Ο εστέτ της οδύνης: Κάθε βιβλίο, κάθε κείμενο, κάθε λέξη του Ρολάν Μπαρτ (1915-1980) αποτελεί μύηση στη λεπταισθησία, στην ακρίβεια, στην επεξεργασμένη (ώστε να μην είναι ενοχλητική ή αλαζονική) οξύνοια. Από τον Βαθμό μηδέν της γραφής και τις Μυθολογίες μέχρι την Απόλαυση του Κειμένου και τον Φωτεινό Θάλαμο, περνώντας από τα συναρμολογημένα καλειδοσκοπικά αριστουργήματα, όπως τα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου και Ο Ρολάν Μπαρτ από τον Ρολάν Μπαρτ, ο Γάλλος στοχαστής άλλο δεν κάνει από το να γράφει το τεθλασμένο μυθιστόρημα της μεταπολεμικής σπαρασσόμενης, αλλά πάντα γενναίας και πολύτιμης ευαισθησίας. Κάθε του πόνημα κι ένα κεφάλαιο στο Βιβλίο της ευαίσθητης ανησυχίας (και της Ανήσυχης Ευαισθησίας) του δεύτερου ημίσεος του20ού αιώνα. Στα Ημερολόγια Πένθους (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκη), ο Μπαρτ κεντάει λεπταίσθητα το πένθος του για την απώλεια της λατρεμένης του μητέρας. Μια περιπλάνηση στην οδύνη και μια αυτοψία του χαμού μέσα από φράσεις-σπαράγματα για τον σπαραγμό. Αλλεπάλληλα χαϊκού της θλίψης και μαζί σαϊτιές ενάντια στον ασχημομούρη χάροντα.

 

«Απελπισία: η λέξη είναι υπερβολικά θεατρική, αποτελεί κομμάτι της γλώσσας. Μια πέτρα», γράφει στις 3 Απριλίου του 1978 ο Μπαρτ. Και μια βδομάδα μετά, σχολιάζοντας τι του προκάλεσε μια σκηνή της ταινίας Οι μικρές αλεπούδες με την Μπέτι Ντέιβις: «Όλη μου η παιδική ηλικία ξανάρχεται. Η Μαμά. Το κουτί με την πούδρα από ρύζι. Όλα είναι εδώ, παρόντα. Είμαι εδώ – Το Εγώ δεν γερνάει». Και στις 24 Ιουνίου, υπογραμμίζοντας συγκλονιστικά την πιο επονείδιστη αναπηρία των καιρών μας, την αναπηρία να πενθήσεις, και συνεπώς να αντιληφθείς την έννοια του χρόνου, ο Μπαρτ σημειώνει: «Στο εσωτερικευμένο πένθος δεν υπάρχουν σημεία. Είναι η πραγμάτωση της απόλυτης εσωτερικότητας. Όλες οι σοφές κοινωνίες, ωστόσο, επιτάσσουν και κωδικοποιούν την εξωτερίκευση του πένθους. Δυσφορία στη δική μας κοινωνία, στον βαθμό που αρνείται το πένθος».

 

Ο χρονικογράφος του περιοδικού: Αφού, το λοιπόν, Φίλες και Φίλοι, ξεκοκάλισα και τις 176 σελίδες του ελληνικού χρονικού Το Τελευταίο Τέταρτο (εκδ. Πόλις) του φίλτατου Τάκη Θεοδωρόπουλου, δεν μπόρεσα παρά να οδηγηθώ στο αδυσώπητο (για μας) συμπέρασμα ότι στα μισά του δρόμου της δεκαετίας του ογδόντα άλλο δεν κάναμε δυστυχώς από το να μεθοκοπάμε νυχθημερόν ανάμεσα στου Μπόκολα και του Ορφανίδη (οι μισοί από εμάς), και ανάμεσα στου Ορφανίδη και του Απότσου (οι άλλοι μισοί), ενώ, παραβιάζοντας κάθε λογής λογική κι ευαισθησία, διαβάζαμε για δεύτερη φορά (οι μισοί) και για τρίτη φορά (οι άλλοι μισοί) το τίγκα στα αδιανόητα τοπία Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης του τότε κάπως γνωστού Πάπα των Ηλεκτρολετριστών Ν.Γ. Πεντζίκη, ενώ ευτυχώς ο μόνος ξεμέθυστος και εχέφρων παρέμενε ο (και πάλι φίλτατος) Τάκης Θεοδωρόπουλος. Το κακό είναι ότι, αλίμονο, τα πράγματα δεν είπαν ν’ αλλάξουν και πολύ έκτοτε, κοντά τριάντα (τ ρ ι ά ν τ α!) χρόνια τώρα!

 

 

 

 

 

Η ερωμένη του Nέλσον Άλγκρεν: Ζηλευτός βίος ο πλούσιος σε εμπειρίες βίος. Και ο ελεύθερος βίος. Φυσικά, η Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν υπήρξε μονάχα ερωμένη του συγγραφέα που μας τσάκισε με το σκληρό αριστούργημα Ο άνθρωπος με το χρυσό χέρι και το A walk on the wild side, που ενέπνευσε τον Λου Ριντ, αλλά υπήρξε η σύντροφος της ζωής του Ζαν Πολ Σαρτρ και, κυρίως, μια πολύπτυχη προσωπικότητα, μια γυναίκα με ένταση και χαρακτήρα. Μόλις άρχισα να διαβάζω τη βιογραφία της Μποβουάρ από την Huguette Bouchardeau (Υγκέτ Μπουσαρντώ), την οποία έχει μεταφράσει η Μίνα Πατεράκη-Γαρέφη και κυκλοφορεί από τις επίμονα και θαυμαστά πολυτονικές εκδόσεις Κίχλη. Έσπευσα, βέβαια, δελεαστικό καθώς είναι το πράγμα, να περιπλανηθώ στο Ευρετήριο κύριων ονομάτων, να εντοπίσω εκείνους τους ωραίους τύπους που στάθηκαν στο πλευρό της Μποβουάρ και να απολαύσω τις σελίδες που μιλάνε για τον Μπορίς Βιαν και τον Νέλσον Άλγκρεν. Δυνατή η πένα της Μπουσαρντώ, ξέρει να καταγράφει έρωτες που απογειώθηκαν και αγάπες που έγιναν συντρίμμια στις ξέρες της καθημερινής ζωής, όπως έλεγε κι ο Μαγιακόφσκι: «Ιστορία γεμάτη πάθος αλλά και ατελείωτη οδύνη παρ’ όλη την ευτυχία που χαρίζει, διότι η απειλή του χωρισμού είναι συνεχώς παρούσα: χωρισμός γεωγραφικός (ένας υπερατλαντικός έρωτας), χωρισμός γλωσσικός (ο Άλγκρεν ούτε μιλάει ούτε γράφει γαλλικά), τελεσίδικη δήλωση αδυναμίας εκ μέρους της Μπωβουάρ, η οποία σκέφτεται πάντα τον εαυτό της ως Κάστορα, να συνομολογήσει με άλλον άντρα σύμφωνο πίστης ισχυρότερο από το σύμφωνο με τον Σαρτρ».