Στον «Οίκτο» του Μπάμπη Μακρίδη η χαρά έρχεται μόνο μέσα από τη λύπη

Στον «Οίκτο» του Μπάμπη Μακρίδη η χαρά έρχεται μόνο μέσα από τη λύπη Facebook Twitter
Υπάρχουν άνθρωποι που, ενώ σε ξέρουν χρόνια, σε γνωρίζουν πραγματικά όταν δουν τις ταινίες σου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
0

Αμέσως μετά την πρεμιέρα του «Οίκτου», της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας του, ο Μπάμπης Μακρίδης μου λέει ότι τον ξενίζουν κάπως οι φεστιβαλικές διοργανώσεις, οι επίσημες πρεμιέρες και γενικά τα δημοσιοσχετίστικα ιβέντ που απαιτεί η δουλειά του, αν και αναγνωρίζει τη σημασία τους, όχι μόνο για το ελληνικό αλλά και για το διεθνές κοινό.

Άλλωστε, η πρώτη του απόπειρα στη μεγάλου μήκους μυθοπλασία, το ιδιοσυγκρασιακό «L», είχε ξεκινήσει την προ εξαετίας πορεία του από τη Μέκκα των ανεξάρτητων, το Φεστιβάλ του Sundance, κι έγινε η πρώτη ελληνική ταινία που συμμετείχε στο διαγωνιστικό της αμερικανικής διοργάνωσης.

Τώρα, ο «Οίκτος», έχοντας επίσης κάνει την επίσημη πρώτη του στο έδαφος του Sundance, τον περασμένο χειμώνα, και ακολουθώντας μια εντυπωσιακή φεστιβαλική διαδρομή, προσγειώνεται στη Μικρή Σκηνή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, χτυπώντας ακόμα μια πρωτιά για τον Μακρίδη, καθώς γίνεται η πρώτη ταινία της οποίας την –αποκλειστική, τουλάχιστον για την πρώτη εβδομάδα– διανομή, αναλαμβάνει η Στέγη.

Μια κυρία στην Αμερική σηκώθηκε εξαγριωμένη και μου είπε «πού την είδατε την κωμωδία, κύριε;».

Το ξεκάθαρα «weird» σενάριο που συνυπογράφει μαζί με τον Ευθύμη Φιλίππου ακολουθεί έναν άνδρα που είναι εθισμένος στη λύπη των άλλων και δεν μπορεί να είναι χαρούμενος αν δεν την προκαλεί. Μιλάμε για τυπικά «φιλιππική» ιστορία και ο σκηνοθέτης, που εκτός από το «L» έχει στο ενεργητικό του μακρά προϋπηρεσία στη διαφήμιση, δηλώνει ότι αν υπάρχει ένας ξένος δημιουργός του οποίου το επόμενο βήμα περιμένει κάθε φορά με αγωνία, αυτός είναι ο «τρελός από τη Σουηδία», ο Ρόι Άντερσον. Η συζήτησή μας, πάντως, κινήθηκε σε απόλυτα ρεαλιστικό πλαίσιο!

— Η νέα σου ταινία ετοιμάζεται να βρει το κοινό της. Γιατί σε αγχώνουν οι πρεμιέρες;

Τα φεστιβάλ είναι μια διαδικασία σημαντική. Θα ήταν κρίμα να μένουν στο ράφι οι ταινίες. Κυκλοφορείς σε όλο τον κόσμο με κάτι που έχεις κάνει μακριά από αυτόν. Πάντα όμως μια πρεμιέρα, είτε γίνεται στο εξωτερικό είτε στη χώρα σου, είναι η πλήρης έκθεση, πράγμα που δεν είναι εύκολο. Ξαφνικά καταλαβαίνουν όλοι ποιος είσαι.

— Άρα αυτό σημαίνει ότι και οι δύο ταινίες σου έχουν κομμάτια του εαυτού σου.

Φυσικά. Καταθέτεις πράγματα. Υπάρχουν άνθρωποι που, ενώ σε ξέρουν χρόνια, σε γνωρίζουν πραγματικά όταν δουν τις ταινίες σου. Είναι αγχωτικό, αλλά και τόσο απελευθερωτικό από την άλλη. Δεν μπορείς να κρυφτείς, όταν κάνεις μια ταινία. Αλλιώς δεν πρέπει να την κάνεις.

