Η Ρωσίδα πριγκίπισσα Νατάλια Μπράτουσκα Σεϊτανίδη Αλέξεγεβνα επιβιβάζεται φέτος για ένατη χρονιά στο βαγόνι της παράστασης Ήρωες, στο Μικρό Παλλάς. Για τον Θανάση Αλευρά, είναι η ηρωίδα με την οποία είναι περισσότερο συνδεδεμένος από κάθε άλλο ρόλο του. Είναι ο ρόλος που του χάρισε το βραβείο Χορν.

 

«Νομίζω ότι στο θέατρο μέχρι σήμερα αυτή είναι η πιο καλή δουλειά μου», λέει. Εκεί πάτησα τα πόδια μου και αναμετρήθηκα με μένα, με μονόλογο, με πολλά πράγματα. Από το 2005 που ξεκίνησαν οι Ήρωες έχουμε κάνει μεγάλο ταξίδι. Με διακοπές και διαλείμματα. Και στην τηλεόραση ήταν το παιχνίδι αυτό των μεταμορφώσεων. Τώρα που ξανάπιασα τη Νατάλια είδα ότι και αυτή αποτρελαίνεται πια. Αλλά την αγαπώ, είναι ένα φαντασιακό πρόσωπο, ένα μοναχικό πλάσμα που ταξιδεύει στο χρόνο. Μια φιγούρα άχρονη που αναζητά έναν ανεκπλήρωτο έρωτα».

 

Θα ήθελα να μπορούσα να είμαι ερευνητής, βιολόγος, χημικός, και να μπορούσα να βρω το φάρμακο για τον καρκίνο. Και μετά να μ' αφήνανε να το βγάλω και να το κάνω φάρμακο. Θαυμάζω πάρα πολύ τους ερευνητές. Ή να έχω ένα βιβλιοπωλείο. Πολλές φορές με πιέζει αυτή η δουλειά, δεν περνάω δηλαδή όλες τις φάσεις μου ωραία

 

— Οι μεταμορφώσεις σε ενδιαφέρουν; Σου είναι κάτι εύκολο;

Δυσκολεύομαι πολύ αλλά μου αρέσει η διαδικασία γιατί είχε πολλή παρατήρηση. Έτσι κι αλλιώς οι ηθοποιοί παρατηρούμε πολύ, από διαστροφή. Το Your Face Sounds Familiar ήταν αυτό που με έκανε στον πολύ κόσμο γνωστό, που μου έδωσε ένα λαϊκό εκτόπισμα. Εντάξει, ωραίο, το χάρηκα, το διασκέδασα, πάμε για άλλα τώρα. Νομίζω ότι αυτή η έκθεση εκτός θεάτρου με έχει βοηθήσει πολύ. Όχι μόνο στην τηλεόραση, αλλά και αυτές οι μεταμορφώσεις που έκανα στα μαγαζιά. Εκεί είναι πιο σκληρά τα πράγματα. Ο κόσμος έρχεται να διασκεδάσει και να πιει, είτε ακούει τη Ζουγανέλη είτε ακούει τη Γαρμπή, δεν έχει σημασία. Τώρα να τον βάλεις τον άλλο μες στο μαγαζί να κάτσει να σ’ ακούσει και να μη σε ξέρει κιόλας, είναι μεγάλο στοίχημα και μεγάλο μάθημα.

 

— Αντιμετωπίζεις αλλιώς το θέατρο, αλλιώς την τηλεόραση για παράδειγμα;

Γενικά αντιμετωπίζω ό,τι μου συμβεί, σαν να ήταν το μεγαλύτερο πράγμα που μου έχει συμβεί ποτέ. Όπως θα έκανε κάθε άνθρωπος που είναι επαγγελματίας, που του αρέσει η δουλειά του. Το κάνω πάντα με πολλή αγάπη, με  την ψυχή μου και προσπαθώ κάθε φορά να δικαιολογήσω γιατί το κάνω και τι θέλω να επικοινωνήσω με αυτό. Τώρα αν θες να πεις και κάτι άλλο και μπορείς, επικοινώνησε και μεγάλες ιδέες.

