No.1

Οι μάστορες της μικρής φόρμας: Συλλογές διηγημάτων που αξίζει να διαβάσετε

Οι μάστορες της μικρής φόρμας: Συλλογές διηγημάτων που αξίζει να διαβάσετε Facebook Twitter
O Αμερικανός Τομπάιας Γουλφ και ο Έλληνας Γιώργος Σκαμπαρδώνης
0

Το μαύρο απέριττο εξώφυλλο με τη λευκή γραμμή που στολίζει τη μεγάλη επιστροφή του Γιώργου Σκαμπαρδώνη στον πολύφερνο κόσμο του διηγήματος με το Ντεπό (από εκδόσεις Πατάκη) μοιάζει όλο και πιο ειρωνικό όσο βυθίζεται κανείς στο εσωτερικό του: εκεί αποκαλύπτεται ένας πολύχρωμος, πυρακτωμένος κόσμος, γεμάτος αντάρα και ορμητική διάρκεια, ένα καλωδιωμένο ρεύμα που διαπερνά τη μόνιμη αγωνία της ζωής. «Θα ζήσω» μοιάζει να λένε οι διάφοροι ήρωές του, η πωλήτρια, ο κυνηγός, η χήρα σε απόγνωση, ο συνταξιούχος, ο χαρλεάς, ο αντάρτης, ο μοναχός, ο βοσκός. Ένα memento mori αναβοσβήνει πάνω από κάθε ιλαροτραγική αφήγηση, σαν το γέλιο που βγαίνει σχεδόν αυθόρμητα σε κάθε κηδεία, σαν ο Αριστοφάνης να σέρνει από το χέρι τον Μιχαήλ Παλαιολόγο. Το βλέπεις στα υπέροχα «Λευκά Χριστούγεννα του 2003», με τους αντάρτες που πήγαν να πουν τα κάλαντα με την άδεια του Νίκου Ζαχαριάδη και βρέθηκαν σε ναρκοπέδιο, σε ένα κωμικοτραγικό ιντερμέδιο υπό το βάρος της Ιστορίας. Το ιλαρό στοιχείο διαφαίνεται και στο «Κούρεμα στον κύριο Παύλο», με τον εκλεπτυσμένο κουρέα του περίφημου «πρώτου λογοτεχνικού κουρείου της πόλης», που ο παππούς του ήταν αυτός που κούρεψε τελευταία τον Θανάση Κλάρα-Άρη Βελουχιώτη. Σημασία έχει πάντα η λεπτομέρεια, την οποία ο Σκαμπαρδώνης καταγράφει με τη μανιακή ζέση ενός φετιχιστή παντοκράτορα που ό,τι βλέπει γύρω του το κατέχει, σαν ένας σημαντικός σκηνοθέτης με εκκλησιαστική ευσέβεια και διονυσιακή παραφορά, δύο σε ένα. Επίδειξη γοητευτικού συγγραφικού θάρρους, σχεδόν θράσους, και ύψιστης τέχνης είναι το «Ένα κοπάδι αθερίνες» που καταγράφει την αναμέτρηση του κολυμβητή με το μικρό ψαράκι, απόδειξη πως το ανούσιο κρύβει, σχεδόν πάντα πίσω του, το μεγαλειώδες, τη βασική, θα λέγαμε, σκαμπαρδώνια οντολογική αρχή: «Οι αθερίνες έχουν μεγάλη αυτοπεποίθηση, παρ' ότι είναι τόσο μικρές, που σχεδόν δεν υπάρχουν παρά σαν φαεινές πιθανότητες ή σαν ελάχιστα ανύσματα. Τόσο αδύναμες που η σάρκα τους είναι περίπου διαφανής και μπορώ να δω τα εσωτερικά τους όργανα σε μια ορισμένη πρόσπτωση του φωτός, που τις διαπερνά πέρα πέρα λες και το κορμάκι τους είναι από αραιωμένο ασήμι ή από αργυρό ζελέ. Βλέπω τα κάπως σκούρα σπλάχνα τους εντός, σαν εγκάρσιες υδατογραφίες».


