dante virgil Facebook Twitter
William Bouguereau, Δάντης και Βιργίλιος, 1850, Μουσείο Ορσέ

«Κωμωδία» των Γιάννη Στίγκα και Νικόλα Ευαντινού: Υψηλή ποίηση με φθαρτά υλικά

0

Αν ο Βιργίλιος και ο Δάντης τόλμησαν να τραβήξουν κουπί με τη βάρκα του Φλεγύα μπροστά στις κλειδωμένες πόρτες της Κόλασης αναγκάζοντας τους ίδιους τους αγγέλους να τους ανοίξουν την πόρτα στο υψηλότερο ποίημα που γράφτηκε στην Ιστορία, εδώ, σε μια άλλη περίπτωση, πιο χθόνιας αλλά άκρως ποιητικής Κωμωδίας, οι άγγελοι και οι δαίμονες κατοικούν ανάμεσά μας. Η συναινετική σαγήνη του περατού αναγκάζει δυο άλλους τολμηρούς βαρκάρηδες, τον Γιάννη Στίγκα και τον Νικόλα Ευαντινό, να χαράξουν ένα ποιητικό ταξίδι με αντίστοιχα αιχμηρά βάραθρα, με στοιχειωμένες μνήμες και καταραμένες συνειδήσεις. Σίγουρα η απόλυτη στέρηση, η μοναξιά, η απώλεια, η ενηλικίωση, η παιδικότητα, ακόμα και η τελευτή –όλες αφηρημένες έννοιες γένους θηλυκού–, δεν μπορούν να οριστούν με ακρίβεια παρά μόνο μέσω της ποίησης, η οποία μεταμορφώνει την πάντοτε απαραμείωτη και απρόσιτη ετερότητά τους σε ένα νόμισμα καθημερινής χρήσης – με μια έννοια, τις βεβηλώνει, αφαιρώντας τους τη διάσταση του ιερού. Και κάπως έτσι στήνεται, εν προκειμένω, ένα παιχνίδι φτιαγμένο και πάλι από δύο συνωμότες που καλούνται από την κοινή αναγκαιότητα της ποίησης να αποτιμήσουν όλα όσα λαμβάνουν χώρα στο Καθαρτήριο, στην Κόλαση και στον Παράδεισο, με άλλα λόγια να φτιάξουν, εφευρίσκοντας, έναν νέο κώδικα και έναν νέο κόσμο (όχι μέσα από 33 άσματα, όπως του Δάντη, αλλά από 99 & 1 ποιήματα), όπου το βλέμμα αντιστρέφεται, οι έννοιες εξολοθρεύονται και οι καθρέφτες και οι ομίχλες αποτελούν το απατηλό υπόστρωμα ενός κόσμου απόλυτα φασματικού, γι’ αυτό εξίσου αληθινού. Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται και οι έσχατοι έσονται πρώτοι, ενώ τα αντικείμενα αποτελούν εργαλεία μιας καθολικότητας –εργαλειοποιούνται, όπως θα έλεγε ο Χάιντεγκερ– και η παραμικρή λεπτομέρεια φωτίζεται ακόμα και στην πιο χθαμαλή της εκδοχή και ιδιότητα (γι’ αυτό είναι και η πιο σημαντική). Αυτή άλλωστε είναι η πλέον απτή ποιητική πραγματικότητα: το ατελείωτο στίφος που συνωστίζεται μέσα στο κρανίο μας και δεν μπορεί να εκδώσει ανεπίληπτο πιστοποιητικό καθαρότητας, δεν ξέρει από πού έρχεται και πού πηγαίνει, ξέρει όμως ότι το έχει στοιχειώσει «ένα όραμα που κοράκιασε», ένα νανούρισμα που γίνεται «εθελούσιο μαρτύριο εξαγνισμού» και άπειρες ανάλογες στιγμές και μνήμες που σβήνονται από μπόλικο αλκοόλ – «η μοναδική θρησκεία με άμεσα αποτελέσματα».

Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται και οι έσχατοι έσονται πρώτοι, ενώ τα αντικείμενα αποτελούν εργαλεία μιας καθολικότητας και η παραμικρή λεπτομέρεια φωτίζεται ακόμα και στην πιο χθαμαλή της εκδοχή και ιδιότητα.

Σε όλο το ταξίδι στην ενδοχώρα της Κωμωδίας (μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα), δηλαδή αυτού του ποιητικού σύμπαντος που έπλασαν με τη μορφή ενός μεταμορφωμένου λεξικού ο Γιάννης Στίγκας και ο Νικόλας Ευαντινός με «λήμματα» –επιμέρους καθαρτήρια άσματα ανάμεσα στην «Κόλαση» και στον «Παράδεισο»–, διακρίνονται υπόγειες διαδρομές, συνομιλίες και σκευάσματα, κινητά σημεία και ριζωματικές γραμμές που περιπλέκονται σαν αναρριχητικά φυτά «που σε κάνουν να μισείς τα τριαντάφυλλα», όπως και διάφορα «τούνελ λειψά/τούνελ κυκλικά/τούνελ αδιέξοδα/τούνελ που δεν είναι τούνελ», που δεν είναι παρά «μινιμαλιστικά μνημεία μεταφυσικής».

KOMODIA
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Γιάννης Στίγκας - Νικόλας Ευαντινός, Κωμωδία, σελ. 144, Εκδόσεις Άγρα

Σε αυτό το αριστοτεχνικά στημένο ποιητικό αρχιτεκτόνημα, που είναι συνάμα μεταφυσικό και ρεαλιστικό, μεταφορικό και κυριολεκτικό, κωμικό και μακάβριο, υπάρχουν υγρασίες, αλλά και άπειροι καθρέφτες, ενώ αντί για προβλέψιμα ανθρωπίνων διαστάσεων όντα διακρίνονται κάθε λογής παράξενα πλάσματα, όπως πεταλούδες, ούφο, μπακαλιάροι, κουκουβάγιες, δεκαοχτούρες και κόκορες (με πιο ανθρώπινες ιδιότητες, όπως θα έλεγε ο Κάφκα, από τους ανθρώπους). Πάνω από αυτό το σπαρμένο με πετρέλαιο σύμπαν –ιδού άλλος ένας καθρέφτης!– οι ψυχές κρέμονται με παράξενα «Μανταλάκια» – συστατικά στοιχεία μιας νέας οντολογικής ταυτότητας που θα μπορούσε να αντικαθιστά την παλαιά μεταφυσική: «Εκφυλισμένο/βασανιστήριο των δαχτύλων. Οικιακή ξόβεργα./Φτηνή μαθητεία – πώς να πιπιλάς/τον δείκτη/αντί του αντίχειρα./Να σ’ το πω απλά; Αν απ’ το πλαστικό/απορρέει η πλαστικότητα/θα σωθούμε./Εάν το αντίστροφο/θα δεις/την ψυχή σου να στεγνώνει/μαζί με τ’ άλλα εσώρουχα». Κάποια στιγμή πάλι μπορεί κανείς να δει να απλώνεται ένα ουράνιο τόξο «απαρχαιωμένο/αντιπυραυλικό σύστημα των αγγέλων/όποτε θέλουμε, τους συντρίβουμε».

