Ζω στην Αθήνα από το 1998, αλλά γεννήθηκα στην Κάτω Τούμπα, σε μια λαϊκή γειτονιά της Θεσσαλονίκης, όμορφη τότε, από την οποία έχω ωραίες αναμνήσεις. Τότε δεν είχε χτιστεί, είχε μονοκατοικίες, αυλές και ταβερνάκια όπου πήγαιναν οι γονείς μας και άλλες οικογένειες, θυμάμαι να μαζευόμαστε τα πιτσιρίκια γύρω από τη λατέρνα κι εμένα να μου έχει κολλήσει η ιδέα ότι η κοπέλα της φωτογραφίας κατοικούσε εκεί. Ως παιδί είχα ζωηρή φαντασία.

 

• Η αδερφή μου είναι κι αυτή τραγουδίστρια, εκπληκτική κατά τη γνώμη μου, η Λιζέτα Καλημέρη. Μαζί μοιραστήκαμε όλες τις αναμνήσεις και σήμερα μοιραζόμαστε την πιο στενή σχέση που έχω στη ζωή, είναι ο άνθρωπος που με γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους, ο ισότιμος συνομιλητής μου στη ζωή. Είναι και μια εκπληκτική στιχουργός, πιστεύω, και στον τελευταίο μου δίσκο με τον Θέμη Καραμουρατίδη μού έχει γράψει τους στίχους σε τρία τραγούδια.

 

• Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός στη Χωροφυλακή, λαϊκής καταγωγής άνθρωπος κι αυτός και η μητέρα μου. Ήμασταν μια μεγάλη οικογένεια, με παππούδες, θείους, που μέναμε στην ίδια γειτονιά, οπότε είχαμε την ευκαιρία να τους συναντάμε συχνά και να μεγαλώνουμε μαζί με τα ξαδέλφια μας και να έχουμε μια πολύ κοντινή σχέση. Ομολογώ ότι αυτό μου άρεσε πολύ και ακόμα και σήμερα, όταν ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη, τους συναντώ όλους και μου αρέσει να περνάω χρόνο μαζί τους.

 

Αυτό που με κάνει ευτυχισμένη είναι η εσωτερική μου ηρεμία. Τι σημαίνει αυτό; Να είναι οι άνθρωποί μου καλά και να μπορώ να πέφτω στο μαξιλάρι μου χωρίς θυμό, κακία και τύψεις για κάτι, να το νιώθω δροσερό και ελαφρύ. Δεν ζητώ πολλά για να είμαι καλά.

 

• Στο σπίτι μας δεν έκλεινε το ραδιόφωνο, ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήταν και οι δυο καλλίφωνοι. Η μητέρα μου έχει φύγει από τη ζωή, ο πατέρας μου ζει, και τώρα, που έχει άπειρο ελεύθερο χρόνο, έχει μάθει να μπαίνει στο YouTube και να κατεβάζει τους αγαπημένους του τραγουδιστές και συνθέτες, παλιά λαϊκά, ρεμπέτικα. Τραγουδάει ωραία τα παραδοσιακά της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Χαλκιδικής, και ψάλλει ωραία τους εκκλησιαστικούς ύμνους που είναι μια σπουδαία κληρονομιά για εμάς. Αυτό που ζηλεύω στον πατέρα μου είναι ο τρόπος που τραγουδά ελεύθερα και ανά πάσα στιγμή. Πάντα έβαζε ψηλά τον πήχη για εμάς, γιατί οι αγαπημένες του τραγουδίστριες ήταν η Ρόζα Εσκενάζι και η Σωτηρία Μπέλλου. Η μητέρα μου αγαπούσε τον Αττίκ, τα ελαφρολαϊκά και τη Μοσχολιού. Τη Μοσχολιού την έχω συνδέσει με τη μητέρα μου, κάθε φορά που ακούω τραγούδια της ακούω τη φωνή της μητέρας μου να τα τραγουδάει.

 

• Μπήκα στη Φιλοσοφική, είχα διαβάσει πολύ, μου άρεσαν πολύ τα Αρχαία και η δομή της γλώσσας, το αρχιτεκτονικό κτίσιμο της γλώσσας, η στίξη, το συντακτικό, το μέτρο. Ήμουν τυχερή γιατί είχα πολύ καλούς δασκάλους στη σχολή μου, τον Δημήτρη Μαρωνίτη, που ήταν εκπληκτικός και τον Παναγιώτη Μουλλά. Στα μαθήματα πήγαινα με λαχτάρα και ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα έκανα κάτι άλλο εκτός από αυτό που σπούδαζα.

 

Μελίνα Κανά
Οι φίλοι μου είναι εκτός χώρου ‒ μπορεί να είναι και τυχαίο. Αγαπώ και εκτιμώ όσους έχουμε δουλέψει μαζί και έχουμε καλή σχέση, αλλά οι παρέες μου είναι εκτός. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

• Όταν ήμουν στο τρίτο έτος είχα μια φίλη που είχε πάθος με το τραγούδι. Έπαιζε και κιθάρα και μια μέρα πήγαμε να ακούσουμε την πρόβα κάποιων φίλων της μουσικών σε μια νέα τότε μπουάτ, που θα άνοιγε σε λίγες μέρες. Οι μουσικοί έκαναν πρόβες και η φίλη μου με παρότρυνε να πω ένα τραγούδι. Είπα το «Κόκκινο Φουστάνι» και μου πρότειναν να τραγουδήσω. Στην αρχή ήμουν αρνητική, γιατί είχα άλλη ζωή, δεν ήξερα τι θα πει ξενύχτι, έκανα ιδιαίτερα σε παιδιά, είχα διάβασμα, είχα κάνει αλλού focus. Η μητέρα μου, που είχε απωθημένο να γίνει τραγουδίστρια όμως δεν την άφησαν οι δικοί της, με παρότρυνε και ξεκίνησα, με την προοπτική να το κάνω για λίγο καιρό. Τελικά, στο Πλατό ‒έτσι έλεγαν το μαγαζί, που δεν υπάρχει πια, αλλά έγραψε ιστορία στην πόλη‒ έμεινα τέσσερα χρόνια.

 

• Θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη μέρα που τραγούδησα: φορούσα μαύρη φούστα και μαύρη μπλούζα και η φωνή μου, από το άγχος, είχε βιμπράτο. Από την ταραχή μου είχα τρέμουλο στη φωνή και όταν τέλειωσα, είπα μέσα μου «άντε, να πάω σπίτι μου να κοιμηθώ», δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι επί έξι βράδια την εβδομάδα θα έκανα αυτό, ότι αυτό θα ήταν μια καθημερινότητα. Κάπως έτσι ξεκίνησα. Ήμουν πολύ ευχαριστημένη, είχε ανοίξει ένας καινούργιος κόσμος για μένα, μου έλεγαν όμορφα λόγια για τη φωνή μου, μου ζητούσαν τραγούδια του Παπάζογλου, της Αλεξίου, της Αρβανιτάκη ‒ τότε έλεγα τραγούδια άλλων, δεν είχα δικά μου.

 

• Εκεί γνωρίστηκα με τον Νίκο Παπάζογλου, που με πήρε μαζί του σε μια καλοκαιρινή περιοδεία, κι έτσι στάθηκα πρώτη φορά μπροστά στο τεράστιο κοινό που είχε ένας καλλιτέχνη που θαύμαζα και ήξερα όλο του το ρεπερτόριο απέξω και ανακατωτά. Μετά από λίγο καιρό με πληροφόρησε ότι ο Νίκος Μαμαγκάκης έψαχνε τραγουδίστρια. Τον Μαμαγκάκη τον ήξερα από την «Εκδρομή» και το «Κέντρο Διερχομένων», έναν δίσκο που θεωρώ σταθμό στην ελληνική μουσική, και λόγω σύνθεσης και λόγω στίχων, που είχε γράψει ο Γιώργος Ιωάννου. Είχα την τύχη, λοιπόν, να με διαλέξει για να τραγουδήσω τα «Μυστικά Τραγούδια», σε ποίηση Μιχάλη Γκανά.

 

 

• Θέλω να πω για τον Μαμαγκάκη ότι τον θεωρώ πολύ σημαντικό και ιδιαίτερο συνθέτη, τα τραγούδια του θέλουν και δεύτερη και τρίτη ακρόαση για να τα οικειοποιηθεί κάποιος, αλλά για μένα έχουν εξαιρετική ομορφιά. Με έναν καινοτόμο και πολύ ιδιαίτερο τρόπο χρησιμοποιεί λαϊκά στοιχεία και παραδοσιακά της Κρήτης και τον ευχαριστώ πάντα, αν και πολλές φορές είναι δύσκολο να τα βάζω στα προγράμματά μου, γιατί ο κόσμος θέλει να ακούει κυρίως τραγούδια που γνωρίζει και με τα οποία έχει συνδεθεί, τα άγνωστα τον κρατούν αμήχανο. Τα τραγούδια του είναι όμορφα και δύσκολα, ακόμα και για τους μουσικούς· για να βάλεις στο πρόγραμμα ένα τραγούδι του Μαμαγκάκη πρέπει να κάνεις μια μέρα ολόκληρη πρόβα.

 

• Τα τραγούδια λένε τις ιστορίες τους κι εμείς, κάθε άνθρωπος, συνδέουμε αυτή την ιστορία με κάτι δικό μας. Αυτά είναι και τα τραγούδια που με συγκινούν όταν τραγουδώ, όσα κρύβουν μια ιστορία που την πλάθεις με τον δικό σου τρόπο. Και συνδεόμαστε με πολλά και διαφορετικά τραγούδια, είναι μια διέξοδος.

 

692
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Τότε πήγα στη ΛΥΡΑ, στη δισκογραφική εταιρεία που είχε παράρτημα στη Θεσσαλονίκη και εκεί δούλευε η Ντόρα Ρίζου, μια πανέξυπνη γυναίκα, ευφάνταστη, ανοιχτόμυαλη, με ένστικτο μουσικό, ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο έκανα όλες μου τις δουλειές, ο καλός μου άγγελος στη δισκογραφία, όπως και ο Παπάζογλου ήταν στην ουσία ο συνδετικός κρίκος όλων όσοι ήμασταν τότε στη Θεσσαλονίκη, γιατί είχε το Αγροτικόν, ένα πολύ καλό επαγγελματικό στούντιο, που ήταν κι ένα στέκι καλλιτεχνικό, περνούσαν όλοι και ο Νίκος πάντα βοηθούσε. Εκεί έκαναν την πρώτη τους δουλειά οι Τρύπες, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ήταν ένα σημείο αναφοράς για τη μουσική σκηνή της πόλης, ένα πολύ σημαντικό κύτταρο πολιτισμού.

 

• Ένα βράδυ, ενώ τραγουδούσα ‒θυμάμαι και το τραγούδι που έλεγα, το «Επτά Νάνοι στο στο s/s Cyrenia» του Μικρούτσικου‒, μπήκε στο μαγαζί ο Παπάζογλου με τη Χαρούλα Αλεξίου. Πήγα να πέσω από το σκαμπό, πήγα να λιποθυμήσω. Είμαι μεγάλη θαυμάστριά της, είναι τεράστια τραγουδίστρια, και τα τραγούδια και οι ερμηνείες της με έχουν σημαδέψει απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου να την ακούω για πρώτη φορά να τραγουδά το «Μια καλημέρα είναι αυτή». Είναι η μεγάλη μου δασκάλα και νιώθω συνδεδεμένη με τα τραγούδια της. Ήμουν τυχερή γιατί, μετά από ένα καλοκαίρι, με πήρε κοντά της, μαζί με τον Κώστα Μακεδόνα ‒ ήμασταν οι δυο νέοι που πήρε μαζί της.

 

• Στη μουσική ομάδα του Παπάζογλου έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε ο Σωκράτης Μάλαμας, που είχε κάνει και μια δισκογραφική δουλειά, τις «Ασπρόμαυρες ιστορίες», υπέροχες ροκ μπαλάντες. Η Ντόρα Ρίζου ήταν αυτή που μου πρότεινε να μου γράψει τραγούδια ο Μάλαμας, εγώ φοβόμουν, ήμουν μια λαϊκή τραγουδίστρια, ο Μάλαμας είχε άλλο ύφος. Έτσι κάναμε τα «Τραγούδια τη μέρας και της νύχτας», τη δουλειά που με έκανε γνωστή και μας συνέδεσε και στα μάτια του κόσμου. Μας συνέδεσε πολύ ο κόσμος, να το πω αυτό, όλοι μας θεωρούσαν, και θεωρούν ακόμα και σήμερα, ότι υπήρξαμε ζευγάρι, όμως ήμασταν φίλοι, συνεργάτες, δεν ήμασταν ποτέ μαζί με τον Σωκράτη.

 

Μελίνα Κανά
Μας συνέδεσε πολύ ο κόσμος, να το πω αυτό, όλοι μας θεωρούσαν, και θεωρούν ακόμα και σήμερα, ότι υπήρξαμε ζευγάρι, όμως ήμασταν φίλοι, συνεργάτες, δεν ήμασταν ποτέ μαζί με τον Σωκράτη.
 
 

 

• Στη ζωή μου έκανα μακρόχρονες σχέσεις, δεν είχα πολλές. Έκανα δύο γάμους, έναν που κράτησε δεκάξι χρόνια, από τον οποίο έχω μια κόρη, μια καταπληκτική γυναίκα σήμερα, έναν δεύτερο, που κράτησε εννέα χρόνια, και σήμερα είμαι με τον σύντροφό μου τα τέσσερα τελευταία χρόνια, που δουλεύουμε μαζί, του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη και νιώθω ασφαλής δίπλα του, έχουμε κοινά γούστα σε πολλά και μια εξαιρετική καθημερινότητα. Ερωτευόμουν πολύ, στα πατώματα, αλλά ήμουν μονίμως σε σχέση, σε συμβίωση. Δεν είχα το μυαλό μου σε σχέσεις εφήμερες, ήμουν πολύ προσηλωμένη στον σύντροφό μου. Έφευγα όταν τελείωνε το πράγμα, όταν αισθανόμουν ότι δεν μπορούσα ούτε ήθελα να δώσω άλλο.

 

• Όταν ήρθα στην Αθήνα, στην αρχή δυσκολεύτηκα, μου έλειπε η Θεσσαλονίκη, την αγαπώ την πόλη μου πολύ. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι αναζητούσα κάτι, δεν μπορούσα να προσανατολιστώ και είχα ένα αίσθημα χάους, παρόλο που από την πρώτη στιγμή έμεινα στα Μελίσσια, που είναι όλα αυτά τα χρόνια η γειτονιά μου. Με ξέρουν και τους ξέρω όλους, ο φούρναρης, τα κορίτσια που δουλεύουν στα μαγαζιά, εδώ ψωνίζω, εδώ βγαίνω να πιω καφέ, δεν περιπλανήθηκα σε άλλες γειτονιές. Αυτό που μου έλειπε ήταν η θάλασσα και όποτε μπορώ πάω σε παραλίες, στην Εύβοια ή στα νησιά που αγαπώ, στη Σίφνο και την Κρήτη.

 

• Περιπετειώδη άνθρωπο δεν με λες, μόνο το καλοκαίρι ξεσηκώνομαι και θέλω να φύγω. Κατά τα άλλα, είμαι σπιτόγατος, μου αρέσει να ζω στο σπίτι, ένα σπίτι χωρίς πολλά βάρη, αντικείμενα, αναμνηστικά, θέλω να υπάρχει μια τάξη και να είναι ένας ορίζοντας καθαρός. Είμαι από αυτούς που θέλουν να είναι τακτικοί, δεν θέλω απλήρωτους λογαριασμούς, θέλω να μπορώ να φροντίσω το παιδί μου, τις υποχρεώσεις μου, να μπορώ να απολαύσω ένα καλό φαγητό και διακοπές. Eίμαι πρακτικός άνθρωπος και θέλω μεν το κεφάλι μου να είναι στον ουρανό, στην έμπνευσή μου, αλλά τα πόδια μου να είναι στη γη. Θα το πω απλά: περιουσία δεν έχω κάνει, αλλά δεν χρωστάω και μπορώ να ζήσω με αξιοπρέπεια και άνεση.

 

γερακαρης

• Μια σημαντική συνάντηση στη ζωή μου είναι ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, που τον γνώρισα όταν άκουσα σε μια κασέτα τραγούδια του που είχε ο Μάλαμας. Ήταν ένας νέος τραγουδοποιός από τη Λάρισα τότε, τον θεωρώ διανοούμενο του τραγουδιού. Όταν άκουσα τα τραγούδια του, θεώρησα ότι ήταν κάτι τόσο καινούργιο και με τόσο βαθιές ρίζες στην παράδοση, ήταν μοναδικά. Κάναμε τότε εμφανίσεις με τον Μάλαμα στο Ραβάναστρο και λέγαμε τα δικά μας τραγούδια, που ήταν παντελώς άγνωστα, αλλά είχαμε το θάρρος να τα υποστηρίζουμε, και εκεί γνώρισα τον Θανάση. Και πάλι μέσω της Ντόρας Ρίζου κάναμε τον δίσκο «Της αγάπης γερακάρης» με τραγούδια που τα λέω και χαίρομαι που η νέα γενιά τα γνωρίζει και τα αγαπάει ιδιαίτερα. Σήμερα ο Σωκράτης και ο Θανάσης είναι δυο ονόματα τεράστια στον χώρο, τότε ήμασταν όλοι νέοι, που ξεκινούσαμε, αλλά τους πίστευα πάντα πολύ, ότι θα φτάσουν ψηλά, και είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτό. Δεν κάνουμε παρέα όπως παλιά, ζούμε μακριά πια.

 

• Έχουμε σπουδαία τραγούδια ελληνικά, από παραδοσιακά μέχρι σύγχρονα. Νομίζω ότι το ελληνικό τραγούδι είναι ζωντανό, θρέφει τις γενιές, μάλιστα υπάρχουν τραγούδια που τα αγαπούν άνθρωποι από διαφορετικές γενιές, αυτές οι δημιουργίες γεννούν μια διαχρονία συγκίνησης και αισθημάτων. Παρακολουθώ και τη νέα σκηνή που βγάζει ταλέντα: η Μποφίλιου με τον Καραμουρατίδη και τον Ευαγγελάτο, αυτή η τριάδα που έδωσε σπουδαία τραγούδια, μου αρέσει ο Πέτρος Μάλαμας, η Μαρία Παπαγεωργίου επίσης, η Μαρίζα Ρίζου, η Γεωργία Νταγάκη, η Ιουλία Καραπατάκη, η Ασπασία Στρατηγού, η Μαρία Αναματερού, ο Σταύρος Σιόλας, είναι πολλές οι καλές δυνάμεις και οι φωνές και μεγάλη η ενέργεια που εκπέμπουν.

 

• Η διάλυση της δισκογραφίας με αποδιοργάνωσε εντελώς. Εγώ ανήκα στη γενιά που ήξερε τα βήματα που θα κάνει, έχασα τα πατήματά μου και καθώς δεν έχω και καλή σχέση με την τεχνολογία, έπρεπε να αρχίσω από την αρχή. Με άφησε πίσω όλο αυτό και δυσκολευόμουν να βρω τα νήματα για να φτάσω εκεί όπου ήθελα. Ήμουν τυχερή γιατί οι άνθρωποι στον χώρο με εκτιμούν και με είχαν στον νου τους, έτσι έφταναν στα χέρια μου τραγούδια πολύ όμορφα, πολύ αξιόλογων και νέων δημιουργών.

 

• Οι φίλοι μου είναι εκτός χώρου ‒ μπορεί να είναι και τυχαίο. Αγαπώ και εκτιμώ όσους έχουμε δουλέψει μαζί και έχουμε καλή σχέση, αλλά οι παρέες μου είναι εκτός. Τους ακούω τους φίλους μου, αλλά είμαι άνθρωπος που φιλτράρει πολύ την κριτική, την άποψη, τη σκέφτομαι, πάντα θέλω να μπαίνω στη θέση του άλλου, να καταλαβαίνω την πρόθεση, το κίνητρο, όχι από καχυποψία, αλλά επειδή όλα έχουν πολλές πλευρές και καλό είναι να βλέπουμε τα πράγματα πιο σφαιρικά, πιο ήρεμα. Γι’ αυτό δεν μου αρέσει αυτή η τοξικότητα, η εύκολη κρίση που πολλές φορές προσβάλλει τους άλλους και δεν μπορείς να την πάρεις πίσω, επηρεάζει τους άλλους. Γι’ αυτό δεν μιλώ πολύ δημοσίως, έχουμε όλοι άποψη, αλλά δεν ξέρω αν αξίζει να μπαίνει υποχρεωτικά στον δημόσιο διάλογο. Οι άνθρωποι που με ενοχλούν περισσότερο είναι οι αγενείς και οι ξερόλες, οι φασίστες, οι ρατσιστές, οι κακοποιητές. Με τις αποκαλύψεις αυτές που έγιναν στο θέατρο απογοητεύτηκα και στενοχωρήθηκα πολύ, αλλά στο τέλος χαίρομαι γιατί αποκαλύφθηκαν και θέλω να γίνει ένα ξεκαθάρισμα, να σταματήσει αυτό το φαινόμενο, όχι μόνο σε χώρους που είναι πιο προβεβλημένοι αλλά και σε κάθε εργασιακό χώρο ‒ μακάρι να πάψουν να υπάρχουν.

 

Μελίνα Κανά
Εμένα αυτό που με κράτησε όρθια, η μεγάλη μου παρηγοριά, ήταν η προσευχή. Προσευχόμουν αδιάλειπτα, ακατάπαυστα, από μικρό παιδί, γιατί μεγάλωσα σε ένα σπίτι με καλούς ανθρώπους, που πίστευαν στη δύναμη της προσευχής. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

• Αυτό που με κάνει ευτυχισμένη είναι η εσωτερική μου ηρεμία. Τι σημαίνει αυτό; Να είναι οι άνθρωποί μου καλά και να μπορώ να πέφτω στο μαξιλάρι μου χωρίς θυμό, κακία και τύψεις για κάτι, να το νιώθω δροσερό και ελαφρύ. Δεν ζητώ πολλά για να είμαι καλά. Νεότερη υπήρξα άνθρωπος έντονος, ήμουν θυμώδης, δεν βουτούσα τη γλώσσα στο μυαλό πριν μιλήσω, αυτό που με ενοχλούσε το έλεγα με έντονο τρόπο και μπορεί να γινόμουν προσβλητική. Μεγαλώνοντας και με την εμπειρία των χρόνων, είδα ότι είχα συμπεριφορές που πλήγωναν τους ανθρώπους και γύριζαν μπούμερανγκ, γιατί ένιωθα κι εγώ άσχημα και κατάλαβα ότι τελικά είμαι ένας απλός άνθρωπος που παθαίνει μια σύγχυση όταν του συμβαίνουν έντονα πράγματα. Δεν είμαι των έντονων πραγμάτων, θέλω ηρεμία, συγκεκριμένα πράγματα, να τα κατανοώ, έχω ένα απλό μυαλό, τα σύνθετα και τα πολύπλοκα μου δημιουργούν άγχος και αντιδρώ σπασμωδικά, τρομάζω σαν μικρό παιδί.

 

• Στη ζωή είχα δυο μεγάλες περιπέτειες υγείας που με μεταμόρφωσαν ως άνθρωπο, μεταμόρφωσαν τον χαρακτήρα μου. Στα τριάντα εφτά μου έπαθα έμφραγμα και στα σαράντα ένα μου έκανα μια πολύ δύσκολη εγχείρηση στον αυχένα από ένα παλιό χτύπημα που είχε δημιουργήσει πρόβλημα στον μυελό των οστών. Το ότι περπατάω και είμαι όρθια είναι θαύμα. Την ίδια περίοδο αυτό το στρες, ο φόβος και η απύθμενη θλίψη με οδήγησαν σε κρίση μανιοκατάθλιψης, νοσηλεύτηκα και αυτό με έκανε να δω ότι είναι πολύ σημαντικό να ξέρω τα όριά μου, να διαφυλάττω τον εαυτό μου και να τον προστατεύω από καταστάσεις και ανθρώπους που δεν με βοηθούν να γίνω καλύτερος άνθρωπος και να ζήσω μια ήσυχη ζωή. Άρχισα να εκτιμώ όσα είχα κατακτήσει, τα απλά, καθημερινά πράγματα και την εσωτερική μου καθαρότητα. Δημιούργησαν μια τεράστια ρωγμή στη ζωή μου και τα δυο τα περιστατικά, ξαφνικά κατάλαβα ότι δεν είμαι αθάνατη, η αίσθηση που έχουμε όταν είμαστε νέοι, είδα ότι δεν πρέπει να δίνω σημασία σε επουσιώδη και ανούσια πράγματα. Παρόλο που λέμε ότι είναι ένα χτύπημα που σου δίνει ο θεός και αυτό σε βοηθάει να προχωρήσεις, μια ασθένεια είναι μια ασθένεια και αφήνει το σημάδι της.

 

• Εμένα αυτό που με κράτησε όρθια, η μεγάλη μου παρηγοριά, ήταν η προσευχή. Προσευχόμουν αδιάλειπτα, ακατάπαυστα, από μικρό παιδί, γιατί μεγάλωσα σε ένα σπίτι με καλούς ανθρώπους, που πίστευαν στη δύναμη της προσευχής. Ήταν η καταφυγή μου και έβλεπα έμπρακτα τη βοήθεια που μου ερχόταν. Μόλις απελπιζόμουν, είχα ένα σημάδι που μου έδινε δύναμη, μου έλεγε «κοίτα, μη χάνεις το κουράγιο σου», σαν να χύνεται μέσα μου μια δροσιά στην κάψα της ταλαιπωρίας μου, ένιωθα αυτή την ανακούφιση.

 

• Τα τραγούδια που με συγκινούν ιδιαίτερα είναι αυτά που έχουν μια ιστορία, μια αφήγηση κινηματογραφική και έχω και μια ας την πούμε άποψη για την ερμηνεία: πρέπει να αποκωδικοποιείς το συναίσθημα που διέπει το τραγούδι, γι’ αυτό πρέπει να κατανοεί ο τραγουδιστής τον στίχο, γιατί μπορεί ένα τραγούδι να μη θέλει φωνάρα, αλλά έναν πιο λιτό τρόπο τραγουδίσματος. Νομίζω ότι πρέπει να βρεις τις λέξεις-κλειδιά, που δεν είναι απαραίτητα το πρωταγωνιστικό ρήμα, αλλά ένας σύνδεσμος, μια πρόθεση, και να τις πεις με έναν τρόπο που θα βοηθήσει τον ακροατή να κατανοήσει τον στίχο, να τον αισθανθεί και να κάνει το τραγούδι δικό του. Και να το ντύσεις αυτό με έναν όμορφο τρόπο που μπορεί να είναι και ήπιος, αδύναμος, αλλά να μπορεί να φτάσει κάτω.

 

• Την καλύτερη συμβουλή που έχω πάρει στη ζωή μου μού την έδωσε η αγαπημένη γιαγιά μου, η Ελισάβετ. Κάποια στιγμή, μικρούλα, μέσα στον κόσμο των παραμυθιών χαμένη, την είχα ρωτήσει τι θα ήταν καλύτερο να γίνω όταν μεγαλώσω, πριγκίπισσα, νεράιδα, γοργόνα; Και μου λέει: «Παιδάκι μου, η καλύτερη ζωή είναι η απλή ζωή». Είναι η λέξη-κλειδί της ζωής μου και κάποια στιγμή, που η ζωή μου άνοιξε σε έναν πιο κοινωνικοποιημένο και δημόσιο βίο, με τα φώτα της σκηνής, το χειροκρότημα, όλα αυτά που είναι εύκολο να σε παρασύρουν, είχα αυτό το φρένο. Είμαι τύπος που δεν μου αρέσουν τα μεγάλα πράγματα. Όπως δεν μου αρέσουν τα πολλά πράγματα και θέλω λίγα και λιτά, τα απαραίτητα, δεν αγαπώ τα μεγάλα. Είτε παραλίες, είτε σπίτια είναι αυτά, είτε τα φώτα της δόξας, δεν τα αγαπώ. Είμαι ευγνώμων γιατί το τραγούδι, που είναι η δουλειά μου, από την οποία βιοπορίζομαι, είναι και το χόμπι μου και μου δημιουργεί ενθουσιασμό και χαρά κάθε φορά που συναντώ το κοινό. Είναι μια ζωή που με κρατά ζωντανή παραγωγική και δημιουργική.

 

Το νέο τραγούδι Σπίθα σε μουσική Θέμη Καραμουρατίδη και στίχους Λιζέτας Καλημέρα κυκλοφορεί από την Panik Oxygen. 

 

Η Μελίνα Κανά εμφανίζεται με τον Γιώργο και τον Νίκο Στρατάκη στην Τεχνόπολη Αθηνών στις 5/7 και στο Θέατρο Βράχων στις 22/7 με τη Λιζέτα Καλημέρη. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.