Tο So This Is Goodbye είναι ένα από τα άλμπουμ που σε έναν ιδανικό κόσμο θα κυριαρχούσε στο ραδιόφωνο και στους πίνακες επιτυχιών, και οι δημιουργοί του θα ήταν σούπερ σταρ. Σε παλιότερες εποχές σίγουρα θα ήταν. Το δεύτερο άλμπουμ των Καναδών Junior Boys έχει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα κορυφαία electro-pop άλμπουμ: μελωδικά synths που στολίζονται με δυνατές μπασογραμμές, μηχανικά χτυπήματα των χεριών που κρατούν το τέμπο, ήχους που θυμίζουν μπουρμπουλήθρες έτοιμες να εκραγούν σε ρυθμικά κρεσέντο, ψιθυριστά φωνητικά που προσθέτουν στα κομμάτια μια δόση αισθησιασμού – με αποκορύφωμά το Count Souvenirs, τον απόλυτο ύμνο στη μοναχικότητα και την απομόνωση, που θα μπορούσε να είναι ιστορία του John Haskell (το American Purgatorio π.χ.). Το So This Is Goodbye είναι γεμάτο από ιστορίες λατρείας και απέχθειας, χαράς και φόβου, γεμάτο από χαρακτήρες αληθοφανείς και περιστατικά που θα μπορούσαν να είναι πραγματικά, τα οποία ξεπηδούν μέσα από ήχους οικείους, που κάπου τους έχεις ξανακούσει αλλά δεν είναι καθόλου ξεπερασμένοι. Ένα άλμπουμ που οι έλληνες παραγωγοί και κριτικοί στα έντυπα αγνόησαν –ούτε καν μπήκαν στον κόπο ν’ ακούσουν–, κι ας περιέχει αυτόν ακριβώς τον ήχο που είναι ιδιαίτερα αγαπητός στο ελληνικό κοινό: ο ήχος των OMD, των Depeche Mode και του new wave που μεσουρανούσε στα 80s. Ρετρό και μοντέρνο ταυτόχρονα, που ακούγεται όπως εάν οι Neptunes έκαναν παραγωγή στην Emily Brontë – το πρώτο ηλεκτρό-φωτο concept άλμπουμ εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Ο Matt Didemus και ο Jeremy Greenspan, «υπεύθυνοι» για έναν από τους κορυφαίους δίσκους του 2006, μιλούν στη LifO για το παρελθόν, τις επιρροές τους και τη μουσική σκηνή της πατρίδας τους…

«Με τον John γνωρίστηκα όταν ήμασταν 13 ετών·» λέει ο Jeremy «ζούσαμε σε μια μικρή πόλη του Καναδά, όπου όλοι κατά κάποιον τρόπο ενδιαφέρονταν για τη μουσική. Φτιάξαμε ένα ροκ συγκρότημα και παίζαμε space rock. Ώς τα 14 μου οι μουσικοί μου ήρωες ήταν οι Rush, δεν είχα ακούσει ηλεκτρονική μουσική. Θυμάμαι ότι μικρός είχα αδυναμία στα μιούζικαλ και στο prog. rock, αυτά ήταν το πάθος μου: το West Side Story, οι Pink Floyd, οι King Krimson, οι Steely Dan και ο Neil Young. Στα 15 μου βρέθηκα στην Αγγλία – ήταν 1994-95. Μπήκα για τα καλά στη φάση της χορευτικής μουσικής. Ήταν σοκαριστική εμπειρία, η ζωή μου στην Αγγλία με άλλαξε εντελώς. Βρέθηκα σε ένα περιβάλλον που με βομβάρδιζαν καινούργιοι ήχοι: η Warp ήταν στα πάνω της, εγώ άκουγα Aphex Twin, μίνιμαλ techno, drum ’n’ bass, trance, Carl Cox· τρελάθηκα. Όταν επέστρεψα είχα σκοπό να φτιάξω με τον John ήχους που ήταν πρωτοποριακοί και κυριαρχούσαν στην underground σκηνή της Αγγλίας, όπως το 2step και το drum ’n’ bass των Metalheads, αλλά το ξανασκεφτήκαμε και δεν το επιχειρήσαμε. Το κάθε είδος λειτουργεί καλύτερα μέσα στο περιβάλλον που γεννιέται· η τοπική σκηνή είναι δύσκολο να μεταφερθεί έξω από το μικρόκοσμό της, κι αν μεταφερθεί δεν θα είναι το ίδιο. Υπάρχουν μουσικές που δεν λειτουργούν έξω από τις γεωγραφικές διαστάσεις της περιοχής απ’ όπου ξεπηδούν – το UK garage και το drum ’n’ bass π.χ. ήταν αδύνατο να τα απομονώσεις από το αγγλικό αστικό περιβάλλον, γιατί αποδυναμώνονταν. Αποφασίσαμε να φτιάξουμε ποπ μουσική που να πηγάζει απ’ τις επιρροές μας, κι η αλήθεια είναι ότι για μένα ήταν κάτι απελευθερωτικό. Με τον John φτιάξαμε 6 κομμάτια που μπήκαν τελικά στο Last Exit, και αμέσως μετά αποχώρησε από το συγκρότημα. Ο Matt, ο οποίος βοηθούσε ως μηχανικός ήχου απ’ την πρώτη στιγμή, έγινε το δεύτερο βασικό μέλος.

