Πολύ πριν έρθει η εμπορική επιτυχία και η καλλιτεχνική αναγνώριση, ο Τιμ Μπέρτον βρισκόταν στην απέναντι πλευρά. Ένας αλλόκοτος νεαρός που γύριζε αλλόκοτες ταινίες, ένας υπάλληλος της Disney που δεν συμμεριζόταν τον ρόλο της στην παιδική φαντασία και πρότεινε αρκετά σκοτεινές δημιουργίες που μπορεί να μετέτρεπαν τα όνειρα των μικρών παιδιών σε εφιάλτες.

 

Το μυαλό του κατέβαζε αμέτρητες ιδέες ακόμη και πριν σπουδάσει την τέχνη του animation, με οδηγό την αγάπη του για κλασικές αλλά και πολλές κακές ταινίες φαντασίας, που τον οδηγούσαν σε μια σειρά έργων μικρού μήκους που και ο ίδιος δεν πίστευε ποτέ πως θα έβλεπαν άλλοι πέρα από το στενό του περιβάλλον. 

 

Το «Vincent» είναι ίσως η σημαντικότερη ταινία του, καθώς, αν και παίχτηκε σε περιορισμένη διανομή, σηματοδότησε την αλλαγή του από ερασιτέχνη δημιουργό σε επαγγελματία σκηνοθέτη.

 

Ο Μπέρτον ξεκινά να δημιουργεί το 1971, σε ηλικία μόλις 13 ετών, όντας ένας μέτριος, εσωστρεφής μαθητής που αποδρά με τη ζωγραφική, το σχέδιο και το σινεμά. Φτιάχνει μικρού μήκους ταινίες με μια κάμερα Super 8, χωρίς να τρέφει ελπίδες για αποδοχή ή αναγνώριση, μάλλον προσπαθώντας να σκοτώσει τον χρόνο του μέχρι να ξεκινήσει τις σπουδές του.

 

Θα γυρίσει, μεταξύ άλλων, το Island of Doctor Agor αλλά και ένα φιλμάκι μισού λεπτού για τον Χουντίνι, στο οποίο και πρωταγωνιστεί, ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα τεκμήρια εκείνης της περιόδου. Όσα σχέδια και έργα εκείνης της περιόδου διασώθηκαν, παρουσιάστηκαν σε μια μεγάλη έκθεση για το έργο του που έγινε στο MοMA το 2009.

 

 

 

Θέλοντας να ασχοληθεί επαγγελματικά με το σχέδιο και το σινεμά και να οργανώσει καλύτερα τις ιδέες του, θα βρεθεί στο Ινστιτούτου Τεχνών στην Καλιφόρνια, εκεί όπου θα σπουδάσει δημιουργία animated χαρακτήρων. Το ινστιτούτο συνεργαζόταν συχνά εκείνη την περίοδο με την Disney που ουσιαστικά έλεγχε το πρόγραμμα σπουδών και στο τέλος καλούσε τους σπουδαστές να παρουσιάσουν ένα έργο που θα μπορούσε να γίνει το σημείο εκκίνησης για μια μελλοντική συνεργασία.

 

Κι ενώ για τους περισσότερους κάτι τέτοιο έμοιαζε ονειρώδες, ο Μπέρτον χρόνια αργότερα περιέγραφε αυτή την περίοδο σαν ένα είδος στρατιωτικής θητείας, καθώς μάθαινε αποκλειστικά τις τεχνικές αλλά και τη γενικότερη φιλοσοφία της Disney από ανθρώπους που δεν άφηναν ελεύθερο το πνεύμα των νεαρών δημιουργών αλλά προσπαθούσαν να οριοθετήσουν τη θεματολογία τους.

 

Η ταινία που έκανε, πάντως, στο τέλος των σπουδών του, το «Stalk of the Celery Monster» (1979), θα κινήσει το ενδιαφέρον της Disney χάρη στην εκφραστικότητα των χαρακτήρων της και θα τον φέρει τελικά κάτω από τη στέγη της, δίνοντάς του την ευκαιρία να συνεισφέρει με σχέδια σε ήδη υπάρχοντα πρότζεκτ αλλά και να δημιουργήσει κάτι εντελώς καινούργιο.

 

 

 

Στην Disney θα δουλέψει, μάλλον απρόθυμα, σε έργα της εταιρείας, όπως η «Αλεπού και το Κυνηγόσκυλο», το «Μαύρο Καζάνι», ακόμη και το «Tron», όμως ό,τι σχέδια και αν δίνει δεν γίνονται αποδεκτά, καθώς δεν ταιριάζουν στη φιλοσοφία της εταιρείας. Παράλληλα, κάνει μόνος του δύο live action ταινίες μικρού μήκους, μηδαμινής σοβαρότητας, γυρισμένες με φίλους και συνεργάτες, τα «Doctor of Doom» (1980) και «Luau» (1982), που μέσα στην ανοησία τους αποτελούν ένα δείγμα της αγάπης του για τις φθηνές ταινίες φαντασίας του παρελθόντος και τους εξωφρενικούς αντιήρωες, αλλά και διάλυσης κάθε είδους ορίου πάνω στην αφήγηση.