 

— Θέατρο ήθελες να κάνεις πάντα;

Μου είπε μια θεία μου που ‘χα να τη δω πάρα πολλά χρόνια «αχ, Θανασάκη μου χαίρομαι τόσο πολύ για σένα που κάνεις αυτή τη δουλειά γιατί από τεσσάρων χρονών έλεγες ότι θες να γίνεις ηθοποιός». Εγώ δεν με θυμάμαι τεσσάρων χρονών, όχι να λέω «θέλω να γίνω ηθοποιός». Δεν ξέρω, άμα το ‘λεγα από τόσο μικρός σημαίνει ότι κάτι άλλο μιλούσε. Και τώρα, απάντηση δεν έχω πάρει από τον εαυτό μου γιατί  όταν ήμουνα μικρός και έφηβος αργότερα νόμιζα ότι θέατρο είναι μόνο να κάνεις το άλλο να γελάει, αυτό είχα στο μυαλό μου.

 

Αχ Θανασάκη, είχε δίκιο η θεία σου!
Εγώ δεν θέλω να πεθάνω στο σανίδι. Είναι μια δουλειά που σε διαταράσσει πολύ. Έχει ημερομηνία λήξης το νευρικό σύστημα σε αυτή τη δουλειά. Και θέλω να απολαύσω και άλλα πράγματα... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

— Θα μπορούσες να κάνεις μια άλλη δουλειά;

Θα ήθελα να μπορούσα να είμαι ερευνητής, βιολόγος, χημικός, και να μπορούσα να βρω το φάρμακο για το καρκίνο. Και μετά να μ’ αφήνανε να το βγάλω και να το κάνω φάρμακο. Θαυμάζω πάρα πολύ τους ερευνητές. Ή να έχω ένα βιβλιοπωλείο. Πολλές φορές με πιέζει αυτή η δουλειά, δεν περνάω δηλαδή όλες τις φάσεις μου ωραία. Ούτε σε κάθε περίοδο της ζωής μου είμαι έτοιμος να εκτίθεμαι τόσο πολύ, περνάω φάσεις που δεν μπορώ καθόλου αυτή τη δουλειά και θα ‘θελα να μπορούσα να κάνω και κάτι άλλο. Έχω πιεστεί πολλές φορές μέσα απ’ τη δουλειά, δηλαδή δεν είναι συνέχεια όλα μια χαρά. Ούτε θέλω κάθε βράδυ να πηγαίνω στο θέατρο. Υπάρχουν βράδια που δε θέλω όχι άνθρωπο να δω, ούτε εμένα.

 

— Δεν θέλουν οι ηθοποιοί να πεθάνουν στο σανίδι;

Μπορεί να θέλουν, δεν ξέρω. Εγώ δεν θέλω. Είναι μια δουλειά που σε διαταράσσει πολύ. Έχει ημερομηνία λήξης το νευρικό σύστημα σε αυτή τη δουλειά. Και θέλω να απολαύσω και άλλα πράγματα. Δεν θέλω να είναι αυτή η δουλειά, η ζωή μου όλη. Θα ‘θελα να μη με πνίγει από το λαιμό ότι αν δεν δουλέψω στο θέατρο δεν θα ‘χω να φάω. Κι αυτό με ταράζει. Γιατί μπορεί κάποια στιγμή η επιβίωση να γίνει δουλειά και να μη μου δίνει χαρά. Σε θέλει πολύ αφοσιωμένο η δουλειά για να παράξεις έργο, σε θέλει μόνο εκεί. Έτσι την διδάχτηκα κιόλας αυτή την τέχνη.

