Ρουφιέται σαν μυθιστόρημα. Τίποτε όμως στο «Γιώργος Σεφέρης - Περιμένοντας τον άγγελο» του Ρόντρικ Μπίτον δεν είναι επινοημένο. Kαρπός πολύχρονης έρευνας, το ομώνυμο έργο του Βρετανού νεοελληνιστή ήρθε το 2003 να προσφέρει ένα συνολικό πορτρέτο του νομπελίστα ποιητή όχι μόνο ως ανανεωτή της ελληνικής ποίησης αλλά και ως διπλωμάτη, του διπλωμάτη Σεφεριάδη, κατόχου επί σαράντα χρόνια καίριων πόστων σε ιστορικά κρίσιμες εποχές.

 

Όλως παραδόξως, μέχρι τότε, παρόλο που η βιβλιογραφία για τον Σεφέρη ξεπερνούσε τους 2.000 τίτλους, ελάχιστα είχαν γραφτεί για το τι έκανε ο ποιητής στην επαγγελματική του καριέρα και κατά πόσο οι εμπειρίες που άντλησε από αυτήν επηρέασαν το έργο του, τα πιστεύω του ή την ιδιωτική του ζωή. Κι ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να παρεμβάλλει στεγανά ανάμεσα στις δυο δημόσιες δραστηριότητές του, ο βιογράφος του επιχείρησε να φωτίσει ταυτόχρονα και τις δυο.

 

Για τον Βρετανό νεοελληνιστή, η δημοσίευση της βιογραφίας του Σεφέρη σήμανε το τέλος μιας «προσωπικής οδύσσειας» που κράτησε σχεδόν σαράντα χρόνια. Το 1965, στα 15 του, στο πρώτο του ταξίδι στη χώρα μας, ο Μπίτον άκουσε τη μελοποιημένη από τον Θεοδωράκη «Άρνηση» από το τζουκμπόξ μιας καφετέριας στη Μύκονο και, το 1969, έσπευσε να προμηθευτεί τη δίγλωσση έκδοση των Ποιημάτων του Σεφέρη, στην μετάφραση των Κίλι και Σέραντ. Έκτοτε δεν έπαψε να διαβάζει, να γράφει, να δίνει διαλέξεις, να μεταφράζει και να διδάσκει Σεφέρη στους φοιτητές του στο Κινγκς Κόλετζ του Λονδίνου, όπου κατείχε την Έδρα Κοραή για τη νεοελληνική και βυζαντινή ιστορία, γλώσσα και λογοτεχνία.

 

Όσο καιρό, πάντως, δούλευε τη βιογραφία του Σεφέρη, δεν έλεγε να φύγει απ' το μυαλό του το πιο γνωστό απ' όλα τα ποιήματα του νομπελίστα στο εξωτερικό, ο «Βασιλιάς της Ασίνης». Γιατί κι ο Μπίτον από τη μεριά του, στοιχειωμένος από μια απουσία, γύρευε τα χνάρια του ήρωά του, αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά του την «αφή του πάνω στις πέτρες»...

 

Μετά το θάνατο του Σεφεριάδη, ο Σεφέρης σκέφτηκε σοβαρά να εγκαταλείψει την διπλωματική του καριέρα και ν' αφοσιωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο. Το εκμυστηρεύεται μάλιστα και στον Τ.Σ. Έλιοτ, αλλά εκείνος τον αποθαρρύνει. 

 

Γραμμένο με «οξύνοια και γλαφυρότητα», σύμφωνα με τον Έντμουντ Κίλι, κι αρχικά προορισμένο για το διεθνές κοινό, το βιβλίο του Μπίτον πρωτοδημοσιεύτηκε το 2003 από τον Yale Univercity Press, σχεδόν αμέσως κυκλοφόρησε κι εδώ σε μετάφραση Μίκας Προβατά (εκδ. Ωκεανίδα), κι αν τα τελευταία χρόνια ήταν εξαντλημένο, μέσα στο 2021 θα επανεκδοθεί από τον Πατάκη συναντώντας μια νέα γενιά αναγνωστών.

