδια και άλλοτε σε γλυπτά, δημιουργώντας όλες μαζί ένα φανταστικό και αλλόκοσμο περιβάλλον που δεν έχει καμία ανάγκη να χρειάζεται ή να επαφίεται σε λεκτικές περιγραφές. Με έναν τρόπο όχι και τόσο ανοίκειο, ακόμη και σε σχέση με την τοπική εικαστική δημιουργία, θα τολμήσω να αναφερθώ στην απρόθετη σχέση με καλλιτέχνες όπως τον πρώιμο Παύλο και τον περισσότερο διεθνή Λουκά Σαμαρά· η Shapero καταφέρνει να δημιουργήσει κάποιο παράλληλο σύμπαν κυρίως μέσα από φορμαλιστική αναζήτηση, και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα μ' αυτό! Η δουλειά είναι πολύ καλή, απλά έτσι.

Σε πιο εξεζητημένο ουσιαστικά πλαίσιο εξελίσσεται η έκθεση Dark Victory, που έχει δανειστεί τον τίτλο της από την οµώνυµη ταινία του Edmund Goulding (από την Warner Bros), γυρισµένη το 1939, µε πρωταγωνίστρια την Bette Davis στο ρόλο της Judith Τraherne. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Hollywood, η ηρωίδα-ενσάρκωση της αµερικανικής οµορφιάς και γοητείας εµφανίζεται να 'ναι καταδικασµένη στον αργό και επώδυνο θάνατο από ανίατη αρρώστια αλλά, παρ' όλα αυτά, µέσα από τον προσωπικό της εφιάλτη όχι µόνο δεν χάνει το ενδιαφέρον της για τη ζωή αλλά και ερωτεύεται το γιατρό της Dr. Frederick Steele. Όπως η Judith, έτσι και οι καλλιτέχνες που συµµετέχουν στην έκθεση Dark Victory είναι, κατά τον επιμελητή της έκθεσης Δημήτρη Αντωνίτση, «φιλόδοξοι, αποφασιστικοί και ανατρεπτικοί μέσα από το εικαστικό τους έργο. Τα έργα τους έχουν εµποτιστεί µε την αµφισηµία της αµερικάνικης καθηµερινότητας, όπου τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο αλλά τα πάντα τελούν υπό αµφισβήτηση. Επαναστατούν στην αποσάθρωση της κοινωνίας, τη διάβρωση της πολιτικής και την αλλοτρίωση της θρησκείας µε µια µετα-Warholική ειρωνεία». Η σύνδεση με το πλαίσιο της ταινίας αποτελεί μια ιδιαίτερα πετυχημένη παραβολή προκειμένου να περιγραφεί η περιρρέουσα διάθεση της Ανατολικής Ακτής απέναντι στη σύγχρονη εικαστική κουλτούρα, και γι' αυτόν το λόγο αποτελεί μια ιδιαίτερα πετυχημένη επιλογή του επιμελητή. Το στήσιμο της έκθεσης και ο διάλογος των έργων μεταξύ τους επίσης αριστοτεχνικός, δεδομένης της δυσκολίας του χώρου. Λίγο πιο «σκοτεινά» να ήταν τα πράγματα -και εάν έπαιζε και καμιά φορά το DVD που παρουσιάζει την ταινία μέσα στο χώρο με δυνατότερη ένταση (αλλά δυστυχώς δεν λειτουργεί σχεδόν ποτέ, σύμφωνα με αλλεπάλληλες μαρτυρίες επισκεπτών)-, θα ήταν ακόμη καλύτερα. Το κλίμα είναι σίγουρα πιο ξεκάθαρα μουντό από αυτό στην Breeder, ενώ ταυτόχρονα η σχέση των έργων με οντολογικά ζητήματα και υπαρξιακές αναζητήσεις στη ρομαντική λογοτεχνία, στον Διαφωτισμό ή σε διάφορα διάσημα αναγνώσματα δεν αναφέρεται πουθενά εδώ, αλλά εννοείται. Μοιάζει να μπορεί κανείς να κάνει copy-paste ανάμεσα στα δελτία Τύπου και να στέκει. Τα έργα φυσικά, όπως σε κάθε ατομική, έχουν διαφορετική σχέση με την αναζητούμενη ποιότητα. Θα ξεχώριζα τους τρόπους των Hanna Linden και Nate Lowman, των οποίων τα ίδια έργα είδαμε και στην Ύδρα στις πετυχημένες εκθέσεις του Αντωνίτση), που περιγράφουν καίρια και ουσιαστικά την αμφισημία των καιρών μας, ενώ θα εμπιστευόμουν λιγότερο την περφόρμανς των THREEASFOUR, που μοιάζει να κόλλησε στον μανιερισμό ενός εφήμερου που ξεκίνησαν εδώ και καιρό προκειμένου να ξεπεραστεί άμεσα, ή του Michael Bevilacqua, που έχει δείξει παλαιότερα πολύ πιο ενδιαφέρουσες αναζητήσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις... μην χάσετε αυτές τις δύο πολύ καλές εκθέσεις, είτε ως θεατές είτε ως συνάδελφοι του εικαστικού· οι ευκαιρίες να βλέπουμε ζωντανά τις επιδραστικές τάσεις δεν είναι πάντα δεδομένες και πρέπει να υποστηρίζονται τώρα που κάτι πάει να γίνει...