Πρόκειται σαφώς για μια ύψιστη αναφορά στην ανθρώπινη εμπειρία, καθώς ο διηγηματογράφος βγάζει ό,τι είναι σημαντικό από το μεδούλι της μικρής φόρμας: την έκπληξη που παραμονεύει σε κάθε γωνιά του φυσικού κόσμου, στο σιδηροβέργινο κλουβί με το χελιδονόψαρο και φόντο το όρος Άθω, στη στιγμή που στο Παγγαίο, δίπλα σε αρχαίες στοές ορυχείων, ένας εργάτης ρίχνει λιωμένο αλουμίνιο σε μυρμηγκοφωλιά. Σκηνές που πάντοτε αναδεικνύουν τη σημασία της λεπτομέρειας και της τελετουργίας, όπως συμβαίνει με τους βοσκούς που επιβραβεύουν το σκυλί τους που τα βάζει με τους λύκους. Ένα πρωτοχριστιανικό αλλά και αρχαϊκό συνάμα αξιακό υπόστρωμα προβάλλει σε κάθε ιστορία, βγαλμένο από τα έγκατα της Ιλιάδας και των μύθων, με τους άνδρες να μαζεύονται στα βουνά κάτω από τα περήφανα έλατα και η συμπεριφορά τους να μη διαφέρει από τα βιβλικά χρόνια, σκηνές όπου κυριαρχούν ο βοσκός, τα χωρατά, η τραγωδία και η πατριαρχική φιγούρα του παπά, η ραψωδία χ του Ομήρου και το κεφάλαιο 143 των Ψαλμών του Δαβίδ. Το παρελθόν ορίζεται μέσα από το σήμερα, το φανταστικό μέσα από το πραγματικό και η ιστορία του τόπου του συγγραφέα ανοίγεται σαν βιβλίο της Αποκάλυψης. Τέτοιο είναι το «Ολόγραμμα Τράγου», με τον λύκο Ρίτσο να τα βάζει με ένα ολόγραμμα του μοναδικού του αντιπάλου, του τράγου, το «Θανάτω θάνατον πατήσας», με τους μοναχούς που παίζουν παράνομα σμυρναίικα, το «Χρυσοσκάνδαλο Saint Etienne», με τη σκηνή με τα ξεκοιλιασμένα αγριογούρουνα να φαντάζει σαν σκηνή από την Κόλαση. Άλλωστε, μαζί με αυτή την αποχαλινωμένη, πλην όμως εντελώς ελληνική γλώσσα του Σκαμπαρδώνη, που σου χαρίζει, μαζί με το αντίδωρο, και το μεθυστικό κρασί, υπάρχει και ένα σκηνικό που δεν φοβάται τη φρίκη και γίνεται γοτθικό, αλλά πάντα με τον τρόπο του Παπαδιαμάντη. Έχει μέσα του λαγνεία, ποίηση και πίστη, αλλά και μια αισθαντικότητα που μπορεί να μετατοπίζεται από τα θυμιατά και τις ευωδίες της Εκκλησίας σε ένα ελληνικό duty free, ναι, duty free – π.χ. στα «Αρώματα Αερολιμένος», όπου κάθε άρωμα περιγράφεται στην εξέχουσα λεπτότητά του. Άλλωστε, πίσω από κάθε σκηνή υπάρχει η αντίσταση της ποίησης στην αναπότρεπτη επικράτηση του θανάτου. «Ο θάνατος είναι πιο φοβερός και από έναν ψίθυρο» γράφει ο Σκαμπαρδώνης σε κάποια ανεπαίσθητη σκηνή ενός διηγήματος και το μόνιμο κρυφτό που παίζουν οι ήρωές του με τον Άδη είναι τόσο παιγνιώδες και θεατρικό όσο ακριβώς ταιριάζει στα ανθρώπινα μέτρα: δεν είναι τυχαίο ότι οι Αρχαίοι δεν ήθελαν ποτέ να παραστήσουν στην τέχνη τους ανθρώπους νικημένους από τον «λυγρό» θάνατο αλλά από έναν θάνατο ήσυχο και όμορφο σαν την ερωτική ανάσα ενός ψιθύρου. Κι αυτό θαρρώ πως είναι το πολύτιμο ντεπό που αφήνει πίσω του ο Σκαμπαρδώνης.