 

Το βιβλίο δεν απευθύνεται αποκλειστικά στους λάτρεις της ποίησης κι είναι βατό ακόμα και σ' εκείνους που αγνοούν το σεφερικό έργο. Ωστόσο, οι μυημένοι σ' αυτό θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν από κοντά κάθε βήμα της λογοτεχνικής παραγωγής του Σεφέρη, από τη «Στροφή», τη «Στέρνα» και το «Μυθιστόρημα» («Τον άγγελο τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια...») ως τα «Τρία κρυφά ποιήματα».

 

Πιάνοντας το νήμα από το 1900, έτος γέννησης του ποιητή στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη, κι ακολουθώντας τα γεγονότα με αυστηρή χρονολογική σειρά ως τον θάνατό του το 1971 στην Αθήνα, ο Μπίτον φιλοτεχνεί ένα αποκαλυπτικό πορτρέτο του «Γιώργου», όπως τον αποκαλεί σ' όλη την έκταση του βιβλίου, αποφεύγοντας την παγίδα της εξιδανίκευσης. Μιλά και για το μεγαλείο και για τις αδυναμίες του. Στέκεται στην καταπίεση που δέχτηκε από τον πατέρα του, τόσο ως παιδί όσο και ως ενήλικος, εξερευνά την περίοδο της θητείας του στο υφυπουργείο Τύπου επί δικτατορίας Μεταξά, μιλά για τους πρώιμους έρωτές του καθώς και για τα σκαμπανευάσματα της σχέσης του με τη Μαρώ, για τις επαφές και την επιρροή που άσκησε σε ξένους ομοτέχνους του, όπως ο Ντάρελ και ο Μίλερ, ακολουθεί τα βήματά του από την Κορυτσά ως το Λονδίνο, εξετάζει τη στάση του στο Κυπριακό, μιλά για το πώς ενεργοποιούσε, όταν έκρινε σκόπιμο, τις γνωριμίες του, και δεν αποσιωπά ούτε το δύστροπο του χαρακτήρα του ούτε την κριτική που του ασκήθηκε από την Αριστερά. Εν αναμονή της επανέκδοσης του βιβλίου, ας σταθούμε σε μερικές από τις σελίδες του.

 

Τι έσπρωξε τον Σεφέρη στην ποίηση; Η πατρική καταπίεση, ισχυρίζεται ο Μπίτον. Η αφοσίωση στη λογοτεχνία ήταν «ένας τρόπος αντίστασης» απέναντι σ' έναν πατέρα που έτρεφε υπερβολικές αξιώσεις για τον πρωτότοκο γιο του. Νομικός και διεθνολόγος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έμπιστος του Ελευθερίου Βενιζέλου με ό,τι συνέπειες είχε αυτό την περίοδο του διχασμού, ο Στέλιος Σεφεριάδης –που από το 1929 συνέχισε τη δικηγορική του καριέρα στη Γαλλία, εγκαταλείποντας έτσι και τη συζυγική κλίνη– απαιτούσε από τον γιο του ν' ακολουθήσει τα δικά του επαγγελματικά χνάρια, κι ας ήταν κι ο ίδιος εραστής της ποίησης.

 

Nα 'ναι άραγε τυχαίο που το σταλμένο το '39 στον Σεφέρη αντίτυπο, έστω και χωρίς αφιέρωση, της συλλογής του πατέρα του «Απ' το συρτάρι μου», εντοπίστηκε από τον Μπίτον στη Βικελαία Βιβλιοθήκη με άκοπες τις περισσότερες σελίδες του; «Σ' ό,τι αφορούσε την ποίηση, πατέρας και γιος διακατέχονταν από αμοιβαία καχυποψία και κανείς δεν ήταν έτοιμος ν' αναγνωρίσει το ταλέντο του άλλου», γράφει.

