Κάρολος Τσίζεκ και Ζαν Ματέρν

Κάρολος Τσίζεκ και Ζαν Ματέρν Facebook Twitter
0

Κωστής ΠαπαγιώργηςΗ λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις

του Καρόλου Τσίζεκ

Εκδόσεις Κίχλη, σελ.: 221, τιμή: €13,00

Το ύφος του Τσίζεκ, ενός συγγραφέα οικείου και εξίσου ξένου, παρά το γεγονός ότι έζησε και έγραψε στη Θεσσαλονίκη, θυμίζει τον χαρακτηρισμό «άνθρωπος για όλες τις εποχές». Γεννιέται στην Μπρέσια της Ιταλίας από Τσέχους γονείς, εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη και, χωρίς να χάσει την επαφή του με τη χώρα του, το '87 αποκτά την ελληνική ιθαγένεια. Αν σκεφτούμε λίγο ότι η περιοχή της Αυστροουγγαρίας κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου διαλύθηκε κυριολεκτικά από την προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων και κατόπιν από την κυριαρχία των Σοβιετικών, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί πάσα δυστυχία αποζητά τον αφηγητή της. Ποια αφήγηση ακριβώς; Αν ο (εσωτερικά) εξόριστος Τσίζεκ στρεφόταν στην αφήγηση των συντριπτικών χτυπημάτων που δέχτηκε η χώρα του, πιθανότατα θα είχαμε να κάνουμε με μια παραλλαγή γνωστών αφηγήσεων.

Γράφει ο Τσίζεκ: «Ήρθε η Κατοχή και παραδώσαμε κι εμείς το κυνηγετικό μας όπλο. Ο πατέρας μου, ωστόσο, μπόρεσε να το ξαναπάρει –όχι ακριβώς το δικό του, αλλά το δωδεκάρι κάποιου άλλου– από την αποθήκη όπου ήταν στοιβαγμένα, χάρις στις ενέργειες ενός Γερμανού συναδέλφου του, του Βίνκλερ, που εργαζόταν κι αυτός ως μηχανικός στην καλτσοβιομηχανία των αδελφών Μοδιάνο, στο νεότερο όμως τμήμα της, όπου πλέκονταν κατά δωδεκάδες σε νέου τύπου μηχανήματα γυναικείες κάλτσες με ραφή. Τα επερχόμενα γεράματα, μαζί με την έλλειψη τροφίμων, είχαν ξυπνήσει στην ψυχή του Βίνκλερ, που ελάχιστες φορές μας είχε επισκεφθεί με την πανέμορφη γυναίκα του στη μονοκατοικία με κήπο που νοικιάζαμε στην οδό Τζαβέλλα, το ένστικτο του κυνηγού. Ήταν, όμως, πέρα για πέρα άπειρος και του χρειαζόταν δάσκαλος και συνοδός. Σε ποιον άλλον να αποταθεί αν όχι στον πατέρα μου; Μπορεί, βέβαια, η ηλικία και οι κατοχικές στερήσεις να είχαν αρχίσει να τον καταβάλλουν, αλλά το κυνήγι εξακολουθούσε να τον ελκύει όπως παλιά, χώρια που μας έδινε τώρα την ευκαιρία να φάμε λίγο κρέας, που από καιρό είχε εξαφανιστεί απ' το τραπέζι μας. Από ανάγκη μαγειρεύαμε πότε-πότε καμιά χελώνα, αντάξιο υποκατάστατο της κότας».

Κυλώντας τη χιονόμπαλα της αφήγησης, ο Τσίζεκ θα επιδείξει μερικές σπάνιες αρετές. Όταν η πρόζα έχει προκύψει από εσωτερική ανάγκη και όχι από αναγνωστική πείρα, τα πιο κοινά πράγματα μοιάζουν πρωτοφανή και η παρουσία του αφηγητή δανείζεται χρόνο για να φτιάξει τον ιδιωτικό της κόσμο. Η πρόζα δεν γεννιέται από μεστωμένη πρόθεση, αντίθετα κερδίζει τον εαυτό της από αράδα σε αράδα, για να διαβάσει τελικά το πρόσωπό της στην ολοκλήρωση του κειμένου. Το τάλαντο, με άλλα λόγια, δεν είναι χρυσάφι μόνο, είναι και ζυγαριά όπου τα πάντα ζυγιάζονται από τη γραφίδα του γραφιά.