 

Μεγάλα κείμενα είναι αυτά που προτείνουν το φως, που προτείνουν την ελπίδα, που προτείνουν την αρμονία, την ενότητα, την αγάπη, τον πολιτισμό. Αυτά είναι τα μεγάλα κείμενα. Από τους αρχαίους, από τον Σέξπιρ, εκεί καταφεύγει κανείς, σε κείμενα σχεδόν αποκρυφιστικά.

 

— Το Θέατρο Τέχνης πότε το τελείωσες;

Εγώ τελείωσα το Τέχνης το 2000. Λέγαμε ότι «είμαστε η γενιά του 2000». Μου φαινόταν τότε τόσο παράξενο πράγμα, διαστημικό σχεδόν. Και τώρα που μιλάμε εδώ είναι 2014. Δεν ήταν τόσο τελικά όπως το ‘χα στο μυαλό μου. Διαστημικό ήταν, ήταν πολύ πέραν των φαντασιών μου. Πιστεύαμε ότι κάτι θα αποκαλυφθεί, ότι θα ‘ναι πιο φωτεινά τα πράγματα. Είχα τη φόρα για το τι θα κάνω στη δουλειά αυτή, ότι πρέπει να βγω στη δουλειά, να δουλέψω, είχα λαχτάρα φοβερή και την έχω ακόμα.

 

— Ξεκίνησες με φόρα στη δουλειά;

Ξεκίνησα με φόρα. Ξεκίνησα ως μαθητής. Εγώ είχα τη μεγάλη χαρά, και τύχη μάλλον, να έχω ακόμα τους παλιούς δασκάλους στο Τέχνης,  τον Μίμη Κουγιουμτζή, το δάσκαλό μου που τον θυμάμαι πάντα με πολλή πολλή αγάπη, ο οποίος αγαπούσε πάρα πολύ τα νέα παιδιά. Δεν μπορούσε, ο Μίμης, βαριόταν πάρα πολύ να συζητάει με τους μεγάλους, ήθελε μόνο με νέα παιδιά να συναναστρέφεται. Και όλη του η χαρά ήταν να κάνει αυτό, τους αυτοσχεδιασμούς, το Μικρό Πρίγκιπα, τέτοια.

 

Και με παίρνει, λοιπόν, ο Μίμης στο «Πλούτο» του, το 2000 και ξαφνικά από την Ιπποκράτους, από ένα δωμάτιο στη σχολή, βρίσκομαι στην Επίδαυρο. Όπως καταλαβαίνες αυτό ήταν σοκ, αυτή ήταν η φόρα η μεγάλη. Την πήρα τη φόρα από το Μίμη, μου ‘δωσε μια σπρωξιά και από τότε η μία δουλειά έφερνε την άλλη, πολλές συμπτώσεις, που δεν πιστεύω βέβαια στις συμπτώσεις, ούτε στην τύχη πιστεύω, πιστεύω στο συντονισμό, ότι συντονιζόμαστε δηλαδή με τα γεγονότα και με τους ανθρώπους, και αφού εγώ το ‘θελα τόσο πολύ, συνέβαιναν. Και έτσι είμαι μέχρι τώρα εδώ,  να δουλεύω και να ζω απ’ αυτή τη δουλειά, με μία αξιοπρέπεια, χωρίς πολλά λεφτά, οπότε δεν έχω και καμία πληγή.

 

Αχ Θανασάκη, είχε δίκιο η θεία σου!
Είναι ένα κλασσικό έργο, είναι ο «Βυσσινόκηπος», θα το ψάξουμε, θα δούμε σήμερα γιατί... Το πώς τα κλασσικά έργα εξακολουθούν σήμερα και είναι επίκαιρα, με ταράζει αφόρητα. Και το οικολογικό και το θέμα της αντιπαροχής, της αστυφιλίας. Ο Τσέχωφ λέει απίστευτα πράγματα... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

— Έχεις κάνει πολλά και διαφορετικά πράγματα, μου το εξηγείς;

Ποτέ από φόβο να είμαι σ’ αυτή τη δουλειά. Το έκανα από επιθυμία και από μία δική μου ανάγκη να δοκιμάσω όλα τα πεδία σε αυτή τη δουλειά. Να κάνω μία έτσι πολύ μεγάλη βόλτα, για να καταλάβω και εγώ ποια είναι τα υλικά μου, τι μπορώ να κάνω καλά και μόνο γι’ αυτό.