 

Ρόντρικ Μπίτον: «Γιώργος Σεφέρης - Περιμένοντας τον άγγελο»
Ο Γιώργος Σεφέρης στο Προξενείο της Κορυτσάς, το 1937

 

Οι σχέσεις τους ουδέποτε υπήρξαν αρμονικές. Ο Σεφέρης, γεννημένος αριστερόχειρας που αναγκάστηκε να γράφει με το δεξί, όχι ιδιαίτερα προικισμένος μαθητής στο ελληνογαλλικό λύκειο Χ. Αρώνη στη Σμύρνη και με το ζόρι επιμελής φοιτητής των νομικών στο Παρίσι, θα συγκρουστεί με τον πατέρα του κι αργότερα, με αφορμή τη σχέση του με τη Μαρίκα Λόντου. Μια γυναίκα ήδη παντρεμένη, ντρόμπρα και διόλου διανοουμένη, απορριπτέα για τους οικείους του αλλά και τέλεια ενσάρκωση, εικάζει ο Μπίτον, του ιδεώδους που εξέφρασε ο ποιητής στο «Ένας γέρος στην ακροποταμιά»: «Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη...».

 

«Τα ταξίδια μου τα χρωστάω σ' ένα και μόνο άτομο, και ξέρω ποιο είναι» γράφει οργισμένος ο Σεφέρης στον Κατσίμπαλη, αντιμέτωπος με τον διορισμό του ως υποπροξένου στην Κορυτσά, αμέσως μετά το καλοκαίρι του '36, όπου συνδέθηκε ερωτικά με τη Μαρώ. «Μόνο στον Στέλιο μπορεί να αναφέρεται», σημειώνει ο βιογράφος του, «ο οποίος πράγματι ήταν η αιτία για πολλές επώδυνες μετακινήσεις του Γιώργου στο παρελθόν».

 

Τέσσερα χρόνια αργότερα πατέρας και γιος θα τσακωθούν ως προς την κυριότητα ενός από τα διαμερίσματα του πατρικού της οδού Κυδαθηναίων. Η τελευταία καταγραφή συνομιλίας τους στα ημερολόγια του Σεφέρη αφορά τη στάση του Στέλιου Σεφεριάδη όταν μαθαίνει πως ο γιος του θα παντρευτεί («αντίδραση παραπονεμένη»).

 

Είναι άγνωστο ποιοι παραβρέθηκαν σ' αυτόν τον γάμο όπου... «κουμπάρος ήταν ο Χίτλερ», όπως θα σαρκάσει ο ποιητής. Ο πατέρας του, πάντως, απουσίαζε. Όπως απουσίαζε κι ο Σεφέρης από την κηδεία του πατέρα του, στη Γαλλία, τον Αύγουστο του '51.

 

Μετά τον θάνατο του Σεφεριάδη, ο Σεφέρης σκέφτηκε σοβαρά να εγκαταλείψει τη διπλωματική του καριέρα και ν' αφοσιωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο. Το εκμυστηρεύεται μάλιστα και στον Τ.Σ. Έλιοτ, αλλά εκείνος τον αποθαρρύνει.

 

Εκείνο όμως που ο Σεφέρης δεν αποκαλύπτει στον Έλιοτ, σημειώνει ο Μπίτον, είναι πως την ίδια εποχή προσπαθεί να επιταχύνει την προαγωγή του στο υπουργείο! Για λόγους που παραμένουν σκοτεινοί, δεν αποδέχεται το μερίδιο της πατρικής κληρονομιάς που του αναλογεί κι ανησυχεί πολύ για τα χρήματα. Επιστρατεύει την Ιωάννα και τον Κ. Τσάτσο για να τον βοηθήσουν, γράφοντας παράλληλα και στον Ευάγγελο Αβέρωφ. Η προαγωγή δίνεται. Αλλά ο Σεφέρης θ' απογοητευτεί οικτρά: τον τοποθετούν στη Βηρυττό, θεωρώντας τον «bon pour l' Orient»...

 

Τι σχέση μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στην αυστηρά προσωπική ζωή του Σεφέρη και την αποστασιοποίησή του από τους κυβερνητικούς χειρισμούς για το Κυπριακό; Η απάντηση δίνεται, με κάθε επιφύλαξη, από τον Μπίτον στο κεφάλαιο του βιβλίου που καλύπτει την περίοδο 1955-1961.