Τις απίθανες καταστάσεις, όπως τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τους φούρνους, ο Τσίζεκ δεν τα έζησε παρά από δεύτερο (αφηγηματικό χέρι). «Ο φίλος μου Ντάνυ Μπεναχμίας γύρισε απ' το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, όπου τον είχαν βάλει να δουλεύει στους φούρνους. Δεν ζει πια σήμερα, όμως μια Αμερικανίδα δημοσιογράφος, η Ρεμπέκκα Καμχί Φρόμερ, κατέγραψε την οδύσσειά του. Εγώ θυμάμαι, δυστυχώς όλο και πιο αμυδρά, τις αφηγήσεις του, με πρώτη τη διαπίστωση ότι στο στρατόπεδο από άνθρωπος γίνεσαι αριθμός, καθώς και μερικά χαρακτηριστικά περιστατικά της ναζιστικής κτηνωδίας, όπως εκείνο με την Εβραιοπούλα που, σε ένα παραλήρημα αγωνίας ή πρόκλησης μπροστά στον επικείμενο θάνατο, άρχισε να τραγουδά το βαλς του Στράους "Ο ωραίος γαλάζιος Δούναβης" και ο φρουρός που την εκτέλεσε με το οπλοπολυβόλο συνέχισε τον λικνιστικό σκοπό απ' το σημείο που είχε διακοπεί».

Ο Τσίζεκ μπορεί να ανασύρει θηριωδίες και άγρια περιστατικά, μόνο που επιτυγχάνει να τις περιγράψει με ιδιωτικές συγχορδίες, άνευ των οποίων το γεγονός θυμίζει προσωπογραφία χωρίς μάτια. Απόδειξη η ακόλουθη παράγραφος: «... τα μάτια θεωρούνται καθρέφτες της ψυχής, έτσι άφηνε να πλανιέται στον αέρα η αόριστη εντύπωση ότι αυτή η ψυχή έκρυβε μέσα της κάτι βαθύτερο και μυστηριώδες, που ωστόσο δεν ήταν εύκολο να το αντιληφθείς».

Ο Τσίζεκ ήταν άριος, αβάπτιστος και αθρήσκευτος, κατά τη γραπτή δήλωση του πατέρα του. Πιθανότατα γι' αυτό παρακολουθούμε έναν άνθρωπο συνετό που ανταλλάσσει τις περιγραφές του με εκρήξεις μαύρου χιούμορ που παρά ταύτα αποδίδουν δευτερευόντως μιαν εκπληκτική σοβαρότητα. «Εμείς θάλασσα δεν έχουμε», λέει στον διπλανό του, «ωστόσο έχουμε έναν εφευρέτη της προπέλας!». «Μα, ούτε και οι Ούγγροι έχουν θάλασσα» μου απαντά. «Ο Στέφανος Τυρ, που συμπολέμησε με τον Γαριβάλδη, εκπόνησε τα σχέδια για την κατασκευή της κλιμακωτής διώρυγας του Παναμά, ενώνοντας τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Επίσης, ένας συμπατριώτης του Τυρ, ονόματι Μπέλα Γέρστερ, κατόρθωσε να δώσουν τα χέρια το Ιόνιο με το Αιγαίο χάρη στον Ισθμό της Κορίνθου... Έτσι εξηγείται και το πάθος των Κεντροευρωπαίων για τη θάλασσα». Και προσθέτει: «Θα δίναμε ευχαρίστως τη Σλοβακία για λίγη θάλασσα». Οι Τσέχοι έχουν ένα ιδιότυπο χιούμορ...

Ιδού το παράδειγμα του χαράκτη Γιόζεφ Σάσκα, ο οποίος δεν ήθελε να γίνει μέλος του Kομμουνιστικού Kόμματος. Ο λόγος ήταν απλός: ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής, αλλά, επειδή σε κάποια συνεδρίαση διαφώνησε, τον ξαπόστειλαν. «Πώς θέλετε, λοιπόν, εγώ να γίνω μέλος του κόμματος;».
Μεστό και οξύ το επίμετρο του Αλέξη Ζήρα.

Από μέλι και γάλα

του Ζαν Ματέρν, μτφρ.: Εύα Καραϊτίδη

Εκδόσεις Εστία, σελ.: 121, τιμή: €12,00

Τη λογοτεχνική και άλλη αφήγηση που εγκαινίασαν οι πατεράδες ως αυτόπτες μάρτυρες των διωγμών του Πολέμου τη συνεχίζουν, καθώς φαίνεται, τα παιδιά με δοτές παραστάσεις και ανεξάντλητα αισθήματα. Κι εδώ, όπως στην περίπτωση του Τσίζεκ, έχουμε ως θέατρο απόγνωσης μέσα κι έξω από τα σύνορα της Αυστρίας που φτάνουν ως την Τιμισοάρα. «Η κομμουνιστική Ρουμανία μας είχε απορρίψει, ξεράσει, φεύγαμε για να γλιτώσουμε τη φυλακή ή τη δυστυχία, ο Ντε Γκωλ μας θυμήθηκε πάνω στην ώρα». Ισχύει, τάχα, η ρητή σκέψη του αφηγητή όταν λέει ότι σε όλη του τη ζωή αρνήθηκε την αυταρέσκεια των αναμνήσεων;