— Έβλεπα πριν ξανά τα διαφημιστικά σου και σχημάτισα την εικόνα ενός ανθρώπου με πραγματικά έντονη αίσθηση του χιούμορ. Πολλά είναι αρκετά edgy, για τα συνήθη δεδομένα των ελληνικών εταιρειών.

Είναι τελείως άλλο πράγμα τα διαφημιστικά. Δεν είναι η δική μου έκφραση. Αλλά προσπαθούσα πάντα να κάνω σενάρια που με ενδιέφεραν. Είναι ωραία η διαφήμιση, πέρα από το ότι σε ζει και πληρώνει στην ουσία την ταινία που θες να κάνεις στη συνέχεια. Το συνεργείο είναι αυτό που βάζω και στις ταινίες μου, είναι οι φίλοι μου. Παράλληλα σε κρατάει σε επαφή. Σε άλλες εποχές είχα τέσσερις φορές τον μήνα γύρισμα. Κοιτούσα το βιζέρ συνέχεια. Δεν είμαι ο τύπος που θα κάνει μια ταινία ανά πέντε χρόνια και στο μεσοδιάστημα θα κάθεται σε μια σοφίτα και θα γράφει σενάρια, ο χαμένος καλλιτέχνης με τη φυματίωση πάνω από το ποτάμι. Δεν καταλαβαίνω πώς το κάνουν. Τα διαφημιστικά με κρατούν σε εγρήγορση, είμαι στην παιδική μου χαρά. Όχι βέβαια στη συχνότητα που έτρεχαν παλιά.

 

Διαφημιστική καμπάνια σε σκηνοθεσία Μπάμπη Μακρίδη

— Δεν τρέχουν λόγω συνθηκών ή από δική σου επιλογή;

Επειδή αλλάζουν οι γενιές. Έρχονται τα νέα παιδιά τώρα, όπως έγινε με εμάς, με άλλη φούρια.

— Πρεσβεύουν μια διαφορετική αισθητική από τη δική σας, πιο ινσταγκραμική.

Αυτό ακριβώς. Είναι λίγο του Vimeo η κατάσταση τώρα. Υπάρχουν πολλά ταλαντούχα παιδιά με αυτό το βλέμμα. Έχουν μειωθεί και τα μπάτζετ, έχει αλλάξει το πράγμα. Να έχουμε δουλειές να κάνουμε, για να μπορούμε να κάνουμε τις ταινίες μας μετά, αυτό έχει σημασία.

— Θεωρώ ότι το σενάριο του «Οίκτου» είναι από τα πιο αστεία που έχει γράψει ο Ευθύμης Φιλίππου.

Μετά το «L», πέρασε πολύς καιρός μέχρι να σκεφτούμε τι θα κάνουμε. Ο Ευθύμης είχε κι άλλα πράγματα, το «Chevalier» της Αθηνάς (Ραχήλ Τσαγγάρη) για παράδειγμα, και λίγο το είχαμε αφήσει να περάσει. Κάποια στιγμή μαζευτήκαμε και στο τραπέζι πέσανε διάφορες ιδέες. Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η συγκεκριμένη και αρχίσαμε να τη δουλεύουμε. Εγώ είμαι λίγο δύσκολος, τον έπρηξα τον Ευθύμη με πολλές αλλαγές και drafts.

— Πες μου για τη συνεργασία σας στη συνυπογραφή του σεναρίου.

Καθόμαστε, μιλάμε και την άλλη μέρα σου έχει ένα treatment 15 σελίδων που ξέρεις ποια θα είναι η ιστορία. Έχει αυτό το ταλέντο, είναι συγγραφέας. Μιλάμε, συζητάμε, γράφει. Γράφω και καμιά σκηνή εγώ, την αλλάζει μετά ο Ευθύμης, τη φέρνει στα λόγια του.

Στον «Οίκτο» του Μπάμπη Μακρίδη η χαρά έρχεται μόνο μέσα από τη λύπη Facebook Twitter
Τα φεστιβάλ είναι μια διαδικασία σημαντική. Θα ήταν κρίμα να μένουν στο ράφι οι ταινίες. Κυκλοφορείς σε όλο τον κόσμο με κάτι που έχεις κάνει μακριά από αυτόν. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Βρίσκεστε από κοντά;

Βέβαια, τα λέμε και μετά ανταλλάσσουμε σελίδες.