 

Ρόντρικ Μπίτον: «Γιώργος Σεφέρης - Περιμένοντας τον άγγελο»
Για τον Βρετανό νεοελληνιστή Ρόντρικ Μπίτον, η δημοσίευση της βιογραφίας του Σεφέρη σήμανε το τέλος μιας «προσωπικής οδύσσειας» που κράτησε σχεδόν σαράντα χρόνια. Φωτ.: Γιώργος Αδάμος/LIFO

 

Το νησί και ο λαός της Κύπρου, που τόσο ύμνησε ο Σεφέρης στην ποίησή του, του αποκαλύφθηκαν στη διάρκεια τριών ιδιωτικών του επισκέψεων, το '53, το '54 και το '55, για να συνδεθούν αργότερα και με την κορυφαία στιγμή της διπλωματικής του καριέρας. Εκεί θα νιώσει την Ελλάδα πιο ευρύχωρη και θ' αναρωτηθεί: «Είμαστε άξιοι να διοικήσουμε την Κύπρο, χωρίς να βλάψουμε αυτόν τον κόσμο, κάνοντας τον καλύτερο, χωρίς να τον κάνουμε μια ελληνική επαρχία σαν την Κέρκυρα, σαν την Θεσσαλονίκη;».

 

Αν και πάντοτε επέμενε, όπως αναφέρει ο Μπίτον, ότι ήταν λάθος της ελληνικής πλευράς που δεν φρόντιζε να εξασφαλίσει την υποστήριξη της τουρκοκυπριακής μειονότητας, από το 1956 και μετά «ο Σεφέρης επιδοκίμαζε αναμφίβολα τη βίαιη δράση της ΕΟΚΑ και του Γρίβα». Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς τοποθετείται αναπάντεχα στην –αρμόδια και για το Κυπριακό– Β' Πολιτική Διεύθυνση του ΥΠΕΞ υπό τον Ευάγγελο Αβέρωφ.

 

Τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος μοιράζονταν την πεποίθηση πως αν γινόταν αποδεκτό από τον ΟΗΕ το αίτημα για τον αυτοπροσδιορισμό της νήσου, η Ένωση θα γινόταν πραγματικότητα. «Ο Γιώργος σίγουρα δεν πίστευε πως τα πράγματα ήταν τόσο απλά, αλλά πιθανότατα έδειχνε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στ' αποτελέσματα των κυβερνητικών προσπαθειών απ' όσο δικαιολογούσαν τα γεγονότα» σχολιάζει ο Μπίτον.

 

Από διπλωματικής άποψης, όλη αυτή η φάση της προετοιμασίας ήταν η καλύτερη στιγμή του. Πρώτη φορά συνεργαζόταν μ' έναν πολιτικό πρόθυμο ν' ακούσει και να εφαρμόσει τις απόψεις του. Την ώρα, εντούτοις, που ο Σεφέρης διορίζεται πρεσβευτής στο Λονδίνο, τον Μάιο του '57, ο συμβιβασμός είναι προ των πυλών και η Ένωση έχει αρχίσει να χάνεται από τον ορίζοντα.

 

Σ' αυτό ακριβώς το σημείο, όπου ο Σεφέρης βρίσκεται μέσα στη δίνη του Κυπριακού και η Μαρώ αντιμετωπίζει μόνη της το εχθρικό οικογενειακό του περιβάλλον στην Αθήνα, ο Μπίτον ανοίγει μια παρένθεση και βουτάει στα ενδότερα του ζευγαριού. Φαίνεται πως το 1958 ο Σεφέρης «μπλέχτηκε» με μια υπάλληλο της πρεσβείας. Και με το που έφτασαν οι φήμες στ' αυτιά της Μαρώς, εκείνη προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας, φροντίζοντας ωστόσο να τη βρουν πριν πάθει κάτι σοβαρό.

 

«Δεν υπάρχει καμιά απόδειξη για το τι ακριβώς συνέβη» ομολογεί ο Μπίτον. Απ' τη μεριά του, πάντως, εικάζει πως ένας από τους λόγους που ώθησαν τον Σεφέρη να ορθώσει το ανάστημά του διαφωνώντας με τους κυβερνητικούς χειρισμούς, ήταν για ν' ανακτήσει στα μάτια της γυναίκας του το χαμένο του κύρος! Το σίγουρο είναι πως ανήμερα τα Χριστούγεννα ο Σεφέρης στέλνει σχετική επιστολή στον Αβέρωφ, με αποτέλεσμα ν' αποκλειστεί από τη συνδιάσκεψη της Ζυρίχης που οδήγησε στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου στις 11/2/59, σφραγίζοντας έτσι τη μοίρα της Κύπρου. Όπως θα γράψει ο ίδιος στη Μαρώ, «πέρασα δύσκολες ώρες, από μέρους μου έκανα ό,τι μπορούσα. Έμεινα παστρικός»...