Απροστάτευτη τόσο από τους Γερμανούς όσο και από τους Ρώσους, η οικογένεια –με όλους τους Σουαβούς της Τσάκοβα– συζητούσε σοβαρά αν θα έπρεπε να πάει μαζί τους ή να μείνει στον τόπο. «Όπου να 'ναι οι Γερμανοί θα αρχίσουν ν' αναρωτιούνται αν ήμασταν με το μέρος τους ή όχι, γιατί σε μια πόλη όπου οι Ρουμάνοι, οι Σέρβοι και οι Ούγγροι ήταν όσοι και οι Σουαβοί το ερώτημα είχε τη σημασία του...». Φυλές, εθνικότητες, προελαύνοντες στρατοί και διαφορετικές γλώσσες πολιορκούν το ζεύγος που, παρά τη γενική σύγχυση, υπαγορεύει στον άνδρα την απόφαση να κάνει τη ζωή της συζύγου του «μέλι και γάλα».

Οι μετατοπίσεις στη γεωγραφία άλλαζαν αυτομάτως τόσο τη γλώσσα όσο και την πολιτική «ταυτότητά» τους. «Συνεργάτης ή αντιστασιακός, ήμουν εκ των πραγμάτων αποκλεισμένος από το καινούργιο παιχνίδι το οποίο μοίραζε τα θεωρεία και τα βοηθητικά καθίσματα στο θέατρο της μεταπολεμικής γαλλικής κοινωνίας». Ο αφηγητής δεν υποκρίνεται. Όντας Γάλλος μερικών μηνών, απόκτησε και γαλλικές απόψεις. Έπρεπε να δοθούν πίσω οι αποικίες; Αυτό διδάσκει η Ιστορία, ωστόσο δεν έπρεπε να ξεβρακωθούν κιόλας ενώπιον των Αράβων! Άλλωστε, μόλις και μετά βίας μάντευε προς τα πού πέφτει η Αλγερία... Με τη νίκη του ΚΚΓ το 1956, ο αφηγητής αναρωτιέται αν οι Αλσατοί πρόγονοί του είχαν όντως γλιτώσει από τον κομμουνισμό προσφέροντάς του μια μακρινή γαλλική καταγωγή, ήτοι μια χώρα υποδοχής.

Μόλις δεκαπέντε χρόνων, ο αφηγητής –ορφανός από μητέρα, μόνος, με μια υπερήλικη γιαγιά– αναθυμάται ότι η αντίστασή του απέναντι σε έναν Γερμανό στρατιώτη τον έκλεισε σε ένα κελί όπου βρισκόταν το γενικό στρατηγείο του γερμανικού στρατού. Αγνοούσε αν ο πατέρας και τα αδέρφια του ζούσαν ή πέθαναν. Εντούτοις, στον εσωτερικό του ζυγό ένιωθε ότι το σώμα του κρατούσε τη μνήμη από τις στιγμές της ελευθερίας και της μαγείας. Τελικά, ο Στεφάν, ο άνθρωπος της μουσικής, θα τον σώσει, πείθοντας τον Γερμανό αξιωματικό ότι όλα οφείλονταν σε μια παρεξήγηση – ήμουν, όπως εκείνος, ένας καλός Γερμανός!

Η τεχνική του Ζαν Ματέρν, που συνυφαίνει τη ζωή μιας οικογένειας με τις απίθανες εξελίξεις της γερμανικής επίθεσης και της τελικής της πανωλεθρίας, μπορεί να μην είναι καινούργια, ωστόσο παρουσιάζεται με μιαν απλότητα, λες κι έρχεται σε επαφή με την ίδια τη ζωή.