— Ποιο είναι το πλαίσιο των συναντήσεών σας; Με καφέ, με μπίρες;

Όπως είμαστε τώρα εδώ, χαλαρά. Με καφέδες, πολλές φορές με περπάτημα, φαγητό. Δεν είναι ότι θα πάμε να κλειστούμε στο βουνό για να κατεβάσουμε ιδέες. Με τίποτα δεν λειτουργεί αυτό. Είναι τελείως φιλικά και καθημερινά τα πράγματα. Γεννιούνται ιδέες, γράφονται σελίδες, πετιούνται άλλες, αλλά κράτησε πολύ καιρό αυτό γιατί εγώ ήμουν λίγο μπερδεμένος.

— Ως προς το δεύτερο κινηματογραφικό σου βήμα γενικά;

Όχι, ως προς το πού θα πάει η συγκεκριμένη ιστορία. Είχε πολλές προεκτάσεις. Και φυσικά θέλαμε να υπάρχει το χιούμορ. Είμαστε αστείοι άνθρωποι και δεν θα μπορούσε να λείπει. Δεν πιστεύω στο υπερβολικό δράμα. Πιο δραματική είναι μια ταινία όταν είναι αστεία. Έτσι προέκυψε ο «Οίκτος». Στο «L» το σενάριο ήταν πολύ πιο πλαστικό, φτιαχνόταν στο γύρισμα, o Ευθύμης ήταν με ένα στιλό στο σετ και έγραφε τους μονολόγους επί τόπου, δίπλα στην κάμερα. Εδώ είχε κλείσει η ιστορία και ήμασταν σίγουροι ότι αυτές είναι οι σκηνές. Στο μοντάζ βέβαια όλα αλλάζουν, οι σκηνές πάνε μπρος-πίσω.

— Και το αποτέλεσμα προέκυψε λιγότερο αυτοσχεδιαστικό, σε σχέση με το «L».

Είναι πιο αφηγηματικό. Το «L» που το αγαπώ πάρα πολύ ήταν πιο abstract ταινία, με πιο ποιητική και λυρική διάθεση. Ήταν ταινία αίσθησης. Έχω να τη δω καιρό βέβαια!

— Σου αρέσει να αναλύεις τα σενάριά σου ή είσαι της άποψης «ό,τι καταλάβει ο θεατής»;

Πιστεύω ότι τα πράγματα πρέπει να είναι ανοιχτά, να μην τα κατευθύνεις. Ο καθένας έχει άλλη ματιά και αυτό είναι το ωραίο με το σινεμά, λειτουργεί πολύ υποκειμενικά. Σίγουρα έχεις κάτι στο μυαλό σου, δεν μπορείς να πας στον αέρα, γιατί θα είναι όλο στον αέρα. Εδώ βέβαια ο τίτλος και μόνο σου δίνει μια κατεύθυνση...

— ... η αφίσα, το τρέιλερ... Καταλαβαίνεις τι θα δεις.

Κάποιοι το εκλαμβάνουν ως κωμωδία, άλλοι ως δράμα.

Στον «Οίκτο» του Μπάμπη Μακρίδη η χαρά έρχεται μόνο μέσα από τη λύπη Facebook Twitter
Δεν είμαι ο τύπος που θα κάνει μια ταινία ανά πέντε χρόνια και στο μεσοδιάστημα θα κάθεται σε μια σοφίτα και θα γράφει σενάρια, ο χαμένος καλλιτέχνης με τη φυματίωση πάνω από το ποτάμι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Για μένα όλα τα σενάρια του Φιλίππου είναι εντελώς κωμικά. Και μόνο η χρήση των λεκτικών γκαγκ μού φαίνεται απίστευτα αστεία.

Μια κυρία στην Αμερική σηκώθηκε εξαγριωμένη και μου είπε «πού την είδατε την κωμωδία, κύριε;».

— Επίσης θεωρώ ότι γελάω επειδή αυτά που βλέπω μου προκαλούν πάντα μεγάλη αμηχανία.

Υπάρχουν σίγουρα στιγμές που δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή όχι. Στην Αμερική, όπου θεωρητικά στα φεστιβάλ βλέπουμε μια σοβαρή arthouse ταινία και δεν πρέπει να γελάσουμε, επειδή δεν χαρακτηρίζεται ως κωμωδία ούτε οι ηθοποιοί παίζουν κωμικά, έλεγα στο κοινό, πριν από την προβολή, να μη φοβηθεί να γελάσει. Τους έβγαινε φοβερή ελευθερία, γελούσαν από τον πρώτο μεσότιτλο.