 

Ρόντρικ Μπίτον: «Γιώργος Σεφέρης - Περιμένοντας τον άγγελο»
Ο Γιώργος και η Μαρώ Σεφέρη στο σαλόνι του σπιτιού τους, Νοέμβριος 1963. Φωτό: Πρακτορείον Φωτογραφικών Επικαίρων «ΕΝΩΣΙΣ»/ Φωτογραφικό Αρχείο Γιώργου Σεφέρη - Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
 
 

 

Η βαρυσήμαντη δήλωση του Σεφέρη ενάντια στη χούντα μόνο αυθόρμητη δεν ήταν – κι ο Μπίτον δεν το κρατάει κρυφό. Τους πρώτους μήνες του '67 κι ενώ οι φήμες για επικείμενη δικτατορία φούντωναν, η «παλιά βενιζελική αντιπάθεια του Γιώργου για τη μοναρχία είχε σίγουρα αναζωπυρωθεί», αλλά «ούτε για τον Παπανδρέου έτρεφε καμία προσωπική συμπάθεια».

 

Την ημέρα του πραξικοπήματος ο ποιητής σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Προκόβουμε καταπληκτικά!». Ματαιώνει κάθε εκδοτικό του πλάνο, αρνούμενος όπως κι άλλοι επιφανείς ομότεχνοί του να υποβάλει τη δουλειά του στον έλεγχο των λογοκριτών. Μόνο τα ποιήματα του αδελφού του, Άγγελου, αφήνει να τυπωθούν. Κι ενώ με τη διαμεσολάβηση του Κίλι, έχει εξασφαλίσει μια σύντομη παραμονή στο Πρίνστον, τον Δεκέμβριο δέχεται την πιο τιμητική ίσως πρόσκληση απ' όλες μετά τη βράβευσή του με Νόμπελ το '63: έναν ετήσιο διορισμό στην έδρα της ποίησης Τσαρλς Έλιοτ Νόρτον στο Χάρβαρντ, απ' όπου είχαν περάσει μορφές όπως ο Έλιοτ, ο Στραβίνσκι και ο Μπόρχες.

 

Κι όμως την αρνείται. Η απάντησή του ήταν και η πρώτη ανοιχτή δήλωσή του ενάντια στο καθεστώς: «... Από την περασμένη άνοιξη λειτουργεί λογοκρισία στη χώρα μου. Και πεποίθησή μου είναι πως κανένα γραφτό δεν μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς ελευθερία της έκφρασης (...) Η κατάσταση του αυτοεξόριστου δεν με ελκύει. Θέλω να μείνω με τον λαό μου και να μοιραστώ τα γυρίσματα της τύχης του...».

 

Τα ίδια επιχειρήματα θα μπορούσαν να ισχύσουν και για την πρόσκληση από το Πρίνστον, παρατηρεί ο Μπίτον, αλλά αυτήν θα την αποδεχτεί. Ακόμα και στις ΗΠΑ, όμως, ο Σεφέρης δεν μπορεί να ξεφύγει από την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα. Έπειτα από μια δημόσια ανάγνωσή του στη Νέα Υόρκη (2/12/68), η δυσαρέσκεια του ακροατηρίου μπροστά στην επίμονη άρνησή του να τοποθετηθεί πολιτικά, εκφράζεται έντονα και εκείνος ενοχλείται πολύ. Στο δείπνο που ακολουθεί, επιχειρεί να δικαιολογήσει τη στάση του: δεν θεωρούσε σωστό να επικρίνει, εκ του ασφαλούς, σε ξένη χώρα, την κυβέρνηση της πατρίδας του.