H πιο κυνική επιβεβαίωση του ανθρώπου που αιωρείται στο κενό ακόμα και την ώρα του πάρτι – και αυτό το στοιχείο είναι που επιβεβαιώνει τον άκρως ειρωνικό τίτλο.

Στους πίνακες του Χόπερ, στις μοναχικές στιγμές μέσα στα μπαρ και στα απέραντα λιβάδια που βλέπουν στο πουθενά, υπάρχει ένα κυρίαρχο στοιχείο που ενώνει όλα τα πρόσωπα με τρόπο καταλυτικό: το κενό. Μια αίσθηση εγκατάλειψης που κυριαρχεί τη στιγμή της απόλυτης παρουσίας, η πιο κυνική επιβεβαίωση του ανθρώπου που αιωρείται στο κενό ακόμα και την ώρα του πάρτι – και αυτό το στοιχείο είναι που επιβεβαιώνει τον άκρως ειρωνικό τίτλο Η χαρά του πολεμιστή, τη συλλογή με μερικά από τα καλύτερα διηγήματα του Αμερικανού Τομπάιας Γουλφ, που μόλις κυκλοφόρησε από τον Ίκαρο σε μετάφραση Τάσου Αναστασίου και Γιάννη Παλαβού. Οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν σαν άλλοι ήρωες του Χόπερ, τόσο μακρινοί μεταξύ τους αλλά και τόσο κοντινοί, με συνδετικό κρίκο τη εσωτερική μοναξιά τους. Αποξενωμένοι και αλλότριοι σε ένα περιβάλλον που ποτέ δεν τους αφομοίωσε, ακόμα και όταν έμοιαζε να τους ορίζει πλήρως, άρτιοι στην ευθραστότητά τους ή στη φαινομενική δύναμή τους και απόλυτα τραγικοί ακόμα και στην καθημερινότητα: η καλοκάγαθη, αλλά εξαρτημένη από τα ναρκωτικά Έλεν, ο υποτιθέμενα άμεμπτος, αλλά κενόδοξος Μπρουκ, ο ερωτοχτυπημένος, αλλά αρνούμενος να το παραδεχτεί Ρίτσαρντ. Γεμάτοι αυταπάτες, εγκλωβισμένοι σε αναπόφευκτα διλήμματα, αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα μέσα από έναν παραμορφωτικό καθρέφτη: σαν τον καθηγητή που κατακρίνει τον συνάδελφό του ως μοιχό, ενώ σύντομα θα βρεθεί να απατά τη γυναίκα του ο ίδιος, ή σαν τον νεαρό που μέσα από τις ψεύτικες ιστορίες οριοθετεί τη δική του προσωπική αλήθεια. Στην πραγματικότητα, ο «Ψεύτης» είναι το διήγημα που αντικατοπτρίζει –όπως και το μυθιστόρημα Το παλιό σχολείο (εκδόσεις Πόλις)– την πνευματική κατάσταση του ίδιου του Τομπάιας Γουλφ, ο οποίος είχε μάθει από μικρός να στήνει ιστορίες και να αφηγείται ψεύτικα σενάρια για να αποφεύγει έναν ανυπόφορο οικογενειακό βίο. Ορατές στο διήγημα αυτό είναι, επίσης, η δυναστευτική παρουσία της μητέρας και η απουσία του πραγματικού πατέρα αλλά και η παρωδία της ψυχανάλυσης. Γιατί αν κάνουν κάτι τα διηγήματα του Γουλφ, είναι να εισέρχονται στο εσωτερικό του ψυχισμού με έναν τρόπο άρτιο, ύπουλο και γι' αυτό αποτελεσματικό –– χωρίς όμως να αναλύουν. Δείχνουν την άβυσσο, αρθρώνοντας εσωτερικές κραυγές που προς τα έξω ακούγονται σαν ψίθυροι και καταγράφουν τα όρια ενός κόσμου που από μακριά μοιάζει με παγωμένο τοπίο – από κοντά με κόλαση.