Αποφασισμένοι, λοιπόν, να εκτοπίσουν τους αγγέλους και τους δαίμονες και να προκρίνουν έναν νέο κόσμο, οι δυο ποιητές φίλοι άλλοτε βουτούν στον βυθό, άλλοτε τρέχουν με πατερίτσες και άλλοτε υπερίπτανται με ένα διαφορετικό «Ζέπελιν» πάνω από παράξενα «Ερείπια»: «Όλα τους, απ’ το Stonehenge/ως τους μύλους του Νικηθιανού στο Μεραμπέλλο,/είναι συνδεδεμένα με τα κενά μνήμης/όπως λέγονται οι αποστάσεις ανάμεσα στις όρθιες πέτρες τους-/και δημιουργούν έναν παγκόσμιο εγκέφαλο τον οποίο/αν κατορθώναμε ποτέ ν’ ανασυστήσουμε/θα γινόμασταν μισοί πίθηκοι μισοί αστρόσκονη/και θα μιλούσαμε μια γλώσσα φτιαγμένη από το πέταγμα των γερανών./Επειδή όμως αυτά δεν γίνονται,/ας πούμε/πώς το χαμομήλι και ο νεκρός σκορπιός/κάνουν τους σωριασμένους λίθους/τόσο έμψυχους/που αν κάποιο παιδί ανέβει πάνω τους/από χαζομάρα ή για να κοιτάξει τη θέα/κινδυνεύει να γκρεμοτσακιστεί και να σηκωθεί/τουλάχιστον σαραντάρης». H παιδικότητα ως ο επιούσιος του αέναου παιχνιδιού δεν διακυβεύεται σε καμία περίπτωση, όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να τη σβήσει από τις μνήμες με μια φανταστική «Γομολάστιχα», ένα «βιομηχανικό αντικείμενο/πλήρους παραδοξότητας» που, στην πραγματικότητα, μπορεί να αποδειχτεί πολύ πιο επικίνδυνο και κοφτερό από μια γκιλοτίνα, αλλά και από την ίδια την «Αγάπη» που «είναι το σκοτεινό και μυστηριώδες/Τσεκούρι».

Γιάννης Στίγκας
Γιάννης Στίγκας

Σε αυτό το ατελείωτο φρανκενσταϊνικό εργαστήρι –ένα imperium sine fine– τα εργαλεία είναι κυρίαρχα, όπως γκιλοτίνες, πριόνια και τσεκούρια, ενώ αυτοί που τα χειρίζονται ως κατασκευαστές-ποιητές στο τέλος ανάγονται σε οδηγούς μιας νέας «Μπουλντόζας» στο εσωτερικό της γλώσσας που ισοπεδώνει προστακτικές και ρήματα. Πρόκειται ουσιαστικά για την εφεύρεση μιας νέας ομιλίας που διαμορφώνει τους δικούς της γραμματικούς κανόνες και σίγουρα εκπέμπει διαφορετικές συναρμογές και εννοιολογικές υποδηλώσεις, έχει τα δικά της τεχνάσματα, τραυλίσματα, κραυγές, σχεδόν ζωικές συν-αρθρώσεις («τα σσσςςςς συρίζουνε σαν τη νυχτερίδα που σου ’στειλα»). Τα πάντα ακούγονται διαφορετικά, ακόμα και ο ήχος από μια μικρή φλεβίτσα που σπάει σε κάποιο μέτωπο, το «τσικ τσικ» μιας τσίχλας που «γίνεται μετρονόμος του πιο άγριου ύπνου σου», το άκουσμα από το «Ραδιόφωνο» που δεν είναι παρά «ένα ταπεινό κλουβάκι/για τριζόνια, ακρίδες, τζιτζίκια/και άλλα αβάπτιστα έντομα/που αποκαλούμε παράσιτα».

Όπως αρμόζει σε μια Κωμωδία τέτοιας παράδοξης μεταφυσικής χροιάς και προέλευσης, εν προκειμένω, έχουν καταργηθεί όχι μόνο οι κοσμικές ευπρέπειες αλλά και οι εύλογες αντιδράσεις και οι επιμέρους επιλογές και απλώς επιβάλλεται μια κοινή πορεία και κατεύθυνση –κοινώς, μοίρα– που ενώνει τις ετερότητες και τις διάσπαρτες στιγμές, διαπερνώντας κυριολεκτικά και τα τρία στάδια του Επέκεινα (Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος) έστω και μέσα από την τυχαιότητα. Εφόσον το μέλλον είναι κάπως αβέβαιο, αν όχι εντελώς σαθρό, το μόνο που μένει είναι η ανάμνηση, το αμυδρό αποτύπωμα μιας μνήμης που απλώνεται ως εκ τούτου διαρκώς σαν «Ίσκιος» – που είναι «το ορατό κομμάτι της ψυχής» που «μπορεί να σ’ ακολουθεί τυφλά, αλλά αυτό δεν αποκλείει την αμφισβήτηση» και «άμα παλέψεις μαζί του, συγχρονίζεται./Δεν θα το συνιστούσα./Όσοι πάλεψαν με τον ίσκιο τους τρελάθηκαν, έγιναν ερημίτες-δεν υπάρχει πιο παρθένα βεβήλωση,/μια αγιότητα να τηνε βράσει ο ήλιος,/ένας εγωισμός/βιβλικής αύρας-».