 

— Υπήρχε προκατάληψη στην αντιμετώπιση από τους άλλους;

Το είχα πάντα στο μυαλό μου αυτό, γιατί μεγάλωσα στο θέατρο Τέχνης, όπου οι άνθρωποι και οι δάσκαλοί μου ήτανε της στοχοπροσήλωσης και της ταυτότητας και της αφοσίωσης πάνω στο θεάτρο. Είχα πάντα αυτό τον ενδοιασμό. Μήπως πουν κάτι, μήπως στιγματιστώ πριν αποκτήσω ταυτότητα, μήπως με αποκλείσουν άνθρωποι που με ενδιαφέρουν, αλλά με ξεπερνούσε η ανάγκη μου και η μεγάλη μου περιέργεια να δοκιμαστώ. Φανερά, δεν ένοιωσα τέτοια κρούσματα απόρριψης. Να με έχουν συζητήσει μπορεί, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα πολύ αυτό το ακραίο ότι «αυτό είναι ποιοτικό, αυτό δεν είναι». Πάντα με ενοχλούσε και απ’ τη σχολή αυτό, γιατί ο τρόπος μου ήταν λίγο πιο «αμερικάνικος».  Ήταν λίγο πιο ανοιχτό το κεφάλι μου δηλαδή.

 

— Πιστεύεις ότι αυτό έχει αλλάξει λίγο σήμερα;

Τώρα πια, λόγω εποχής, οι άνθρωποι είναι πιο προσεκτικοί στο τι θα πούν, στην κρίση τους, επειδή είμαστε όλοι αναγκασμένοι να κάνουμε πολλά πράγματα, και όχι μόνο για την τέχνη μας, αλλά και για την εφορία μας και για τη μάνα μας, και για το σούπερ μάρκετ μας, και για χίλια πράγματα. Είναι λίγο πιο επιεικείς. Έχω ζήσει και φανατίλα, πολλή. Ότι ή το ένα ή το άλλο, ότι δηλαδή κάπου δεν ενώνονται οι πλευρές. Αλλά στην τέχνη δεν είναι έτσι. Και δεν έχω μετανοιώσει για τίποτα. Μπορεί να πιέστηκα σε μια δουλειά και να μη με εξέφραζε και να μην ήμουνα εγώ σ’ αυτό μέσα, αλλά ήξερα ότι αφού το επέλεξα έπρεπε να το υπερασπιστώ με όλη μου την ψυχή και πάντα. Σε όλη μου τη ζωή, όχι μόνο με τη δουλειά, σκέφτομαι λίγο αλχημιστικά. Ειδικά για τα πράγματα που με ζορίζουν ή δεν μ’ αρέσουν ή τα θεωρώ εμπόδια, προσπαθώ να καταλάβω αρχικά γιατί είναι στο δρόμο μου και τι μάθημα έχουν να μου δώσουν. Και μη σου πω ότι τις περισσότερες φορές αυτά είναι που σε εξελίσσουν, τα στριμώγματα δηλαδή, παρά τα ωραία πράγματα.

 

Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή ο άνθρωπος χρειάζεται πνευματικότητα, δεν έχει, του λείπει, δε μιλάω για μόρφωση, δε με αφορά καθόλου αυτό. Του λείπει πνευματικότητα και το να ξανασκεφτεί μεγάλα, με ελπίδα. Το θέατρο μπορεί να το κάνει αυτό.