«Χρόνια αργότερα έμαθα από τι γλίτωσα, πηγαίνοντας παραταύτα στη Βιέννη. Πάνω από σαράντα χιλιάδες πολίτες πέθαναν κατά την πολιορκία της Βουδαπέστης, που ξεκίνησε τελικά στις 29 Δεκεμβρίου, και οι μάχες υπήρξαν φονικές για τους τέσσερις στρατούς. Ρώσους και Ρουμάνους από τη μια, Γερμανούς και Ούγγρους από την άλλη. Τα δύο τρίτα της πόλης μετατράπηκαν σε ερείπια, οι γέφυρες καταστράφηκαν, αρρώστια κι ερήμωση παντού. Το χειρότερο, χάρη στη βραδύτητα του σοβιετικού στρατού, που είχε σωρευτεί στις εισόδους της πόλης συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις του πριν από την τελική επίθεση, οι φανατικοί Ούγγροι φασίστες πρόλαβαν να πραγματοποιήσουν αυτό που η Ουγγαρία αρνιόταν μέχρι τότε στους Γερμανούς συμμάχους της: να στήσουν ένα γκέτο και να οργανώσουν εν συνεχεία μια πορεία θανάτου προς τα στρατόπεδα της Αυστρίας με πάνω από εβδομήντα χιλιάδες Εβραίους. Το παραλήρημα του μίσους τους είχε στηθεί τόσο καλά που, ακόμα και στην κορύφωση των μαχών ενάντια στον Κόκκινο Στρατό, στο χείλος του γκρεμού, δεν παρέλειψαν να οργανώσουν τη σύλληψη είκοσι χιλιάδων ανθρώπων στο γκέτο για να τους δολοφονήσουν στις όχθες του Δούναβη. Βουβός θεατής της ανθρώπινης τρέλας, ο ποταμός ως τελευταία κατοικία. Τάφος που σύντομα θα γίνει πάγος...».

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Βιβλίο / «Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Η κορυφαία συγγραφέας της Αργεντινής, Σέλβα Αλμάδα, μιλάει στη LiFO λίγο πριν από την άφιξή της στη χώρα μας με αφορμή το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας για τα πολυβραβευμένα βιβλία της, την έμφυλη βία και τη γυναικεία ταυτότητα.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Βιβλίο / Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Γαλανόσκυλος», ο καταξιωμένος συγγραφέας μιλά για όλα: τους πολιτικούς «που είναι ανίκανοι αλλά ξέρουν να μαζεύουν ψήφους», τον πολιτισμό που έχει μετατραπεί σε «σοβαροφανή παρωδία» και μια Ελλάδα που «δεν έχει ξεφύγει ποτέ από τον ναρκισσισμό της».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Βιβλίο / Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Στο μυθιστόρημά του «Αθέατος βίος», ο Νικολό Αμανίτι ερευνά την ιδιωτική ζωή της συζύγου ενός πρωθυπουργού, υπενθυμίζοντας ότι σήμερα οι social media managers κινούν τα νήματα και η θεωρία του χάους είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Ο Ντίλαν Τόμας αυτοβιογραφούμενος

Βιβλίο / Ο Ντίλαν Τόμας αυτοβιογραφούμενος

Η έκδοση του «Πορτρέτου του καλλιτέχνη ως νεαρού σκύλου» επιβεβαιώνει τη σπουδαία κληρονομιά του Ουαλού ποιητή και τον σημαντικό ρόλο του τόπου του στις ιστορίες του, αναθεωρώντας πολλές λάθος εκτιμήσεις για τη ζωή και τον θάνατό του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Νίκος Αμανίτης: «Στον ΔΟΛ ζούσαμε ένα συνεχές Game of Thrones»

Βιβλίο / Νίκος Αμανίτης: «Στον ΔΟΛ ζούσαμε ένα συνεχές Game of Thrones»

Με αφορμή το βιβλίο του «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα», ο γνωστός δημοσιογράφος μιλά για τις εμπειρίες του από τις αίθουσες σύνταξης, για την πορεία της δημοσιογραφίας τις τελευταίες δεκαετίες αλλά και για τα γεγονότα που σημάδεψαν τη δική του διαδρομή.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Σιντάρτ Κάρα: «Σεξ τράφικιν»

Το πίσω ράφι / «Έπρεπε να δουλεύω ακόμη κι όταν ήμουν άρρωστη»

O Σιντάρτ Κάρα έγραψε το «Σεξ τράφικιν» για τη σύγχρονη σωματεμπορία, έχοντας διαπιστώσει από πρώτο χέρι πώς είναι οργανωμένη αυτή η κερδοφόρα βιομηχανία που βασίζεται στη φτώχεια, την ανισότητα και τη ζήτηση.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Αυτός ο πόλεμος προετοιμαζόταν από το 2000»: Η «φουτουρίστρια» του ΝΑΤΟ προβλέπει το μέλλον

Οπτική Γωνία / «Αυτός ο πόλεμος προετοιμαζόταν από το 2000», λέει η «φουτουρίστρια» του ΝΑΤΟ

Η Γαλλογερμανίδα πολιτική επιστήμονας Φλόρενς Γκάουμπ μιλά στην εφημερίδα «El Pais» για το Ιράν, τη Γροιλανδία, την Ουκρανία και τη Γάζα, τονίζοντας ότι «το μέλλον είναι μια στρατηγική ιδέα».
THE LIFO TEAM