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι τρεις φίλοι που εμπλέκονται σε μια ιστορία ηθελημένων ή μη πυροβολισμών, με τον έναν από αυτούς να τραυματίζεται σοβαρά και στη διαδρομή για το νοσοκομείο να αποκαλύπτονται μυστικά ζωής, ή οι τρεις στρατιώτες που βιώνουν κοινά αδιέξοδα και ένα τραγικό τέλος. Και εδώ τα στοιχεία της αυτοβιογραφίας είναι παραπάνω από έντονα, καθώς η θητεία του Γουλφ στον πόλεμο του Βιετνάμ άφησε ανεξίτηλο το ματωμένο ίχνος της πάνω στα γραπτά του και ενέπνευσε, εκτός από το διήγημα «Η χαρά του πολεμιστή», τον βραβευμένο με το Pen/Faulkner Κλέφτη του Στρατοπέδου (εκδόσεις Πόλις). Ο ίδιος, μάλιστα, πέρασε πολλά προτού καταλήξει καθηγητής Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο του Στράτφορντ και ένας από τους πιο περίοπτους συγγραφείς της χώρας του: δεν υπηρέτησε μόνο στο Βιετνάμ αλλά υπήρξε και πορτιέρης σε νυχτερινό μαγαζί, μπάρμαν, δημοσιογράφος. Βιώματα που τον κράτησαν μακριά από τον επιφανειακό κόσμο της διανόησης και της ψεύτικης συνθήκης των πανεπιστημιακών που περιγράφει με τόσο γλαφυρό τρόπο στο «Ένα επεισόδιο από τη ζωή του καθηγητή Μπρουκ», υπηρετώντας άρτια τους κανόνες των λεγόμενων «βρόμικων ρεαλιστών». Παρ' ότι οι τρεις ομότεχνοι κυνικοί –Κάρβερ, Φορντ, Γουλφ– αποποιήθηκαν την εν λόγω ταμπέλα που τους χάρισε το περιοδικό «Granta», ακριβώς γιατί δεν ήθελαν να χωρέσουν στην κλισέ επιγραφή κάποιας σχολής, η μεταξύ τους σύνδεση είναι παραπάνω από προφανής και κυρίως έχει να κάνει με την ανάδειξη της δύναμης της ουσίας και της απλότητας: τι χρειάζονται τα φτιασίδια, όταν η αλήθεια είναι τραγική και οι χαρακτήρες ολοκληρωμένοι; Ωστόσο, η μέριμνα για τη γλώσσα είναι και στους τρεις παραπάνω από προφανής κι έχει να κάνει με την αγωνία που νιώθουμε όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την αλήθεια μας και το αίσθημα του φόβου, που είναι η μοναδική απόδειξη πως είμαστε απόλυτα γυμνοί, θνητοί. Ανεξάρτητα από την ιδιότητά μας και από αυτό που ετοίμασε για εμάς η ίδια η ζωή, ίσως τελικά στον Γουλφ να είναι η μοίρα που μοιάζει με ασήμαντη λεπτομέρεια.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Βιβλίο
0

No.1

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

The Review / Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γράφει το μυθιστόρημα «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» που δίνει τον λόγο σε έναν δογματικό και βαθιά τραυματισμένο κομμουνιστή δικηγόρο, ο οποίος πολιορκεί τα γραφεία του ΚΚΕ απαιτώντας δικαίωση. Η Βένα Γεωργακοπούλου μιλά με τη μεταφράστρια και συγγραφέα Κατερίνα Σχινά για το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