 

«Η φύση του διλήμματος του Γιώργου στα τέλη του '68», γράφει ο Μπίτον, «περικλείεται λακωνικά σ' ένα δίστιχο, γραμμένο πιθανότητα την παραμονή της αναχώρησής του από τον Πρίνστον». Ο λόγος για το ποίημα «Από βλακεία»: «Ελλάς΄ πυρ! Ελλήνων΄ πυρ! Χριστιανών΄ πυρ! Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;»

 

Το σύνθημα των συνταγματαρχών, εξηγεί ο βιογράφος του, ευτέλιζε εντελώς ένα μοτίβο που απασχολούσε πάντα τον Σεφέρη, την υπογράμμιση δηλαδή της ιστορικής συνέχειας ανάμεσα στην αρχαιότητα και την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και της τεράστιας σημασίας που είχε αυτή η διττή κληρονομιά της Ελλάδας για τον σύγχρονο κόσμο.

 

Ρόντρικ Μπίτον: «Γιώργος Σεφέρης - Περιμένοντας τον άγγελο»
Φωτογραφίες στο σπίτι της οδού Άγρας. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, αρχές του '69, ο Σεφέρης ολοκληρώνει το ποίημα «Οι γάτες του Αϊ-Νικόλα». Το στέλνει στον Κίλι, που το μεταφράζει και το παρουσιάζει στην Αγγλία, το στέλνει και στην Κύπρο, τη μοναδική χώρα όπου μπορεί να το δει δημοσιευμένο στα ελληνικά. Οι προσδοκίες όμως των κριτικών και των φίλων του δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από πλάγιες πολιτικές αναφορές («Αιώνες φαρμάκι' γενιές φαρμάκι»). «Χρειαζόταν κάτι παραπάνω κι ο Γιώργος το ήξερε».

 

Την πολυαναμενόμενη δήλωσή του ο Σεφέρης την ετοίμασε μέσα σε πλήρη μυστικότητα. Όπως είχε εμπιστευτεί στην αδελφή του, είχε τρεις πιθανές ημερομηνίες στο μυαλό του για να την ανακοινώσει. «Δεν με νοιάζει η δεύτερη» του απάντησε η Ιωάννα. «Όσο πιο νωρίς, τόσο καλύτερα».

 

«Η δήλωσή του έπρεπε να φέρει την αυθεντικότητα της φωνής του και της γλώσσας του» γράφει ο Μπίτον. Γι' αυτό και τη μαγνητοφώνησε και την έστειλε λαθραία στο Λονδίνο για να μεταδοθεί από την ελληνική υπηρεσία του ΒΒC. Απ' όλο το κείμενο ο Μπίτον, στο βιβλίο του, παραθέτει τρεις μόνο φράσεις. Τις πιο αντιπροσωπευτικές αυτής της «ξερής, αφ' υψηλού επίπληξης» («Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή») και την τελευταία: «Παρακαλώ τον Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».

 

«Ήταν μια πράξη εξαιρετικής γενναιότητας, κι όχι μόνο επειδή παραβίαζε το επαγγελματικό ήθος μιας ολόκληρης ζωής» σχολιάζει ο Μπίτον. Ταυτόχρονα όμως, υπογραμμίζει και την ειρωνεία: ο ίδιος άνθρωπος που τώρα κατέφευγε σε ξένο ΜΜΕ για να καταγγείλει τη λογοκρισία, επί δικτατορίας Μεταξά λογόκρινε, από το πόστο του, τις αναφορές των ξένων ανταποκριτών!

 

Όντως, το 1938, αντί να επιδιώξει να παραμείνει στο προξενείο της Κορυτσάς, ο Σεφέρης είχε δεχτεί να τεθεί στην υπηρεσία του υφυπουργού Τύπου Θεολόγου Νικολούδη, ενός από τους πιο ένθερμους υποστηριχτές του Τρίτου Ράιχ. Η μόνη εξήγηση που δίνει ο Μπίτον γι' αυτό είναι η επιθυμία του Σεφέρη να ξαναβρεθεί με τη Μαρώ.

 

Η Μαρίκα Λόντου είχε ήδη αποφασίσει να εγκαταλείψει για χάρη του την οικογένειά της, παρά την απειλή του συζύγου της ότι θα της στερήσει τα παιδιά της. «Κι ο Γιώργος, για λόγους που δεν είχαν καμία σχέση με την πολιτική συμπάθεια, δέχτηκε μια δουλειά που στα μάτια πολλών, και τότε, και αργότερα, έμοιαζε συμβιβασμός με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου»...