— Χειραγωγείται εύκολα το αμερικανικό κοινό, αυτή την αίσθηση έχω.

Έχει σίγουρα να κάνει με το mentality του κάθε λαού. Στο Ρότερνταμ δεν γελούσαν. Εδώ δεν ξέρω τι θα συμβεί. Μπορεί να μη γελάσει ο κόσμος. Ίσως λειτουργεί διαφορετικά ο υπότιτλος, σε αυτού του είδους το χιούμορ, όταν το διαβάζεις αντί να το ακούς στη γλώσσα σου.

Δεν είμαι ο τύπος που θα κάνει μια ταινία ανά πέντε χρόνια και στο μεσοδιάστημα θα κάθεται σε μια σοφίτα και θα γράφει σενάρια, ο χαμένος καλλιτέχνης με τη φυματίωση πάνω από το ποτάμι. Τα διαφημιστικά με κρατούν σε εγρήγορση, είμαι στην παιδική μου χαρά.

— Εξάλλου, πλέον, το weird κίνημα, για το οποίο έχει χυθεί τόσο πολύ μελάνι, ή σου αρέσει ή δεν σου αρέσει.

Σίγουρα, ή πας ή δεν πας μαζί του.

— Είναι έντονο το σχόλιο που κάνεις για την κοινωνία της αυτολύπησης, αλλά πέρα από αυτό, για μένα, η ιστορία έχει να κάνει και με τη ζήλια. Υπερεκθέτουμε τις ζωές μας με κάθε πιθανό τρόπο ώστε ζηλεύουμε ακόμα και τον οίκτο.

Δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου αυτή η σκέψη, είναι πολύ ενδιαφέρουσα.

— Γιατί επέλεξες να βάλεις τους μεσότιτλους ανάμεσα στις σκηνές;

Αυτό έγινε από την αρχή του γραψίματος, από τα πρώτα drafts. Αρχικά ήταν λιγότεροι και αφορούσαν διαφορετικές πρόζες. Οι θέσεις υπήρχαν αλλά αποφασίσαμε τελευταία στιγμή τι θα μπει. Μου αρέσει αισθητικά αυτό το λογοτεχνικό στοιχείο στην ιστορία. Ήθελα να εκφράσω και το τι σκέφτεται αυτός ο άνθρωπος, με κάποιο τρόπο. Δοκιμάσαμε κάποια στιγμή στο μοντάζ να τα ακούμε off, στη σκέψη του, αλλά το βρήκα λίγο ξενέρωτο.

Στον «Οίκτο» του Μπάμπη Μακρίδη η χαρά έρχεται μόνο μέσα από τη λύπη Facebook Twitter
Ο Γιάννης (Δρακόπουλος) ήταν μεγάλη έμπνευση. Είναι πολύ έξυπνος άνθρωπος και κατάλαβε απόλυτα τι κάνουμε. Έδιωξε τις γνώσεις του, δοκίμασε καινούργια πράγματα. Φωτο: Σκηνή από την ταινία, © Μαργαρίτα Νικητάκη

— Πόσο δύσκολο είναι να καθοδηγήσεις σκηνοθετικά τους ηθοποιούς σου σε ένα σενάριο του Φιλίππου, που είναι τόσο χαρακτηριστικό και η κινηματογραφική γραφή του έχει συνδεθεί απόλυτα με τις ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου; Πώς κατάφερες να είσαι «μέλος» του weird κινήματος, αλλά ταυτόχρονα, μέσα από αυτές τις δύο ταινίες, να αφήσεις και προσωπικό στίγμα;

Δεν κάνω κάτι συγκεκριμένο. Οι ηθοποιοί ήρθαν μια φορά στο σπίτι μου – ούτε καν όλοι, οι βασικοί. Είχαν διαβάσει το σενάριο. Τους έβαλα να ακούσουν το «Rest Aria» από τον πρώτο δίσκο των Residents. Είναι λίγο παραλογο-κωμικο-τραγικό αυτό το τραγούδι. Νομίζω ότι το καταλάβανε, όλοι. Μετά κάναμε άλλες δύο αναγνώσεις στο γραφείο της παραγωγής, με τους ηθοποιούς, απλώς για να τους ακούσω, κι έπειτα πήγαμε στο σετ. Δεν έκατσα να εξηγήσω στον καθένα ξεχωριστά ποιος είναι, από πού έρχεται και πού πάει, γιατί μετά είναι πολύ δύσκολο να αλλάξεις αυτό που φτιάχνει ο ηθοποιός στο μυαλό του. Μοτέρ, κατ, λίγες διορθώσεις σε κάποιες στιγμές...

— Αυτό προϋποθέτει τεράστια εμπιστοσύνη στους ηθοποιούς που επέλεξες, σωστά;

Αν έβλεπα ότι δεν έβγαινε, θα το ζορίζαμε περισσότερο μέχρι να βγει. Ο Γιάννης (Δρακόπουλος) ήταν μεγάλη έμπνευση. Είναι πολύ έξυπνος άνθρωπος και κατάλαβε απόλυτα τι κάνουμε. Έδιωξε τις γνώσεις του, δοκίμασε καινούργια πράγματα. Δεν κάναμε καν πολλές λήψεις. Πέντε, έξι; Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν τα κλάματα. Τα φοβόμουν, δεν μου αρέσει καν να τα βλέπω.

— Ναι, αλλά τα αποδομείς με τόσο αυτοσαρκαστικό τρόπο.

Το ξεπεράσαμε έτσι, ευτυχώς. Πήγε καλά. Δεν υπήρχε κάποια μέθοδος υποκριτική. Μια φυσική παρουσία των ανθρώπων μες στο κάδρο μόνο. Όσο και να προετοιμάζεσαι, να κάνεις πρόβες είκοσι-τριάντα μέρες, στο σετ, σε σπίτια, σε προβάδικο, όλα φτιάχνονται όταν ο ηθοποιός έρθει σε επαφή με τα όρια του κάδρου, με τα αντικείμενα που έχει δίπλα του, το φως που πέφτει εκείνη τη στιγμή. Εντάξει, σε άλλη ταινία, μελλοντικά, μπορεί να νιώσω ότι χρειάζομαι πρόβες. Σε μια ταινία τρόμου δεν μπορείς να πας έτσι, ας πούμε, μπορεί να γίνει γελοία καρικατούρα.

— Το στοιχείο της παραλιακής, του Φαλήρου, είναι πολύ έντονο. Γιατί επέλεξες να τοποθετήσεις τον «Οίκτο» εκεί;

Η ιδέα ήταν ότι ενώ αυτός ο άνθρωπος είναι έτσι, πρέπει όλα δίπλα του να είναι πανέμορφα. Δεν υπήρχε η ευκολία να την κάνουμε ασπρόμαυρη, μελαγχολική, να πέφτει βροχή στο τζάμι το φθινόπωρο.

Στον «Οίκτο» του Μπάμπη Μακρίδη η χαρά έρχεται μόνο μέσα από τη λύπη Facebook Twitter
Όσο και να προετοιμάζεσαι, να κάνεις πρόβες είκοσι-τριάντα μέρες, στο σετ, σε σπίτια, σε προβάδικο, όλα φτιάχνονται όταν ο ηθοποιός έρθει σε επαφή με τα όρια του κάδρου, με τα αντικείμενα που έχει δίπλα του, το φως που πέφτει εκείνη τη στιγμή. Φωτο: Σκηνή από την ταινία, © Μαργαρίτα Νικητάκη

— Άρα για σένα η ομορφιά της Αθήνας είναι κατά βάση στο παραλιακό μέτωπο;

Ναι, είναι η ριβιέρα μας! Θέλαμε αυτή την κόντρα: μαύρη ψυχολογία, ευχάριστο περιβάλλον. Θέλαμε πολύ φως. Έχουμε λίγα νυχτερινά πλάνα. Είναι η βόλτα μου η παραλιακή, πάω μέχρι τη Βουλιαγμένη και γυρίζω με τη βέσπα. Το σπίτι που θέλαμε είχε τεχνικά προβλήματα θορύβου, λόγω της Ποσειδώνος, αλλά τα λύσαμε. Θέλαμε μια υποψία '90s σε όλη την ταινία.

— Η αρχιτεκτονική έχει κι αυτή πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία.

Μου αρέσει πολύ ο χώρος στον κινηματογράφο. Το ρεπεράζ είναι η αγαπημένη μου ασχολία και την ταινία τη σκέφτομαι αφού βρω τον χώρο. Μπορεί πρώτα να βρω τον χώρο και μετά τον ηθοποιό. Μικρός, ήθελα να γίνω αρχιτέκτονας αλλά δεν τα κατάφερα, οπότε βγαίνει ένα απωθημένο. Θέλω να εντάσσω τον ηθοποιό στο περιβάλλον, παρά το αντίθετο. Μου δίνει μια ευκολία μάλλον αυτό. Βλέπω ένα σπίτι και σκέφτομαι «ποιος θα έμενε εδώ;». Έτσι πλάθω τον χαρακτήρα.

— Πώς νιώθεις που η Στέγη θα προβάλει –γι' αρχή, τουλάχιστον– σε αποκλειστικότητα την ταινία σου; Νομίζω ότι με αυτό τον τρόπο θα φτάσει σε διαφορετικό κοινό, το κοινό της Στέγης.

Το Ίδρυμα Ωνάση είναι παραγωγός, η Στέγη ήταν στην ταινία από την αρχή της. Μας βοήθησαν πολύ και όταν σκεφτόμασταν τρόπους αντισυμβατικής διανομής, δέχτηκαν την ιδέα μας. Είναι σημαντικό, έχεις μια «στέγη», μια υπέροχη αίθουσα και το κοινό της, αν έρθει. Μια δοκιμή είναι. Πιστεύω ότι οι ταινίες μας δεν είναι για να παίζονται σε 10 κινηματογράφους. Ακόμα κι αν βγαίναμε σε κανονική διανομή θα πίεζα να ήμασταν μία-δύο φορές την εβδομάδα κάπου, όχι κάθε μέρα.

— Όπως είχε κάνει, ας πούμε, ο Βεσλεμές με τη «Νορβηγία». Λειτουργεί καλύτερα αυτό για τις ταινίες σας, που έχουν, όπως και να το κάνουμε, συγκεκριμένο κοινό στην Ελλάδα;

Λειτουργεί και μπορεί έτσι να έχεις sold-out, οπότε νιώθεις ωραία. Θέλω να τη δουν οι φίλοι μου και αυτοί που δούλεψαν, και φυσικά το κοινό – για το κοινό είναι η ταινία. Ξέρω ότι μας αντιμετωπίζουν λίγο περίεργα.

— Εξακολουθείς, λοιπόν, να έχεις στο μυαλό σου ότι κάνεις ταινίες για το κοινό και όχι για εσωτερική κατανάλωση.

Από την αρχή! Κάνεις το δικό σου, αλλά ποιο το νόημα να το βλέπεις μόνο εσύ μετά; Το «L» το είδε πολύ λίγος κόσμος στην Αθήνα, αλλά κυκλοφόρησε σε όλο τον κόσμο και απέκτησε status στη συνέχεια. Ήθελα όμως να το δουν πιο πολλοί εδώ. Ελπίζω τον «Οίκτο», που είναι και λίγο πιο βατός, να έρθουν να τον δουν. Δεν θα στεναχωρηθώ πάρα πολύ, αλλά τις ταινίες τις κάνουμε για να χαθεί ένας άνθρωπος στις εικόνες μας, ίσως να τον αγγίξουν, κάτι να πάθει.

— Πριν κλείσουμε, θα μου πεις δυο λόγια για το επόμενο πρότζεκτ που ετοιμάζεις ήδη;

Κάνω ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους για τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη. Ξεκίνησε μέσω της Στέγης, μου έκαναν πρόταση για ένα making of της παράστασης του Νίκου Καραθάνου. Ήθελα να είναι κάτι άλλο. Τράβηξα τις πρόβες των παιδιών στην Αμερική και όλα θα μπλέξουν με λίγο φιξιόν, δεν θα είναι ακριβώς ένα ντοκιμαντέρ για την παράσταση, αλλά για ό,τι πρεσβεύει το έργο το ίδιο. Διάβασα το κείμενο, είδα το έργο και μου γεννήθηκαν εικόνες και ιδέες για τα πουλιά με έναν πιο ποιητικό τρόπο. Προχθές είχα πάει να τραβήξω αεροπλάνα σε μια επίδειξη στο Τατόι, που ήταν σαν πουλιά. Είναι ωραία διαδικασία, δεν το έχω ξανακάνει γιατί ποτέ δεν με ενδιέφερε ο ρεαλισμός. Γι' αυτό πάω να τον χαλάσω.

 

Οίκτος (trailer)

Info:

Οίκτος (Pity)

Σενάριο: Ευθύμης Φιλίππου, Μπάμπης Μακρίδης

Σκηνοθεσία: Μπάμπης Μακρίδης

Παίζουν: Γιάννης Δρακόπουλος, Εύη Σαουλίδου, Μάκης Παπαδημητρίου, Νότα Τσερνιάφσκι, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη, Νίκος Καραθάνος, Παναγιώτης Τασούλης, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Κώστας Ξυκομηνός, Κώστας Κοτούλας, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Βίκτωρ Αρδίττης

Διάρκεια: 97'

Αποκλειστικά στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση

Παρ. 28/9 - Κυρ. 7/10: Δευ.-Τετ. 21:15, Παρ.-Κυρ. 19:00 & 21:15

 

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

H σημασία τού να είσαι ο Γιώργος Λάνθιμος

Οθόνες / H σημασία τού να είσαι ο Γιώργος Λάνθιμος

Με το πολυβραβευμένο στο Φεστιβάλ Βενετίας «The Favourite» (Η Ευνοούμενη) ο Γιώργος Λάνθιμος, ο ψύχραιμος και μοναχικός πρεσβευτής του ελληνικού σινεμά στο εξωτερικό, ταξιδεύει στην πρώτη θέση των δημιουργών με ανήσυχη θεματική και διακριτό ύφος
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ρόμπερτ Ρέντφορντ (1936 -2025): Το χρυσό αγόρι του παγκόσμιου κινηματογράφου

Οθόνες / Ρόμπερτ Ρέντφορντ (1936-2025): Το χρυσό αγόρι του παγκόσμιου κινηματογράφου

Το Sundance Kid που προσπάθησε να αποτινάξει την εικόνα του ωραίου ξανθού, και τα κατάφερε, πέθανε σήμερα στα 89 του χρόνια - 30 σταθμοί στη ζωή και την καριέρα του αγαπημένου Αμερικανού ηθοποιού και σκηνοθέτη.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
10 σκέψεις του Νίκου Καραθάνου για τον Αισχύλο, το θέατρο και τη ζωή

Θέατρο / 10 σκέψεις του Νίκου Καραθάνου για τον Αισχύλο, το θέατρο και τη ζωή

Θα είναι «Προμηθέας Δεσμώτης» στη Μικρή Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία της Μάρθας Φριντζήλα. Επισκεφθήκαμε μια από τις πρόβες και καταγράψαμε τους «συνειρμούς εργασίας» του πάνω στην αισχύλεια τραγωδία.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο πόλεμος στο επίκεντρο του 79ου Φεστιβάλ Καννών

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Τι θα δούμε στο 79ο Φεστιβάλ Καννών

Η φετινή διοργάνωση φιλοδοξεί να αποτυπώσει την τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, φέρνοντας στο επίκεντρο ιστορικές συρράξεις, από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο διάβολος φοράει Prada 2

Οθόνες / «Ο Διάβολος φοράει Prada 2»: Είδαμε την πιο αναμενόμενη ταινία της χρονιάς

Επανέρχονται οι αρχικοί συντελεστές, αλλά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη μόδα, και την εντύπωση που προκαλεί, στη «δολοφονία» της δημιουργικότητας και του ταλέντου σε μια εποχή συγχωνεύσεων και πολιτιστικών εκπτώσεων.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Όταν η Κέιτ συνάντησε τον Λούσιαν

Οθόνες / Όταν η Κέιτ Μος συνάντησε τον Λούσιαν Φρόιντ

Τέλη Μαΐου βγαίνει στις βρετανικές αίθουσες τo «Moss & Freud» που αποτυπώνει τη σχέση της Κέιτ Μος με τον Λούσιαν Φρόιντ: το μοντέλο εξομολογήθηκε το όνειρό του να ποζάρει στον ζωγράφο και λίγους μήνες μετά προέκυψε το «Γυμνό Γεύμα» που πωλήθηκε για 5 εκατ. ευρώ.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Στο «Apex» η Σαρλίζ Θερόν συνεχίζει το ταξίδι της στην υπέρβαση

Οθόνες / Μόνο η Σαρλίζ Θερόν επιβιώνει από το «Apex»

Σε μια ταινία που περιφρονεί τη λογική και αποθεώνει την ομορφιά της, η Νοτιοαφρικανή ηθοποιός επιβεβαιώνει την προτίμησή της σε ρόλους περίπου «εξωγήινων» ηρωίδων που θέλουν να παίζουν με τους δικούς τους όρους.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Απώλειες / Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Ήταν ένας από τους ελάχιστους ελληνικής καταγωγής που βραβεύτηκε με Όσκαρ. Αληθινός αρχιτέκτονας του νέου αμερικανικού σινεμά, αγαπημένος συνεργάτης του Κόπολα, conceptual καλλιτέχνης του production design ισορροπούσε πάντα ιδιοφυώς μεταξύ Τέχνης και τεχνικής.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Οθόνες / «Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα της βιογραφίας του στο Βερολίνο, είδαμε πρώτοι πώς ο σούπερ σταρ βρήκε το κουράγιο να δραπετεύσει από τον πατέρα του και θυμηθήκαμε τη συναυλία που σύστησε τη σκηνική του ιδιοφυΐα σε όλον τον πλανήτη.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Οθόνες / «Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Το νέο σίριαλ του Netflix είναι φασαριόζικο, προβλέψιμο και κάπως κουραστικό. Αν όμως αντέξεις τα πρώτα επεισόδια, ανταμείβει την υπομονή σου με χιούμορ, ανατροπές και έναν Νταν Λέβι που ξέρει πώς να μετατρέπει την οικογενειακή δυσλειτουργία σε απολαυστικό χάος.
M. HULOT
ΝΑΤΑΛΙ ΜΠΑΪ, Η ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ (1949-2026)

Οθόνες / Ναταλί Μπάι: Η χαμογελαστή κυρία του γαλλικού σινεμά (1948-2026)

Έξυπνη, ενστικτώδης και αστεία, κυριάρχησε τη δεκαετία του '80 στο γαλλικό σινεμά, μετρώντας συνεργασίες με τους Τριφό, Γκοντάρ, Ταβερνιέ αλλά και 4 Σεζάρ, χωρίς ποτέ να χάσει την κοριτσίστικη καρδιά που τη διέκρινε από την αρχή της καριέρας της.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ζωή του Ρουκέλι, του Ρομά θρύλου της πυγμαχίας, γίνεται ταινία

Οθόνες / Ένας Έλληνας Ρομά ενσαρκώνει τον θρύλο της πυγμαχίας Ρουκέλι

Η ιστορία του Γιόχαν Ρουκέλι Τρόλμαν, που έχασε τον τίτλο του πρωταθλητή στη Γερμανία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου λόγω της καταγωγής του, βασανίστηκε και θανατώθηκε από τους ναζί, γίνεται διεθνής παραγωγή με ηθοποιούς Ρομά.
M. HULOT
Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Pulp Fiction / Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Με αφορμή το «Backrooms», ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος και ο Μάκης Παπασημακόπουλος αναλύουν τις πιο αναμενόμενες ταινίες τρόμου των επόμενων εβδομάδων, ξεχωρίζοντας εκείνες που έχουν κάτι νέο να πουν από άλλες που απλώς επαναλαμβάνουν γνωστές συνταγές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΕΞ «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στέφανος Τσιβόπουλος / «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο εικαστικός Στέφανος Τσιβόπουλος θίγει το πόσο δύσκολο είναι να κτίσεις μια νέα εστία και ταυτότητα όντας ξένος σε έναν τόπο μεγάλων ανισοτήτων.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Οθόνες / Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Το ελληνικό κοινό, πέρα από μια μικρή σχετικά κοινότητα ορκισμένων φαν, ποτέ δεν τιμούσε ιδιαίτερα το είδος στις αίθουσες, σίγουρα όχι όπως το αμερικανικό. Ο Δημήτρης Κολιοδήμος και ο Αβραάμ Κάουα εξηγούν τους λόγους της περιορισμένης προσέλευσης.  
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Οθόνες / O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Η ιστορία του ισπανού ερασιτέχνη ηθοποιού Ενρίκε Ιραζόκουι που στα 20 του ο Πιερ Πάολο Παζολίνι του εμπιστεύθηκε τον ρόλο του Θεανθρώπου, παρά το ότι βρισκόταν μακριά από τα ξανθογάλανα πρότυπα του δυτικού κινηματογράφου
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪ́ΤΗΣ