ευαντίνος
Νικόλας Ευαντίνος

Σε αντίθεση με την επιλογή μιας εξατομικευμένης, ναρκισσιστικής, ως είθισται, ποιητικής πραγματικότητας (που πάντα, εδώ που τα λέμε, υποπίπτει σε ένα ωφελιμιστικό υπόστρωμα), η αντεστραμμένη θεοκρατία των βροτών που προτάσσουν οι Στίγκας και Ευαντινός προέρχεται αποκλειστικά από την αλήθεια των σωμάτων και των πραγμάτων: ο «Αχινός», για παράδειγμα, ανάγεται σε «Ένα πανανθρώπινο βίωμα», αυτό που ο αξέχαστος ποιητής θα έλεγε μοίρα, θάνατος και πέτρα. Στον κόσμο της νέας Κωμωδίας επικρατεί ένα ύφος αποκαλυπτικό μεν, αλλά μπολιασμένο με την αφ’ υψηλού ειρωνεία του πραγματικού δημιουργού, όπως στη «Σπασμένη Στάμνα» του Κλάιστ, ο οποίος επέμενε στην κωμική αντί για την τραγική εκδοχή του δράματος του Σοφοκλή (ναι, εδώ υπάρχει πολύς Κλάιστ, όπως υπάρχει και Κάφκα, Μπόρχες και Καμύ, αλλά φυσικά και Χούλιο Κορτάσαρ, ο οποίος εμπνέει το ψευδεπίγραφο ετερώνυμο στο καταληκτικό, χειρόγραφο ποίημα-σημείωση της συλλογής που ακολουθεί τον αριστουργηματικό «Παράδεισο», για τον οποίο θα έπρεπε να γραφτεί μια ολόκληρη πραγματεία).

Τελικά, αυτοί οι δυο ποιητές –Στίγκας και Ευαντινός– δεν εμφανίζονται απλώς ως ιχνηλάτες της νέας τάξης του τυχαίου αλλά ως φανατικοί της εντροπίας και διεστραμμένοι «Σαμποτέρ» (βλ. ομώνυμο ποίημα), οι οποίοι βλέπουν τον κόσμο αλλιώς, αποδίδοντας μια παράξενη δικαιοσύνη με μοναδικά τους όπλα απλά, φθαρτά υλικά και με ήρωες παράξενους παλαιστές του δρόμου, ανυπεράσπιστους δαίμονες, θαυματουργά τέκνα που ενηλικιώνονται με τρόπο απότομο και βάρβαρο. Ως εκ τούτου, η Κωμωδία είναι τελικά άκρως πολιτική, αλλά με τους δικούς της όρους. Άλλωστε, όπως εξαγγέλλεται πανηγυρικά στον «Παράδεισο» –το τελευταίο πανηγυρικό τμήμα του βιβλίου–, η ποίηση μετριέται με τους χτύπους ενός ρολογιού που «θα προτιμούσε να αδικήσει παρά να αδικηθεί». Θα επέμενε, όμως, πάντα να εξαγνίζει και να εξαγνίζεται –θα προσθέταμε εμείς– μέσα από αυτό το βέβηλο, γι’ αυτό και εξαιρετικά αθώο, ευαγγελικό ανάγνωσμα.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