Ο Ντε Σάντις είναι Αργεντινός, και φυσικά —μάλλον: αναπόφευκτα— θεός και πνευματικός του πατέρας του δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Μπόρχες. Και μάλιστα εκείνος ο Μπόρχες που αγαπούσε με πάθος την Αστυνομική Λογοτεχνία, και τη μελετούσε επισταμένως, πάντα με την παιγνιώδη επιμέλεια του επαγγελματία αναγνώστη — τόσο μόνος όσο και μαζί με τον Κασάρες. Θυμόμαστε, μάλιστα, ακόμη πως οι δυο τους, ο τυφλός βιβλιοθηκάριος και ο επινοητής της «Εφεύρεσης του Μορέλ», είχαν καταρτίσει κάποια στιγμή τον απόλυτο κατάλογο δραστών ενός αστυνομικού βιβλίου, ή μάλλον όλων των αστυνομικών βιβλίων. Τελευταίος ένοχος στη λίστα τους, τελευταίος καλά κρυμμένος δολοφόνος, ήταν ο αναγνώστης.

 

Αυτά και πολλά-πολλά άλλα περί τον Μπόρχες και το crime fiction τα ξέρει πολύ καλύτερα από εμάς ο Ντε Σάντις, που τον γνωρίσαμε πριν από μία δεκαπενταετία περίπου στην κοινού ύφους —αλλά και «είδους»— «Μαύρη φιλολογία» του (μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος, Εκδόσεις Opera). Στη «Μετάφραση», που εκδόθηκε το 1998, ο πενήντα τεσσάρων ετών σήμερα συγγραφέας αποδομεί, υπό μία έννοια, το Αστυνομικό καθαυτό, υπογράφοντας παρά ταύτα ένα εμβληματικό πλην εξαιρετικά χαμηλών τόνων νουάρ — ένα «φιλολογικό νουάρ», ένα ιδιαίτερο βιβλίο που το αγαπάς πολύ όσο το διαβάζεις. Όλα γυρίζουν γύρω από τις λέξεις: τα θύματα, ο θύτης, το περιβάλλον, οι δεύτεροι ρόλοι, όλα όσα μαθαίνουμε και όσα δεν είναι εκ των πραγμάτων δυνατόν να μαθευτούν ποτέ. Η «Μετάφραση» είναι ακριβώς ένα βιβλίο που εξερευνά μία σειρά εγκλημάτων, παρέχοντάς μας όμως έναν άλλον ένοχο. Είναι ένα νουάρ. Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν θα πούμε πάντως πολλά για αυτή τη νουβέλα, την οποία συστήνουμε με θέρμη σε όλους τους φίλους που μας διαβάζουν, για να την ανακαλύψουν αργά-αργά μόνοι, μέσα σε ένα ωραίο βράδυ.

 

Διαβάστε το. Είναι ωραίο ανάγνωσμα, είναι άψογα μεταφρασμένο από τον Κρίτωνα Ηλιόπουλο, έχει υψηλή λογοτεχνική αξία, θυμίζει Μπόρχες, Κασάρες και Μπολάνιο —αλλά και Σιμενόν— είναι «βιβλιοφιλικό» και είναι ένα καθαρόαιμο νουάρ χωρίς να το κρύβει.

 

Ο Μιγκέλ Ντε Μπλαστ, λοιπόν, επαγγελματίας μεταφραστής, όχι πολύ γνωστός, όχι επιτυχημένος, ένας χαρακτήρας κλειστός και μοναχικός, βαρύς, καλείται από ένα φίλο του σε ένα συνέδριο μεταφραστών. Ο χώρος όπου θα διεξαχθεί το μάλλον φιλόδοξο και ενδεχομένως «άχρηστο» συνέδριο είναι μακριά και έξω από κάποια μεγάλη πόλη, σε μια ανησυχαστική ερημιά: έξω και μακριά από το πλήθος. Είναι ένας κατεξοχήν ασπρόμαυρος κόσμος, ένας κόσμος βιβλίου — και διαρκούς βροχής. Ένα ξενοδοχείο-φάντασμα:

Οι άλλοι επιβάτες σχολίαζαν το τοπίο, δηλαδή το μη-τοπίο. Στις δύο πλευρές του δρόμου δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε ένα κτίσμα σε ογδόντα χιλιόμετρα. Η βλάστηση, χαμηλή και αγκαθωτή, απλωνόταν χωρίς όρια. [...] Το ξενοδοχείο ήταν εντελώς δυσανάλογο σε σχέση με το Πουέρτο Σφίγγα. Ήταν το κέντρο ενός μεγάλου τουριστικού συγκροτήματος που δεν είχε καταφέρει να υπάρξει ποτέ. Το αποτελούσαν δύο πτέρυγες, που σχημάτιζαν γωνία πάνω στην ακτή. Το ένα μισό είχε ολοκληρωθεί και ήδη άρχιζε να παρακμάζει. Το άλλο μισό δεν είχε ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα, ούτε εσωτερικά χωρίσματα. Μια τεράστια πινακίδα ανακοίνωνε τη συνέχιση των έργων, όμως δεν φαίνονταν πουθενά ούτε μηχανήματα, ούτε εργάτες, ούτε υλικά οικοδομής. Πάνω από την είσοδο διάβασα με ασημένια γράμματα: Διεθνές Ξενοδοχείο Ο Φάρος.

 

Η κάμερα μάτι-και-αυτί —το μάτι και το αυτί του αφηγητή Ντε Μπλαστ/Σάντις— ακολουθεί τους καλεσμένους συνέδρους, που σχηματίζουν μικρές ομάδες ψιθυριστών στις σάλες του μισοτελειωμένου ξενοδοχείου ετοιμάζοντας τις ανακοινώσεις τους καθώς φτάνουν ένας-ένας, κουρασμένοι από το ταξίδι, νωθροί και μοιάζοντας να κουβαλούν άλλος λιγότερα και άλλος περισσότερα μυστικά πίσω από το βλέμμα τους. Θα μάθουμε για τις σχέσεις μεταξύ τους, για τις εμμονές και τις δεξιότητές τους, καθώς και άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία για το μεταφραστικό παρελθόν τους. Ο Ντε Μπλαστ, που μόλις προ ολίγων ωρών είχε αποχαιρετήσει τη σύζυγό του στην πόλη, θα βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με την παλιά μεγάλη του αγάπη, την Άννα:

Την αγκάλιασα. Υπάρχει μια αίσθηση που τη λένε déjà vu· υπάρχει μια άλλη, λιγότερο συχνή ή πιο κρυμμένη, που τη λένε jamais vu, όταν νιώθεις ότι κάτι καθημερινό είναι καινούργιο, ότι ποτέ πριν δεν έχεις ζήσει αυτή την εμπειρία. Και τα δύο αυτά αναμείχθηκαν τη στιγμή εκείνη.

 

Στο μεταξύ, έξω, στην παραλία, η θάλασσα αρχίζει και ξεβράζει κουφάρια θαλάσσιων λεόντων, που κάποιος εσκεμμένα έχει μακελέψει. Προμήνυμα για τον πρώτο φόνο —ή μήπως δεν είναι φόνος αλλά αυτοκτονία;— που θα ακολουθήσει μέσα στο ξενοδοχείο; Ίσως. Σε κάθε περίπτωση, το σκηνικό αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη. Το έως τότε κλίμα στα πηγαδάκια των μεταφραστών θα μπορούσε να περιγραφεί έτσι:

«Έλεγα στον συνάδελφο ότι μια φορά έχασα το πρωτότυπο από ένα γκανγκστερικό μυθιστορηματάκι, "Μια σαύρα μέσα στη νύχτα". Το ξέχασα σ' ένα παγκάκι του ιππόδρομου. [...] Τηλεφωνώ στον εκδότη, μου λέει ότι δεν έχει άλλο αντίτυπο και θέλει τη μετάφραση μέσα σε δύο μέρες. Τι σχέδιο έχει το εξώφυλλο; ρωτάω. Ένας μασκοφόρος μπήγει ένα μαχαίρι σε μια κοκκινομάλλα. Η λαβή έχει σχήμα σαύρας. Λέει το οπισθόφυλλο πού διαδραματίζεται η πλοκή; Στη Νέα Υόρκη. Πέρασα όλη τη νύχτα μεταφράζοντας το χαμένο πρωτότυπο. Έκανε τρεις εκδόσεις».

 

«Η μετάφραση»: Το πιο πρωτότυπο who dunnit της χρονιάς
Στη «Μετάφραση», που εκδόθηκε το 1998, ο πενήντα τεσσάρων ετών σήμερα συγγραφέας αποδομεί, υπό μία έννοια, το Αστυνομικό καθαυτό, υπογράφοντας παρά ταύτα ένα εμβληματικό πλην εξαιρετικά χαμηλών τόνων νουάρ.

 

Μολονότι λοιπόν το κλίμα είναι τέτοιο, και το απολαμβάνουμε «μ' αυτή τη λατρεία που σου ξυπνούν όσοι ξέρουν να συνοψίζουν το παρελθόν, πάντοτε δίχως επιτήδευση, με μετρημένες στα δάχτυλα απλές ιστορίες», ξάφνου αλλάζει: ένας αστυνομικός επιθεωρητής εισβάλλει στο ξενοδοχείο (τίποτε «εξαιρετικό»: είναι ένας επαρχιώτης που σπάνια βρίσκεται αντιμέτωπος με βία και φονικά, ένας άνθρωπος που απλώς αγαπά την τάξη), ο Τύπος ενδιαφέρεται για πρώτη φορά για το κατά τα άλλα αδιάφορο σχεδόν για τους πάντες συνέδριο, οι προσκεκλημένοι κοιτούν με περίσκεψη και βουλιμία τις κινήσεις των συναδέλφων τους προσπαθώντας να καταλάβουν ποιος θα μπορούσε να ήταν ο δολοφόνος, και άραγε γιατί, ενώ ο διοργανωτής του συνεδρίου κάνει ό,τι περνά από το χέρι του για να συνεχίσουν οι εργασίες όσο πιο αδιατάρακτα είναι δυνατόν δεδομένης της διαμορφωθείσας νέας κατάστασης. Πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα πολλές απολαυστικές —και «αναστοχαστικές»— σελίδες με ιστορίες γύρω από τη μετάφραση (τον Λόγο και τα ποικίλα διάμεσά του):

Μίλησε για την τεχνική γλώσσα ορισμένων Κινέζων καλλιγράφων, στην οποία δεν αντιστοιχούσε καμία προφορική μορφολογία. Μίλησε για τις Σειρήνες που έβαζαν σε πειρασμό τον Οδυσσέα μ' ένα όπλο δυνατότερο από το τραγούδι τους. Μίλησε για το Mutus Liber, μια πραγματεία αλχημιστών που την υπέγραφε κάποιος Altus και αποτελούνταν από εικόνες δίχως κείμενο. Στις περίπλοκες εικόνες υπήρχε κωδικοποιημένη η απόκρυφη γνώση. [...] Μίλησε γι' αυτούς που έμειναν μουγκοί στον πόλεμο, άνθρωποι από διάφορα έθνη, που είχαν αποφασίσει το ίδιο πράγμα, σαν να ήταν συνωμοσία, να μην πουν τίποτα, να μην παραδεχτούν ποτέ ότι όσα είχαν ζήσει ήταν δυνατό να περιγραφούν με λόγια.

 

Αλλά φυσικά οι φόνοι (ή μήπως δεν είναι φόνοι;) θα συνεχιστούν. Αυτό εδώ είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, και δεν πεθαίνουν μόνο θαλάσσιοι λέοντες στις σελίδες του. Έτσι, το νουάρ θα επανέλθει, επιβλητικό:

Περπατούσα στο μακρινό τοπίο των δικών μου φόβων. Στο σκηνικό που βρίσκεται στις περιπέτειες των παλιών βιβλίων. Ήταν μια παραλία και ήταν νύχτα και είχε καταιγίδα, αλλά εξίσου εύκολα θα μπορούσε να ήταν έρημος, ζούγκλα ή ένα χαμένο νησί. [...] Μόλις κλείσαμε την πόρτα του φάρου, με μια παγωμένη ριπή ανέμου άρχισε η καταιγίδα. Τρέξαμε προς το ξενοδοχείο. Η θάλασσα χτυπούσε το τείχος από φύκια απειλώντας να το γκρεμίσει. Το ξενοδοχείο ήταν ένα φως πέρα μακριά. Τα αντικείμενα κάτω από τη βροχή βρίσκονται πιο μακριά απ' ό,τι φαίνονται.

 

Και όχι μόνο τα αντικείμενα: αλλά και η ίδια η αλήθεια, η ουσία, το νόημα των μυθιστορημάτων. Και ασφαλώς το νόημα, η ουσία και η αλήθεια της «Μετάφρασης» του Ντε Σάντις (ένα αυτοαναφορικό βιβλίο). Και ο κατά συρροήν δολοφόνος που κρύβεται καλά (πολύ καλά: είναι άπιαστος) πίσω από όλα αυτά...

 

Διαβάστε το. Είναι ωραίο ανάγνωσμα, είναι άψογα μεταφρασμένο από τον Κρίτωνα Ηλιόπουλο, έχει υψηλή λογοτεχνική αξία, θυμίζει Μπόρχες, Κασάρες και Μπολάνιο —αλλά και Σιμενόν— είναι «βιβλιοφιλικό» και είναι ένα καθαρόαιμο νουάρ χωρίς να το κρύβει. Κι ας μην ψάχνουμε για μία γυναίκα εδώ, αλλά για μία Γλώσσα.