 

Χωρίς να πιστεύει ότι θα τις έβλεπε ποτέ άλλος άνθρωπος πέρα από τον κύκλο του, ο Μπέρτον εδώ εμφανίζεται πιο ελεύθερος και αναρχικός από ποτέ, βγάζοντας τα απωθημένα του για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην Disney. 

 

 

 

 

 

Ό,τι έχει κάνει ως τώρα, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαγγελματική δουλειά προορισμένη να κυκλοφορήσει επίσημα. Αυτό θα το πετύχει το 1982, χρονιά που καταφέρνει να πείσει την Disney να επενδύσει ένα ποσό σε δικό του πρότζεκτ. Το «Vincent», γυρισμένο με την τεχνική του stop-motion animation, είναι η πρώτη πραγματικά σπουδαία δουλειά του με στοιχεία που σήμερα είναι άμεσα αναγνωρίσιμα και κυριάρχησαν στη μετέπειτα φιλμογραφία του.

 

Παράλληλα, είναι μια πολύ προσωπική δουλειά, έχοντας ως ήρωα ένα νεαρό, αγέλαστο παιδί που ζει στα προάστια και ονειρεύεται πως μια μέρα θα μοιάσει στο είδωλό του, τον Βίνσεντ Πράις. Ο Μπέρτον ευτύχησε να έχει στην ταινία τον ίδιο τον Πράις (το είδωλο και των δικών του παιδικών χρόνων), που ανέλαβε την αφήγηση, και έκανε ένα συγκινητικό άνοιγμα στο απόκοσμο σύμπαν των τεράτων και των τρελών επιστημόνων, καλώντας τα νεότερα παιδιά να τα δουν ως μέρος της φαντασίας τους και όχι ως κάτι τρομακτικό.

 

Το «Vincent» είναι ίσως η σημαντικότερη ταινία του, καθώς, αν και παίχτηκε σε περιορισμένη διανομή, σηματοδότησε την αλλαγή του από ερασιτέχνη δημιουργό σε επαγγελματία σκηνοθέτη.

 

Μετά το «Vincent», η Disney του ανέθεσε μια γιαπωνέζικη εκδοχή του παραμυθιού «Χάνσελ και Γκρέτελ» για να την προβάλει στο κανάλι της, όπως και που έκανε τη βραδιά του Halloween το 1983 – από τότε εξαφάνισε κάθε δείγμα της ταινίας, που για χρόνια ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί. Ο Μπέρτον, όμως, ενδιαφερόταν κυρίως για την επόμενη προσωπική του δουλειά, την τελευταία στην Disney, αμέσως μετά την οποία θα έφευγε με τη στάμπα του αποτυχημένου και απροσάρμοστου στη δική της φιλοσοφία. Κατά έναν εντελώς ειρωνικό τρόπο, αυτή ήταν που του άνοιξε τον δρόμο για τις ταινίες μεγάλου μήκους και τις συνεχόμενες επιτυχίες.

 

Στο «Frankenweenie», που το ξαναγύρισε το 2012 με stop-motion και μεγαλύτερη διάρκεια, έδειξε τις δυνατότητές του στις live action ταινίες. Διασκεύασε τον αγαπημένο του μύθο του Φρανκενστάιν τοποθετώντας τον στα προάστια μιας αμερικανικής πόλης, με ήρωα ένα παιδί που χάνει τον αγαπημένο του σκύλο και τον ξαναζωντανεύει μέσω της ηλεκτρικής ενέργειας. Ο χαρακτήρας του μοναχικού παιδιού, η ασπρόμαυρη φωτογραφία και το πάντρεμα επιστήμης και φαντασίας, μετέπειτα trademarks του σκηνοθέτη, ήταν πολύ σκοτεινά στοιχεία για ταινία της Disney, που την κυκλοφόρησε περιορισμένα και έστειλε τον Μπέρτον σπίτι του.

 

Όμως είχε κάνει ήδη αρκετούς φίλους και οι δύο τελευταίες ταινίες του άρεσαν σε αρκετό κόσμο στο Χόλιγουντ. Θα δουλέψει για λίγο στην τηλεόραση, μέχρι που ο Πολ Ρούμπενς θα του εμπιστευτεί την κινηματογραφική μεταφορά των περιπετειών του Pee-Wee Herman, βλέποντας σε αυτόν ένα φρέσκο σκηνοθετικό βλέμμα αλλά και κάτι που εκτιμάται πάντα στην κινηματογραφική βιομηχανία, το ότι μπορούσε να φτιάξει πετυχημένες ταινίες με σχετικά μικρό budget. Όλα κύλησαν όπως έπρεπε και στην πορεία ήρθαν ο Σκαθαροζούμης, ο Μπάτμαν, ο Τζόκερ, ο Ψαλιδοχέρης και οι υπόλοιποι ήρωες που αγαπήσαμε.