Το Tell Me About America –από την Klik Records–, είναι ένα ηχητικό ταξίδι στις αχανείς λεωφόρους της αμερικανικής ηπείρου, σε αναζήτηση του American Dream. Με συνοδεία καφέ μιλάει για το έργο του, την κατάσταση της ελληνικής δισκογραφίας, και εξηγεί για ποιο λόγο επέλεξε την Αμερική ως σημείο αναφοράς.

«Ξεκίνησα από ένα ωδείο, με μαθήματα κλασικής κιθάρας, και από τότε δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι θα σταματήσω κάποτε να ασχολούμαι με τη μουσική. Στα 19, η μόνη μου ασχολία ήταν η σύνθεση κλασικής μουσικής, έγραφα κουαρτέτα, σουίτες για κιθάρα – ήμουν σ’ αυτό το trip. Παράλληλα άκουγα το αγγλικό new wave, το οποίο στη συνέχεια απέρριψα συλλήβδην. Άρχισα να ακούω blues και acid jazz, και το ’94 έκανα το πρώτο dub demo – ευρωπαϊκό dub, όχι τζαμαϊκάνικο. Μετά γνωρίστηκα με τον Mad Professor και το 1999 συνεργάστηκα με τον Rootsman. Ταυτόχρονα έφτιαξα το πρώτο άλμπουμ σαν Delay Exhibition, που κυκλοφόρησε το 2000, και έκανα παραγωγή σε διάφορους έλληνες καλλιτέχνες. Ο δεύτερος δίσκος των Delay Exhibition, το «Visions of Truth», κυκλοφόρησε το 2005 – ένα πιο αυτοβιογραφικό άλμπουμ, με dub στοιχεία και απαγγελία, ένας αρκετά σκληρός στους στίχους δίσκος. Ήθελα να κάνω κάτι πιο εξωστρεφές όμως, να προσπαθήσω να φύγω όλο και πιο πολύ από τον ευρωπαϊκό ήχο, στην απέναντι πλευρά, στην Αμερική.

»Μου αρέσουν οι αφηγήσεις, το τι θα μου πει ο άλλος από κάθε χώρα που πάει. Δεν είμαι ιδιαίτερα των ταξιδιών, να πάρω μια τσάντα και να ανακαλύπτω τον κόσμο, έχω μία πεσοϊκή αντίληψη για το ταξίδι. Έχω πάει βέβαια Αμερική, και στο L.A. και στη Νέα Υόρκη. Αν πας σε αυτή τη χώρα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να γυρίσεις ίδιος με αυτό που ήσουν πριν. Είναι απίθανο. Πέρα από το ότι είναι τρομερά μεγάλη και το ότι έχει πολύ διαφορετική κουλτούρα, νιώθεις πολύ πιο ελεύθερος να κάνεις πράγματα και συνειδητοποιείς το τι είσαι εδώ. Ειλικρινά, μου ακούγεται αστείο αυτό το περί ευρωπαϊκών μητροπόλεων. Δεν μπορούν τα επηρεάσουν πια το ίδιο, έχει μια πολύ παλιά κουλτούρα η Ευρώπη, δεν μπορείς να δημιουργήσεις καινούργια πράγματα. Πάντα θα έχει πιο αβάν γκαρντ πράγματα η Ευρώπη, αυτό το συναίσθημα που έχεις όταν περπατάς στην Sunset Boulevard δεν μπορεί να το ζήσεις. Δεν υπάρχει καχυποψία, υπάρχει μια φιλική διάθεση γι’ αυτό που είσαι, δεν υπάρχει αυτό το «τι εννοείς;» το ελληνικό.

»Η Αμερική έχει ανοιχτό ορίζοντα, το βλέπεις στην κυριολεξία, όχι μόνο μεταφορικά, με το που φτάνεις στη Νέα Υόρκη. Η ίδια η χώρα σού ανοίγει το δρόμο σου λέει «do something». Εκεί συνειδητοποιείς ότι ο κόσμος είναι τεράστιος.

»Στη Θεσσαλονίκη ζεις με διαφορετικό τρόπο τη μουσική, υπάρχουν πολύ περισσότερα συγκροτήματα και ο καθένας έχει αυτό το American Dream, να κάνει το δίσκο του και να πουλήσει. Υπάρχουν καλλιτέχνες στη Θεσσαλονίκη, το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουν τον τρόπο, πώς να φτάσουν να λειτουργήσουν μέσα στο μουσικό σύστημα. Τα βλέπουν πολύ ρομαντικά τα πράγματα, πιστεύουν δηλαδή ότι με ένα demo θα τους πάρει η εταιρεία, θα τους ακούσει και θα τους υπογράψει. Δεν γίνεται αυτό πια, έχει αλλάξει ο τρόπος. Αυτό που κάνανε οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά το ’90 είναι δύσκολο να ξαναγίνει.

»Όλοι γνωρίζουν ότι η πόλη έχει υλικό αξιόλογο, δεν υπάρχει όμως μια εταιρεία να τα στηρίξει. Μια σοβαρή εταιρεία. Υπάρχουν μικρές, αλλά δεν μπορούν να στηρίξουν το υλικό τους. Επίσης δεν υπάρχουν media – μπορεί να υπάρχουν μερικοί κακοί σταθμοί και η ΕΤ3, αλλά δεν τα έχεις στα χέρια σου, δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Ακόμα και οι δύο εφημερίδες που έχει θα προτιμήσουν τον καλλιτέχνη από την Αθήνα που παίζει στο Φιξ από ένα τοπικό συγκρότημα. Αυτή είναι η ελληνική κι η ευρωπαϊκή πραγματικότητα, δυστυχώς.

»Από την εμπειρία μου απ’ την Αγγλία τα τελευταία δύο χρόνια και από διάφορους παραγωγούς και μουσικούς που έχω συναναστραφεί, το συμπέρασμα είναι ότι οι Άγγλοι φέρονται ρατσιστικά. Συνεργάστηκα με μια τραγουδίστρια που ζούσε εκεί, η οποία δεν ήταν Αγγλίδα αλλά Ελληνομαλτέζα, και μπορώ να σου πω μία απάντηση αγγλικής εταιρείας που έλαβε: γιατί να κυκλοφορήσω μια Ελληνομαλτέζα και όχι μια Αγγλίδα; Αυτό δεν είναι επιχείρημα. Παρ’ όλο που στην πραγματικότητα είναι πιο εύκολο να «τρέξεις» μία Αγγλίδα. Αυτό στην Αμερική δεν θα το άκουγες σε καμιά περίπτωση. Ο Αμερικάνος θα έλεγε “ας κάνουμε business” – δεν τον ενδιαφέρει η εθνικότητα, αρκεί να έχεις καλή φωνή και να είναι καλό το project. Στην Ελλάδα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ό,τι είναι ξένο είναι καλύτερο. Ίσως η γενιά μας το αλλάξει αυτό, γιατί υπάρχει μια θετική προδιάθεση στην ελληνική μουσική σκηνή. Το ίδιο το σύστημα δεν θα αντέξει, αν συνεχίσει να λειτουργεί όπως τώρα.

»Καμιά χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει απορρίπτοντας την τοπική μουσική σκηνή, οφείλεις να κάνεις κι εσύ ό,τι κάνουν οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, οι Αμερικάνοι για τα δικά τους πράγματα, για να μπορέσεις κάποια στιγμή να τους εξαγάγεις. Δες τους Γερμανούς και τους Αυστριακούς, τι σκηνή έφτιαξαν στα 90s. Βέβαια, χρειάζεται να υπάρχουν εταιρείες για να στηρίξουν και να προμοτάρουν όλο αυτό και να γίνει παγκόσμιο, δεν μπορεί να κατάφεραν οι Γερμανοί να κάνουν την Kompakt νούμερο ένα στη χορευτική μουσική –που η Κολωνία είναι κάτι αντίστοιχο της Λάρισας–, δεν μπορεί κάθε πόλη να έχει εταιρεία και να βγαίνουν σκηνές, κι εδώ να περιμένεις από μία πόλη –άντε από δύο– να κάνουν κάτι. Ούτε οι Portishead έμεναν στο Λονδίνο ούτε οι Massive Attack, το Bristol αναλογικά είναι κάτι σαν τα Γιαννιτσά – θα έβγαιναν ποτέ στην επιφάνεια αν ήταν Έλληνες; Δεν νομίζω…

»Τα ελληνικά majors, τα οποία είναι υποκαταστήματα, λειτουργούν με πολύ κακό τρόπο – ως βιοτεχνία, όχι ως βιομηχανία. Είναι σε μία φάση που δεν ξέρουν σχεδόν τίποτα για τη βιομηχανία. Κανονικά θα έπρεπε να ψάχνουν να βρούνε γκρουπ. Δεν ψάχνουν για το καινούργιο, το σνομπάρουν, γι’ αυτό και κλείνουν. Δεν μπορεί να λειτουργήσει έτσι το σύστημα. Η Warner έκλεισε, η Sony ουσιαστικά προμοτάρει μόνο ελληνικά, παρ’ όλο που το μεγάλο budget έρχεται από τα ξένα που έχει. Και φαντάσου ότι η Sony BMG είναι κολοσσός, είναι νούμερο δύο παγκοσμίως. Η Universal, που είναι νούμερο ένα, έχει το 30% της παγκόσμιας αγοράς μόνη της, και η εδώ Universal παραπαίει. Ήταν κρίμα που η Virgin έκλεισε, γιατί ήταν καλή εταιρεία. Ο Πετρίδης ήξερε, μπορούσε να προμοτάρει. Τον σέβομαι τρομερά, κι ήταν κρίμα που δεν κράτησε η εταιρεία του. Με την EMI συνεργάστηκα τελευταία φορά τον Ιούνιο, έκανα ένα remix για τους Μπλε.

»Η τραγουδίστρια του δίσκου, η Κασσάνδρα Δημοπούλου, είναι μια τραγουδίστρια όπερας που ζει στη Στουτγκάρδη και έχει την καριέρα της. Απλώς τη χρησιμοποίησα στα δικά μου electronica blues, και δεν ξέρω αν θα το ξανακάνει.

»Βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρουσα την electronica από τη ροκ μουσική, δεν νομίζω ότι μπορείς να κάνεις κάτι άλλο στη ροκ που να τείνει προς την πρόοδο της μουσικής. Στην electronica αναγκαστικά –κάθε μήνα, κάθε χρόνο– θα πρέπει να αλλάζεις τον ήχο σου, να αλλάζεις την τεχνολογία, να αλλάζεις τις γνώσεις σου, ουσιαστικά ο ίδιος λες “εγώ θα προοδεύω”. Στη ροκ έχεις τέσσερις φίλους που πίνεις μαζί τους μπίρες, και μετά γράφεις ένα κομμάτι. Απ’ την άλλη, η ροκ πουλάει σταθερά και είναι πολύ πιο συναρπαστική πάνω στη σκηνή απ’ ό,τι η electronica.

»Επιτυχία είναι αυτό που κάνουμε αυτή τη στιγμή, να προκαλέσεις δηλαδή το ενδιαφέρον, να είσαι στο ραδιόφωνο – περισσότερο απ’ όλα όμως επιτυχία είναι να καταλάβει ο άλλος την αξιοπρέπεια πίσω από κάθε κομμάτι, το ότι κάποιος άνθρωπος δούλεψε γι’ αυτό και το εκθέτει.

»Αποκλείεται να διαβάσεις μία κακή κριτική και να μην πληγωθείς, από την άλλη όμως γίνεσαι και πιο ρεαλιστής, βλέπεις ότι σε κάποιο κοινό αυτό που έκανες ενόχλησε. Μπορεί να φταις κι εσύ, και πρέπει να αναδιαρθρώνεσαι ως προς το τι είσαι και τι κάνεις, δεν μπορείς να μένεις κολλημένος σ’ αυτό που θεωρείς εσύ σωστό. Δεν μπορεί να φταίνε όλοι οι άλλοι αν δεν έχεις απήχηση.