 

— Το θέατρο ποιο ρόλο μπορεί να παίξει σήμερα;

Θεωρώ το θέατρο ως το απαύγασμα των τεχνών. Και εμφανίστηκε και δημιουργήθηκε στη χρυσή εποχή του ανθρώπου, του πολιτισμού. Όταν ο άνθρωπος μπορούσε να επικοινωνήσει μεγάλες ιδέες και τον αφορούσαν.

 

Τώρα λοιπόν, σε ένα υποβαθμισμένο τοπίο παγκοσμίως, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι το θέατρο, η ουσία του, μπορεί να εξυπηρετήσει το στόχο του. Αισθάνομαι ότι συνέχεια ψάχνει καινούριες φόρμες για να πάει από ‘δω, να πάει κι από ‘κει και να μπορέσει να αναπτύξει ένα διάλογο με τον κόσμο. Δεν ξέρω εάν αυτή τη στιγμή μπορεί να «χτυπήσει κέντρο». Και δεν μιλάω για μία ελιτ ανθρώπων. Δεν πρέπει να χάσει τη λαϊκότητά του το θέατρο. Το να μπορούν και να καταλαβαίνουν δέκα άνθρωποι και όχι όλος ο κόσμος δεν μου λέει κάτι. Όπως και λυπάμαι το ίδιο, ή με απασχολεί, για την ουσία της ποίησης ή της μουσικής ή των εικαστικών. Θα τον βρούμε τον τρόπο μας, απλώς η στιγμή που βρίσκεται η ανθρωπότητα είναι άρρωστη. Νοσούμε σαν είδος. Δεν γίνεται να αλληλοσκοτωνόμαστε καθημερινά. Αρρωστήσαμε όπως έχει αρρωστήσει το χώμα, όπως έχει αρρωστήσει ο αέρας, όπως έχει αρρωστήσει η θάλασσα. Παρόλη την αρρώστια, ζούμε και μια πολύ μεγάλη ιστορική στιγμή. Γράφεται ιστορία αυτή τη στιγμή. Ο άνθρωπος πατάει στο διάστημα, φυτεύονται μαρούλια στον Άρη, η κβαντομηχανική είναι σε έξαρση, μιλάει και αποδεικνύει παράλληλα σύμπαντα, μιλά για άλλες διαστάσεις, μιλάει για πολύ μεγάλα πράγματα που δεν μπορούμε να τα συλλάβουμε. Αυτά παρακολουθώ, την επιστήμη, από αυτά παίρνω δύναμη, μ’ αυτά εξακολουθώ να σκέφτομαι μεγάλα, όχι με το  περιβάλλον που ζω και το περιβάλλον που συναναστρέφομαι.

 

— Ποιά θεωρείς μεγάλα κείμενα;

Μεγάλα κείμενα είναι αυτά που προτείνουν το φως, που προτείνουν την ελπίδα, που προτείνουν την αρμονία, την ενότητα, την αγάπη, τον πολιτισμό. Αυτά είναι τα μεγάλα κείμενα. Από τους αρχαίους, από τον Σέξπιρ, εκεί καταφεύγει κανείς, σε κείμενα σχεδόν αποκρυφιστικά.

 

Αχ Θανασάκη, είχε δίκιο η θεία σου!
Δεν πρέπει να χάσει τη λαϊκότητά του το θέατρο. Το να μπορούν και να καταλαβαίνουν δέκα άνθρωποι και όχι όλος ο κόσμος δεν μου λέει κάτι. Όπως και λυπάμαι το ίδιο, ή με απασχολεί, για την ουσία της ποίησης ή της μουσικής ή των εικαστικών. Θα τον βρούμε τον τρόπο μας, απλώς η στιγμή που βρίσκεται η ανθρωπότητα είναι άρρωστη. Νοσούμε σαν είδος... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

— Θα συνεργαστείς με τον Νίκο Καραθάνο στον Βυσσινόκηπο. Τι σκέφτεσαι;

Σήμερα είμαι σε μια φάση που  με γοητεύουν, πέρα από τη σκηνοθεσία, οι ηθοποιοί που έχουν απλουστεύσει πολύ τα πράγματα. Τον Καραθάνο τον αγαπώ πολύ, μ’ αρέσει ο τρόπος του, που σκέφτεται έτσι ανάποδα, χωρίς να χάνει και την αλήθεια του. Το περιμένω πώς και πώς, γιατί θέλω να πάω και από μία παρέα που δεν έχω ξαναγνωρίσει. Μόνο το Χρήστο Λούλη ξέρω, που ήμασταν κοντά στη σχολή. Θέλω να δω και τον δικό τους τον τρόπο, γιατί είναι πια μια ομάδα, υπάρχει ένα πυρήνας.

 

Είναι ένα κλασσικό έργο, είναι ο «Βυσσινόκηπος», θα το ψάξουμε, θα δούμε σήμερα γιατί... Το πώς τα κλασσικά έργα εξακολουθούν σήμερα και είναι επίκαιρα, με ταράζει αφόρητα. Και το οικολογικό και το θέμα της αντιπαροχής, της αστυφιλίας. Ο Τσέχωφ λέει απίστευτα πράγματα.

  

— Τι χρειάζεται ο άνθρωπος από την τέχνη σήμερα;

Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή ο άνθρωπος χρειάζεται πνευματικότητα, δεν έχει, του λείπει, δε μιλάω για μόρφωση, δε με αφορά καθόλου αυτό. Του λείπει πνευματικότητα και το να ξανασκεφτεί μεγάλα, με ελπίδα. Το θέατρο μπορεί να το κάνει αυτό. Μπορεί να το κάνει και ο ηθοποιός μεμονωμένα, μπορεί να το κάνει και το έργο το ίδιο, να δώσει ελπίδα, να δώσει ανάταση. Στο θέατρο, λοιπόν, το φως και τη χαρά και την αισιοδοξία τη δίνεις και με ανάλαφρα θεάματα αλλά και με μεγάλες ιδέες.

 

— Εσύ, με ποιό τρόπο είσαι ευτυχισμένος μέσα στη δουλειά σου;

Πολλές φορές με πιάνει ένα κομμάτι ότι δεν παράγω τίποτα, ότι είμαι λίγο άχρηστος στην κοινωνία και λέω όλοι κάτι προσφέρουν, όλοι κάτι κάνουν, εγώ τι κάνω; Εγώ έχω ορκιστεί οπαδός φανατικός, της αγάπης. Της αγάπης με την έννοια της αδελφοσύνης, ότι δεν είμαι μόνος μου, ότι εγώ επηρεάζω και τον άλλο, ότι εσύ επηρεάζεις και εμένα, ότι είμαστε όλοι ένα, είμαστε αδέρφια. Αυτά αν μπορέσω να τα επικοινωνήσω μέσα απ’ τη δουλειά μου σε βάθος χρόνου, θα ‘μαι πολύ ευτυχής. Να μπορώ ως ηθοποιός να πω κάτι πολύ απλό και η αλήθεια με την οποία το λέω να είναι τόσο έντονη που να μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο το συναίσθημα και να συγκινήσει αλλά να κάνει τον άλλο να αισθανθεί τον τρόπο σου και τον τρόπο που σκέφτεσαι. 

 

 

Info:

O Θανάσης Αλευράς πρωταγωνιστεί στην παράσταση Ήρωες της Ελένης Γκασούκα στο Μικρό Παλλάς έως τις 23/12, Δευτέρα και Τρίτη στις 9 μ.μ.

Τον Μάρτιο-Απρίλιο του 2015 θα πρωταγωνιστήσει στον Βυσσινόκηπο του Νίκου Καραθάνου στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών.