Με τι προβλήματα, συγκρούσεις και παθογένειες έρχεται αντιμέτωπος σήμερα ένας οικογενειακός θεραπευτής – για την ακρίβεια ένας θεραπευτής του δημόσιου τομέα; Πώς βλέπει να διαμορφώνονται υπό το βάρος της κρίσης οι σχέσεις μέσα στην περίφημη ελληνική οικογένεια; Τι στάση πρέπει να κρατάει όταν η εξωτερική πραγματικότητα εισβάλλει στο θεραπευτικό πλαίσιο με φόρα; Και από πού θα μπορούσε να πιαστεί όταν και ο ίδιος νιώθει ότι όλα γύρω του γκρεμίζονται;

 

Να μερικά από τα ζητήματα που θέτει η Κάτια Χαραλαμπάκη στο βιβλίο της «Οικογένειες σε δίσεκτα χρόνια - Σημειώσεις μιας ψυχιάτρου» (εκδ. Καστανιώτη). Μερικά, όχι όλα. Στην πραγματικότητα, οι «σημειώσεις» του τίτλου είναι ομιλίες της σε συνέδρια και άρθρα της σε επιστημονικά περιοδικά κατά την τελευταία εξαετία και τα θέματα που προσεγγίζονται σε αυτά είναι πολύ περισσότερα: από τα παιχνίδια εξουσίας ανάμεσα στα ζευγάρια, τις σχέσεις μάνας-κόρης ή την αποχώρηση των παιδιών από την οικογενειακή εστία μέχρι τις ιδιαιτερότητες της ψυχοθεραπείας που παρέχεται στα δημόσια νοσοκομεία, τις δυσκολίες χειρισμού που παρουσιάζουν οι περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας και τη συνεισφορά του Αμερικανού ανθρωπολόγου Gregory Bateson και του Ρώσου φιλοσόφου Μιχαήλ Μπαχτίν στην ψυχοθεραπευτική πρακτική. Με τα ωραία, κρουστά ελληνικά της, η Χαραλαμπάκη ελίσσεται ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη, στην πολιτική και στην ποίηση, τους αρχαίους μύθους και την καθημερινή ζωή, και μολονότι το βιβλίο της απευθύνεται κατά κύριο λόγο στο επιστημονικό σινάφι, ανοίγει ορίζοντες και σ' εμάς τους υπόλοιπους.

 

Με καταγωγή από την Κρήτη, η Κάτια Χαραλαμπάκη πήγε τις πρώτες τάξεις του δημοτικού στο Λονδίνο, όπου ο πατέρας της ειδικευόταν στη Χειρουργική, συνέχισε το σχολείο στα Χανιά, κι έπειτα σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα, όπου και ειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική. Εκπαιδευμένη στην Ψυχοθεραπεία Οικογένειας εδώ, στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες, μυήθηκε στη συστημική προσέγγιση από τον πρωτοπόρο ψυχίατρο Γιώργο Βασιλείου, τις συμβουλές του οποίου είχε προηγουμένως αναζητήσει ιδιωτικά με τον σύζυγό της Αλέκο Αλαβάνο. Και σε δεύτερη δόση από τον Βελγο-εβραιο-άραβα ψυχίατρο και καθηγητή Mony Elkaim και τον Βέλγο ψυχολόγο Jacques Pluymaekers. «Εντυπωσιάστηκα», λέει. «Είδα τα πράγματα πιο πλατιά. Η πρώτη σημαντική συστημική παρατήρηση, για μένα, ήρθε από τη σχέση ατόμου και πλαισίου: ο ίδιος άνθρωπος, σε διαφορετικό πλαίσιο, είναι διαφορετικός». Την ίδια εκείνη εποχή «τα πολιτικά συστήματα είχαν αρχίσει να χάνουν την ειδυλλιακή απλότητα της εξιδανίκευσης, γίνονταν πιο σύνθετα, γριφώδη. Κι εμείς, που είχαμε μόλις απογοητευτεί από αριστερές οργανώσεις που μας είχαν μαγέψει από τα φοιτητικά μας χρόνια, ενώ πενθούσαμε όσα πιστεύαμε και τώρα σβήνονταν, βλέπαμε ταυτόχρονα πόσο διαφορετικοί ήταν οι άνθρωποι μέσα σε μια συλλογικότητα κι έξω από αυτήν...».

 

Διαζευγμένοι που, λόγω ανέχειας, αναγκάζονται να ζουν υπό την ίδια στέγη. Ζευγάρια που, για φορολογικούς λόγους, χωρίζουν εικονικά. Αδέλφια που μέχρι πρότινος έδειχναν αγαπημένα παύουν να επικοινωνούν επειδή μια γέννα ανατρέπει τις ισορροπίες στα κληρονομικά τους. Παιδιά που είχαν αποχωρήσει προ πολλού από το σπίτι επιστρέφουν τώρα στο πατρικό μαζί με τις δικές τους οικογένειες... Υπάρχει περίπτωση να μείνει κανείς αλώβητος από την κρίση;

 

Η «συστημική» αντίληψη στην ψυχοθεραπεία στηρίζεται στην άποψη ότι το ψυχολογικό πρόβλημα ενός προσώπου πολλές φορές δεν είναι μόνο δικό του, είναι η έκφραση της παθολογίας ολόκληρης της οικογένειας, του «συστήματος». Αυτό τη διαχωρίζει από την ψυχανάλυση, που ως θεραπεία στηρίζεται στο άτομο. Κατά τη Χαραλαμπάκη, αυτές οι δύο θεωρήσεις δεν είναι ανταγωνιστικές, μπορούν να στηρίξουν η μία την άλλη. Όπως άλλωστε επισημαίνει, «δεν είναι τυχαίο ότι η Συστημική Θεωρία οφείλει, ιστορικά τουλάχιστον, την ύπαρξή της στην τεράστια οικονομική και πολιτική κρίση που ακολούθησε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Και τώρα που η φτώχεια, όχι μόνο σε υλικά αλλά και σε πνευματικά αγαθά, έχει εμφανιστεί με δραματικό τρόπο, αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο τόσο για την ψυχοθεραπεία όσο και για την κατανόηση των πτυχών μιας επαναλαμβανόμενης, ρευστής και αβέβαιης πραγματικότητας».

 

Η ίδια, από τις αρχές της δεκαετίας του '90, συνέδεσε την επαγγελματική της πορεία με τη Μονάδα Οικογενειακής Θεραπείας του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, της οποίας σήμερα προΐσταται. Η συγκεκριμένη μονάδα, που λειτουργεί και ως εκπαιδευτικό κέντρο, δεν στεγάζεται μέσα στο Δαφνί. Βρίσκεται στο Παγκράτι (Ελλανίκου 3) και απασχολεί «τρεις ψυχιάτρους, τέσσερις ψυχολόγους, δύο κοινωνικούς λειτουργούς, μία προϊσταμένη ψυχιατρική νοσηλεύτρια και μία διοικητική υπάλληλο». Υποδέχεται άτομα που έχουν παραπεμφθεί εκεί από διάφορα νοσοκομεία, αλλά και άτομα που έχουν ζητήσει βοήθεια από μόνα τους. Και προσφέρει δωρεάν διάφορα είδη θεραπείας −ατομική, ομαδική, οικογενειακή, ζεύγους−, αντιμετωπίζοντας πάντα τον άνθρωπο ως μέλος ενός συστήματος. Πόσος κόσμος εξυπηρετείται; «Μέσα στο 2016 πραγματοποιήσαμε 1.848 συνεδρίες, στις οποίες συμμετείχαν 2.038 άτομα». Οι δημόσιες δομές που προσφέρουν κάτι ανάλογο στην Ελλάδα δεν ξεπερνούν τα δάχτυλα του ενός χεριού.