»Δεν μπορώ να σου ορίσω τι ακριβώς με έχει επηρεάσει απ’ την τέχνη του Καναδά. Υποθέτω πως ζωγράφοι σαν τον Christopher Pratt και τον David Milne ή οι ταινίες του Norman McLaren έχουν αφήσει τα σημάδια τους στο υποσυνείδητό μου, αλλά περισσότερο απ’ όλα νομίζω ότι με έχει επηρεάσει το ίδιο το περιβάλλον, η επαρχία και οι πόλεις του νότιου Οντάριο. Και οι δύο δίσκοι μου έχουν κάτι το «καναδικό», μπορώ να δω μέσα τους τις αχανείς εκτάσεις και την κενότητα που αισθάνεσαι όταν ταξιδεύεις στους ατέλειωτους αυτοκινητόδρομους, που νομίζεις ότι δεν φτάνουν πουθενά.

Δεν υπάρχει καναδική ηλεκτρονική σκηνή – η Αμερική αντιστέκεται σταθερά στους ηλεκτρονικούς ήχους. Τα bleep και η rave κουλτούρα που ενσωματώθηκαν στα καινούργια πράγματα της Ευρώπης, εδώ απλά εξατμίστηκαν· και όχι μόνο δεν δημιουργήθηκε σκηνή, αλλά τα περισσότερα από όσα προέκυψαν δεν μπορούν καν να ονομαστούν ηλεκτρονική μουσική.

»Έχω αδυναμία στους crooners, στον Frank Sinatra, τον Nat King Cole, τον Dean Martin, την Billie Holiday – έχουν μια ποιότητα που δεν βρίσκεις εύκολα σήμερα, μια χαλαρότητα και κάτι εύθραυστο στη φωνή, ενορχηστρώσεις που γεμίζουν το χώρο. Ακόμα και νεότεροι μουσικοί που μου αρέσουν, π.χ. οι Prefab Sprout και οι Talk Talk, έχουν μια παρόμοια ποιότητα. Ειδικά ο Sinatra, επειδή τα τραγούδια του απ’ τη μια είναι μελαγχολικά και αναφέρονται σε πληγωμένες σχέσεις, ενώ απ’ την άλλη δραματοποιούν πράγματα και μέρη – έχει τραγουδήσει για ένα σωρό πόλεις του κόσμου· είναι διαχρονικά μοντέρνος. Γι’ αυτό το When No One Cares ήταν το πρώτο τραγούδι που διασκευάσαμε για το So this Is Goodbye.

»Το τρίτο άλμπουμ μας θέλω να ηχογραφηθεί στην Κίνα. Θα ήταν ιδανικά αν τα καταφέρναμε να ηχογραφηθεί στη Σαγκάη και να μη θυμίζει σε τίποτα τα δύο προηγούμενα…