Τι βλέπουν, λοιπόν, τα μάτια της κυρίας Χαραλαμπάκη; Ιδού μια περίπτωση που αναφέρει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου της: «Έβλεπα ένα ζευγάρι, γύρω στα πενήντα, με έναν έφηβο γιο. Σε εκείνη τη φάση ήταν και οι δύο άνεργοι κι έπαιρναν οικονομική βοήθεια από τις οικογένειες καταγωγής τους. Ο άντρας έκανε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις για μελάνωμα. Σε κάθε συνεδρία η γυναίκα του ούρλιαζε κατηγορώντας τον για τα πάντα, και για το ότι ήταν άρρωστος! Ένιωθα άρρωστη μετά από κάθε συνεδρία. Του φώναζε γιατί μια φορά εκείνος αγόρασε για το σπίτι ένα κουτί φέτα από μια μάρκα που ήταν κατά 0,25 ευρώ ακριβότερη από τη συνήθη. Ούρλιαζε ότι είναι καλύτερα για εκείνον να πεθάνει αύριο από το να συνεχίσει να ζει και να βασανίζει με αυτό τον τρόπο την ίδια και το παιδί. Ο άντρας ήταν σιωπηλός και απολογητικός, τόσο για τη φέτα όσο και για το ότι ήταν άρρωστος. Φυσικά, η γυναίκα είχε υποστεί κακομεταχείριση στην παιδική της ηλικία και αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να δουλευτεί».


Η παραπάνω περίπτωση ίσως είναι ακραία. Σίγουρα, πάντως, τα τελευταία χρόνια της ύφεσης και της εκτεταμένης στέρησης, τόσο οι συγκρούσεις μεταξύ του ζευγαριού όσο και οι συγκρούσεις με τα παιδιά έχουν αυξηθεί: «Οι άνθρωποι», λέει η κ. Χαραλαμπάκη, «σφάζονται για τα λεφτά, κλαίνε για τα λεφτά, αλληλοκατηγορούνται για τα λεφτά. Κι όπως διαπιστώνουμε πολύ συχνά στις συνεδρίες, παλινδρομούν, χάνουν την ικανότητα νοηματοδότησης. Μιλούν για την τροφή, τα υλικά αγαθά, τα χρήματα, τον χρόνο, δείχνοντας να αγνοούν τι ακριβώς συμβολίζουν, τι αξίες αντιπροσωπεύουν όλα αυτά. Για παράδειγμα, ένα ζευγάρι τις προάλλες διαφωνούσε έντονα για ένα συμβάν κατά το οποίο ο σύζυγος είχε αρνηθεί να δώσει στη σύζυγο 5 ευρώ. Και καβγάδιζαν ουρλιάζοντας ο ένας στον άλλον για το αν αυτό συνέβη Τετάρτη ή Παρασκευή!».

 

Διαζευγμένοι που, λόγω ανέχειας, αναγκάζονται να ζουν υπό την ίδια στέγη. Ζευγάρια που, για φορολογικούς λόγους, χωρίζουν εικονικά. Αδέλφια που μέχρι πρότινος έδειχναν αγαπημένα παύουν να επικοινωνούν, επειδή μια γέννα ανατρέπει τις ισορροπίες στα κληρονομικά τους. Παιδιά που είχαν αποχωρήσει προ πολλού από το σπίτι επιστρέφουν τώρα στο πατρικό μαζί με τις δικές τους οικογένειες... Υπάρχει περίπτωση να μείνει κανείς αλώβητος από την κρίση; Η απάντηση απλώνεται στους παρακάτω ελεγειακούς στίχους του Σόλωνα, τους οποίους φροντίζει να παραθέσει η κα Χαραλαμπάκη, σε δική της απόδοση: «Το δημόσιο κακό έρχεται στο σπίτι του καθένα/ Ακόμα κι αν αυτός έχει ισχυρές αυλόπορτες, δεν μπορούν ν' αντισταθούν/ Αυτό πηδάει και τα πιο ψηλά εμπόδια/ Το δημόσιο κακό σίγουρα θα τον βρει, ακόμα κι αν αυτός είναι κρυμμένος στο πιο μυστικό μέρος του δωματίου του».

 

Σύμφωνα με την ίδια, η κατάρρευση κάθε ασφαλούς συναισθηματικής πρόσδεσης στο κοινωνικό, πολιτικό και θεσμικό μέρος της ζωής έφερε τέτοιες ανατροπές, ώστε να βιώνουμε αδιανόητα πρωτόγνωρες εμπειρίες. «Όλες οι σχέσεις» λέει, «οικογενειακές, συναδελφικές, φιλικές, θεσμικές, πολιτικές, είναι καινούργιες μ' έναν παράλογο τρόπο. Όταν ξεκίνησε η κρίση, όλοι οι γιατροί στο Δαφνί συναντιόμασταν κάθε βδομάδα, είτε για επιστημονική συζήτηση είτε για συνέλευση είτε για μια απλή ενημέρωση. Αυτήν τη στιγμή, σχεδόν δεν υπάρχει ουσιαστική επαφή κανενός με κανέναν. Γενικά, σήμερα η επικοινωνία των ανθρώπων κινείται μεταξύ δύο πόλων, ανάμεσα στις κραυγές και τη σιωπή. Βλέπουμε πολλές οικογένειες ν' απομονώνονται από τον έξω κόσμο και τα μέλη τους να "συγχωνεύονται" εντός του σπιτιού με τρόπο συγκρουσιακό. Συμβαίνει και το αντίθετο, πολλές συγγενικές σχέσεις κόβονται μαχαίρι. Πρόκειται απλώς για την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος».

 

Ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου «Οικογένειες σε δίσεκτα χρόνια» είναι αφιερωμένο στο ζήτημα της αποπαίδωσης. Η αποχώρηση των παιδιών από το σπίτι αποτελεί κομβικό σημείο στην εξέλιξη της οικογένειας – «είναι καμπή». Προφανώς και σ' αυτήν τη διαδικασία οι κοινωνικές συνθήκες παίζουν τον ρόλο τους. Ούτως ή άλλως, όμως, οι έφηβοι, οι νέοι ενήλικες, μπορεί να συμπεριφέρονται «τρελά» τη συγκεκριμένη περίοδο. «Όταν το παιδί έχει φτάσει τα 27 και δεν έχει πάρει πτυχίο, όταν ζητάει να ξαναδίνει κάθε μάθημα επειδή έχει πάρει χαμηλό βαθμό, όταν αναβάλλει διαρκώς την ολοκλήρωση των σπουδών του, αυτό κάτι σημαίνει. Σημαίνει ότι δεν θέλει να φύγει από το σπίτι!». Όσο δεν ξεχωρίζουν οι γενιές −«πράγμα σύνηθες στην παραδοσιακή οικογενειακή πολυκατοικία»−, όσο οι γονείς συμπεριφέρονται στα παιδιά τους σαν φιλαράκια, τόσο απομακρύνεται η προοπτική της αποχώρησης. Η κ. Χαραλαμπάκη συμμερίζεται απολύτως την άποψη που υποστηρίζει πως οποιαδήποτε ψυχοπαθολογία που δεν είναι οργανική σχετίζεται με την αποπαίδωση.

 

Ούτε ο θεραπευτής επιτρέπεται να γίνει φιλαράκι με τον θεραπευόμενο: «Έχει σημασία να βρει καθένας την ιδιαιτερότητά του, ώστε να αναπτυχθεί μια ουσιαστική, βιωματική και δημοκρατική σχέση. Όσο κι αν εισβάλλει η εξωτερική πραγματικότητα ανάμεσά τους, το ίδιο το θεραπευτικό πλαίσιο δεν πρέπει να καταργηθεί. Αν ο θεραπευτής καταρρεύσει συναισθηματικά ή κυριευτεί από οίκτο για τα δεινά των πελατών του, δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στον ρόλο του. Πολλοί με ρωτάνε "πώς αντέχεις μ' αυτά που ακούς;". "Ως θεραπευτές, συνήθως νιώθουμε υγιείς" απαντώ. "Μόλις καθίσουμε μόνοι μας στη δική μας καρέκλα, συχνά νιώθουμε κι εμείς εξουθενωμένοι". Αν μη τι άλλο, όμως, τόσο η ψυχοθεραπεία που κάνει κανείς για τον εαυτό του όσο κι αυτή που κάνει ως θεραπευτής είναι ένα νησί που προσφέρει μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση».