Την ιστορία της Παπούσα την έμαθα μέσα από την ομώνυμη ταινία των Joanna Kos Krauze και Krzysztof Krauze, ένα ασπρόμαυρο έπος υπέροχα κινηματογραφημένο, με απίθανα πλάνα στην πολωνική επαρχία, τους αγρούς και τα χωριά που διασχίζει ένα καραβάνι Τσιγγάνων στο πολύχρονο και πολύπονο ταξίδι του, μεγάλης εικαστικής αξίας, αλλά αρκετά μπερδεμένο ως αφήγηση. Τα συνεχή φλας μπακ και οι βινιέτες περιστατικών (άψογα στημένων ως κάδρα) από τη ζωή της πρωταγωνίστριας (της πρώτης Τσιγγάνας ποιήτριας, που έγραψε στη γλώσσα των Ρομά), χωρίς χρονολογική σειρά, σε βάζουν αργά στον κόσμο της, και πρέπει να περάσει το πρώτο μισό της ταινίας για να μπορέσεις να την «ακολουθήσεις».

 

Για κάποιον που δεν γνωρίζει το στόρι της Παπούσα, η ταινία είναι μία καλή αφορμή για να ασχοληθεί με το έργο της – τριάντα όλα κι όλα ποιήματα που κατάφερε να διασώσει και να εκδώσει ο ποιητής Γιέρζι Φιτσόβσκι, ο οποίος είναι επίσης βασικός χαρακτήρας της ταινίας. Δυστυχώς, στα 139 λεπτά που διαρκεί, ακούγεται μόνο φευγαλέα ένα απόσπασμα από ποίημά της σε μια σκηνή που νανουρίζει τον γιο της – κατά τ' άλλα, η ποίησή της απουσιάζει εντελώς.


Η ταινία ξεκινάει το 1949, όταν στο καραβάνι των Τσιγγάνων της φαμίλιας Βάις (μίας κάστας βιρτουόζων μουσικών και τραγουδιστών) καταφεύγει ο κυνηγημένος Φιτσκόφσκι, για να διαφύγει της σύλληψης από τη μυστική αστυνομία. Ο Φιτσκόφσκι γίνεται αποδεκτός από τον καταυλισμό, παρόλο που είναι μπαλαμός, και ταξιδεύει μαζί τους για δύο χρόνια, μαθαίνοντας τη γλώσσα τους, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους. Ζει από πρώτο χέρι τα «μυστικά» τους, τα οποία οι Τσιγγάνοι κρατούν επτασφράγιστα και δεν επιτρέπουν να κυκλοφορήσουν εκτός κάστας.


Στον καταυλισμό ζει και η Παπούσα, μια 40χρονη Τσιγγάνα που είναι η μόνη που ξέρει να διαβάζει και να γράφει, κάτι που της δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα με τους υπόλοιπους Τσιγγάνους, γιατί έρχεται κόντρα με τα ήθη και τα έθιμά τους. Ο Φιτσκόφσκι έκπληκτος διαπιστώνει ότι τα ποιήματα που σκαρώνει και απαγγέλλει τα βράδια στον γιο της και οι στίχοι από τα τραγούδια που λέει εμπνεόμενη από τη ζωή στα δάση είναι μοναδικά και προσπαθεί να την πείσει να τα καθίσει να τα γράψει. Από κει ξεκινούν τα βάσανα της Παπούσα.

 

Στην τσιγγάνικη κοινότητα την αντιμετώπιζαν πάντα με περιφρόνηση. Αρχικά επειδή είχε εγκαταλείψει τον παραδοσιακό γυναικείο ρόλο, κι εκτός των άλλων, ήταν στείρα, δεν έκανε ποτέ δικό της παιδί. Τον γιο της –τον οποίο φώναζε Ταρζάν– τον βρήκε βρέφος ανάμεσα στα κουφάρια μιας οικογένειας που είχαν σκοτώσει οι Ναζί και τον μεγάλωσε σαν δικό της.

 

Όταν οι κατηγορίες εις βάρος του αποσύρονται, ο Φιτσκόφσκι επιστρέφει στη Βαρσοβία και ζητάει από την Παπούσα να του στείλει κάποια από τα ποιήματά της. Μόλις λαβαίνει τα χειρόγραφά της, τα ενσωματώνει σε ένα βιβλίο που γράφει για τη ζωή των Τσιγγάνων της Πολωνίας. Το βιβλίο γίνεται μεγάλη επιτυχία, ασχολούνται με αυτό όλα τα μέσα και η Παπούσα κατηγορείται από το συμβούλιο της φυλής ότι πρόδωσε τα μυστικά τους. Την κηρύσσουν ανεπιθύμητη και τη διώχνουν από τον καταυλισμό. Είναι η εποχή που τα κομμουνιστικά κράτη απαγόρευσαν τις περιπλανήσεις των Τσιγγάνων με τα καραβάνια και η Παπούσα ζει περιφρονημένη από τη φυλή μέχρι το τέλος της ζωής της σε ένα μικρό χωριό μέσα στη φτώχεια και τις τύψεις.


Αυτή είναι εν συντομία η ιστορία της ταινίας. Η ιστορία της Παπούσα είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα, γιατί είχε μία ζωή γεμάτη δυσκολίες και πόνο. Η Μπρονισλάβα Βάις, όπως ήταν το κανονικό της όνομα, γεννήθηκε στις 17 Αυγούστου 1908 ή στις 10 Μαΐου 1910 σε ένα καραβάνι που περιπλανιόταν σε περιοχές της Ουκρανίας και της Λιθουανίας πριν επιστρέψει να ξεχειμωνιάσει στην Πολωνία, και το αποτελούσαν κυρίως μουσικοί που ταξίδευαν σε χωριά και πόλεις παίζοντας σε πανηγύρια, γάμους και πανδοχεία.

 

Παπούσα: η ιστορία μιας σπουδαίας Τσιγγάνας ποιήτριας της Πολωνίας
Η ταινία ξεκινάει το 1949, όταν στο καραβάνι των Τσιγγάνων της φαμίλιας Βάις καταφεύγει ο κυνηγημένος Φιτσκόφσκι, για να διαφύγει της σύλληψης από τη μυστική αστυνομία.


Ήταν τόσο όμορφο παιδί που της έδωσαν το όνομα «κουκλίτσα» (αυτό σημαίνει το «παπούσα»), αλλά η μητέρα της τη θεωρούσε από μωρό καταραμένη. Εντελώς αγράμματη και ζώντας μέσα σε έναν κόσμο έντονων προκαταλήψεων, δήλωσε ότι την τρίτη νύχτα από τη γέννα άκουσε τη μοίρα να της ψιθυρίζει ότι η κόρη της «θα φέρει μεγάλη τιμή ή μεγάλη ντροπή».


«Η μητέρα μου με φώναζε "κουκλίτσα"» αφηγείται η ίδια στο βιβλίο της Angelica Kuźniak «Papusza», που κυκλοφόρησε το 2013, «και ήμουν υγιής, με μικρά χέρια και μικρά στήθη. Ήμουν αδύνατη, με ξαναμμένο πρόσωπο, μακριά μαλλιά που έπλεκα σε κοτσίδες, σαν κανονική κυρία». Τα μαλλιά της δεν τα έκοψε ποτέ στη διάρκεια της ζωής της. «Μου άρεσε να χορεύω, να τραγουδάω, ήμουν πάντα ευδιάθετη. Πάντα με μια πολύχρωμη φούστα –λες και ήταν φτιαγμένη από λουλούδια–, με τα μάγουλα στο χρώμα των κερασιών, ήμουν ευκίνητη σαν σκίουρος, μόνο πιο μαύρη».


Η Παπούσα ήταν μία από τις ελάχιστες Τσιγγάνες που έμαθαν να διαβάζουν και να γράφουν. Και έμαθε μόνη της, δεν πήγε ποτέ στο σχολείο. «Ήθελα πολύ να μάθω να διαβάζω, αλλά οι γονείς μου δεν μου έδιναν καμία σημασία» λέει. «Ο πατριός μου ήταν ένας μεθύστακας που έπαιζε όλη μέρα χαρτιά, η μάνα μου δεν είχε ιδέα τι σημαίνει να μαθαίνεις, αν θα έπρεπε να διδάξεις ένα παιδί ή όχι [...], ζητούσα από τα παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο να μου δείξουν μερικά γράμματα. Και αυτό ήταν όλο. Αργότερα, έκλεβα πράγματα και τα πήγαινα σε κόσμο στα χωριά για να με μάθουν να διαβάζω. Μια Εβραία που είχε μαγαζί ζούσε κοντά στο μέρος που κατασκηνώναμε. Έπιανα κοτόπουλα και της τα πήγαινα και αυτή με δίδασκε. Έπειτα διάβαζα πολλές εφημερίδες, ό,τι χαρτί έβρισκα, και πολλά βιβλία. Διάβαζα άνετα, αλλά έγραφα φρικτά, επειδή έγραφα σπάνια».


Όταν έγινε 16 κανονίστηκε να παντρευτεί τον αδερφό του πατριού της, τον θείο της τον αρπιστή Διονύση Βάις, που την πέρναγε 25 χρόνια. Δεν τον ήθελε, αλλά δεν είχε δικαίωμα να αντιδράσει. Μετά τον γάμο τής απαγόρευσε να διαβάζει. Κάθε φορά που ο σύζυγός της την έβλεπε με βιβλίο, την έσπαγε στο ξύλο. Το διάβασμα, ως συνήθεια των μπαλαμών, ήταν κάτι βρώμικο και ανήκουστο για τους Τσιγγάνους της δεκαετίας του '20.


Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η ομάδα του καραβανιού κρύφτηκε στα δάση της Δυτικής Ουκρανίας. Ζούσαν για χρόνια σε λαγούμια, σκεπασμένοι με κλαδιά και πέρασαν φρικτή πείνα, αλλά κατάφεραν να επιβιώσουν. Μετά τον πόλεμο οι Πολωνοί Τσιγγάνοι από τα ανατολικά μετακόμισαν στις ανακτημένες περιοχές.

 

Παπούσα: η ιστορία μιας σπουδαίας Τσιγγάνας ποιήτριας της Πολωνίας
Η Μπρονισλάβα Βάις στον καταυλισμό το 1930.


Η Παπούσα θυμάται την ημέρα που επέστρεψαν: «Πήγαμε μόνοι, τα παιδιά ξεπρόβαλαν κάτω από τα παπλώματα και τραγουδούσαν τα κάλαντα. Την παραμονή των Χριστουγέννων περάσαμε τη νύχτα σε ένα όμορφο δάσος, καθαρίσαμε το χιόνι, ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά και μικροί-μεγάλοι τραγουδούσαμε τα κάλαντα δίπλα στις φλόγες. Ψήσαμε πατάτες επειδή δεν υπήρχε τίποτα άλλο να φάμε μετά από δύο εβδομάδες στον δρόμο. Εκείνη η χρονιά, περιέργως, ήταν δυσοίωνη, με φοβερές κακοτυχίες. Η μητέρα μου είχε φύγει ήδη με το τρένο, ο αδερφός μου είχε πάει αλλού, η αδερφή μου προς άλλη κατεύθυνση. Ολόκληρο το καραβάνι σερνόταν με κόπο. Δεν φάγαμε αντίδωρο εκείνη τη χρονιά».


Μετά από χρόνων περιπλανήσεις με τα κάρα, το 1950 εγκαταστάθηκαν στο Ζαγκάν. Για τη μεγαλύτερη περίοδο της ζωής της έζησε στο Γκόρζουφ Βιελακοπόλσκι, από το 1954 μέχρι το 1981, όταν γριά και άρρωστη την πήρε να τη φροντίσει μια οικογένεια από την Inowrocław.

 

Η γνωριμία της με τον ποιητή Γιέρζι Φιτσόβσκι ήταν καθοριστική για τη ζωή της. Ο Φιτσκόφσι γοητεύτηκε από τα έθιμα των Τσιγγάνων, τη γλώσσα τους και τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τα πράγματα. Περισσότερο, όμως, απ' όλα, γοητεύτηκε από την Παπούσα, ένα ανήσυχο πνεύμα που στη φυλή της αντιμετωπιζόταν με μεγάλη επιφύλαξη. Από όλους. «Εκείνη είναι η Μπρόνκα Βάις, η σύζυγος του γκριζομάλλη με το μουστάκι, Παπούσα τη λένε, φτιάχνει τα τσιγγάνικα τραγούδια, είναι ποιήτρια!» του είχε πει ο άνθρωπος που του τη σύστησε.

 

Πολύ γρήγορα πρόσεξε ότι οι αυτοσχέδιοι στίχοι της είχαν λογοτεχνική αξία και προσπάθησε να την πείσει να τους καταγράψει. Το ξεκίνημα της γνωριμίας τους και της φιλικής σχέσης που ανέπτυξαν (που στην ουσία ήταν ένας καταπιεσμένος έρωτας), συνέπεσε με τη στιγμή που η κυβέρνηση επέβαλε δια νόμου την απαγόρευση της νομαδικής ζωής των Τσιγγάνων. Έπρεπε να αποχαιρετήσουν τα καραβάνια και τα ταξίδια και να εγκατασταθούν κάπου μόνιμα, έτσι η χαμένη ελευθερία και ο τρόπος ζωής που αποχαιρετούσαν έγιναν το βασικό μοτίβο για τα ποιήματα της Παπούσα.

 

Η ποίησή της που αντλεί στοιχεία από τα παραδοσιακά τραγούδια των Τσιγγάνων, περιγράφει τη μοίρα ενός έθνους, κι εκτός από τις πονεμένες εμπειρίες της (ειδικά στα ποιήματα που αναφέρονται στον αφανισμό των Τσιγγάνων από τον Χίτλερ), εκφράζει τις συνήθειες και τις επιθυμίες τους. Τα ποιήματά της δεν έχουν σταθερό ρυθμό ούτε ομοιοκαταληξία, και μερικές φορές περιγράφουν το κόσμο της φαντασίας της.


Στην τσιγγάνικη κοινότητα την αντιμετώπιζαν πάντα με περιφρόνηση. Αρχικά επειδή είχε εγκαταλείψει τον παραδοσιακό γυναικείο ρόλο, κι εκτός των άλλων, ήταν στείρα, δεν έκανε ποτέ δικό της παιδί. Τον γιο της –τον οποίο φώναζε Ταρζάν– τον βρήκε βρέφος ανάμεσα στα κουφάρια μιας οικογένειας που είχαν σκοτώσει οι Ναζί και τον μεγάλωσε σαν δικό της. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του Φιτσόφσκι με τα ποιήματά της, την κατηγόρησαν ότι αποκάλυψε τα μυστικά της φυλής, την έδιωξαν από την κοινότητα και την πολέμησαν πολύ, κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή της. Αυτή η απομόνωση και οι κατηγορίες που τη συνόδευαν για πολλά χρόνια την έφεραν στα πρόθυρα της τρέλας, κατέρρευσε ψυχολογικά και χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε ίδρυμα αρκετές φορές μέχρι τον θάνατό της, το 1987.

 

Παπούσα: η ιστορία μιας σπουδαίας Τσιγγάνας ποιήτριας της Πολωνίας
Η Παπούσα ήταν μία από τις ελάχιστες Τσιγγάνες που έμαθαν να διαβάζουν και να γράφουν.


Το πρώτο ποίημά της δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nowa Kultura το 1951. Είναι μεταφρασμένο πρόχειρα από τον Φιτσόφσκι, ο οποίος καθαρόγραψε και επιμελήθηκε όλα της τα ποιήματα. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να διαβάσει τα γράμματά της και να καταλάβει τι εννοούσε στις λέξεις που δεν φαίνονταν ή έλειπαν. Η Παπούσα έγραφε με δυσκολία, με πολλά λάθη, και «πηδούσε» ολόκληρες λέξεις ή φράσεις στο χαρτί. Δεν της το είπε ποτέ, για να μην την αποθαρρύνει, και δεν ζήτησε ποτέ τη βοήθειά της – για τα σημεία που δεν καταλάβαινε.


I look here, I look there 

Dikchaw daj, dikchaw doj, 1951

 

Κοιτάζω εδώ, κοιτάζω εκεί,
στα ζεστά νερά που λούζεται το Φεγγάρι,
Όπως μια νεαρή Τσιγγάνα
μέσα σε ένα ρυάκι του δάσους.
Τι τρέχει, όλα ταλαντεύονται
Είναι ο κόσμος που γελάει


Μετά την κυκλοφορία της συλλογής της «Τα τραγούδια της Παπούσα» το 1951, έγινε διάσημη. Ωστόσο, ποτέ δεν έβγαλε λεφτά από τα ποιήματά της. Έζησε μια ταπεινή ζωή, πάντα χαμηλών τόνων, λέγοντας τη μοίρα για να βγάλει τα προς το ζην, και να συντηρήσει τον άρρωστο άντρα της και το παιδί της. Παρόλο που ο εκδότης της τής έδωσε δικαιώματα από το βιβλίο και αργότερα πήρε μια κρατική υποτροφία, η ίδια δεν θεώρησε ποτέ σωστό «να βγάλει λεφτά από τα τραγούδια της». «Μη θυμώνετε μαζί μου, αλλά δεν έχω μάθει να μου απονέμονται τιμές» του είχε πει.


Όλο το λογοτεχνικό έργο της Παπούσα είναι περίπου σαράντα χειρόγραφα ποιήματα. Άφησε και μερικά πεζά κείμενα που περιγράφουν τη ζωή των Τσιγγάνων. Το ποίημά της που θεωρείται αριστούργημα είναι το «Γύφτικο τραγούδι βγαλμένο απ' το κεφάλι της Παπούσα»:


Gypsy Song Taken From Papusza's Head

Gili romani Papuszakre szerestyr utchody, 1950/1951

 

Σε ένα δάσος μεγάλωσα
σαν θάμνος από χρυσάφι
γεννημένη σε μια σκηνή
όμοια με βωλίτη.

Αγαπάω τη φωτιά με όλη μου την καρδιά.
Οι άνεμοι, μικροί και μεγάλοι
πήραν στην αγκαλιά τους την μικρή γύφτισσα
και την φύσηξαν μακριά μέσα στον κόσμο.

Οι βροχές ξέπλυναν τα δάκρυά μου,
Ο ήλιος, ο χρυσός μου, Γύφτος πατέρας,
με κράτησε ζεστή και έδωσε όμορφο χρώμα στην καρδιά μου.
Από το γαλάζιο ρυάκι δεν πήρα δύναμη,
έπλυνα μόνο τα μάτια μου...

Η αρκούδα περιπλανιέται στο δάσος
σαν το ασημένιο φεγγάρι,
Ο λύκος φοβάται τη φωτιά,
δεν θα δαγκώσει έναν γύφτο.

Ω, πόσο όμορφα δίπλα στην σκηνή τραγουδάει το κορίτσι,
η φωτιά καίει!
Ω, πόσο όμορφα οι άνθρωποι από μακριά
ακούνε τα πασχαλιάτικα τραγούδια των πουλιών,
το κλαψούρισμα των παιδιών και τα τραγούδια
και τους χορούς των αγοριών και των κοριτσιών.

Ω, πόσο όμορφα το δάσος θροΐζει για μας,
-μάς τραγουδάει τραγούδια
Πόσο όμορφα κυλάει το ποτάμι,
μέχρι που γεμίζει την καρδιά μου με χαρά.

Πόσο μεγάλη απόλαυση είναι να αντικρίζεις το βαθύ νερό,
και να του λες τα πάντα.
Γιατί κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει,
μόνο τα δάση και τα ρυάκια.

Αυτά που λέω εδώ έχουν περάσει
εδώ και πολύ καιρό
κι έχουν πάρει μαζί τους τα πάντα
-μαζί και τα νεανικά μου χρόνια.


Η μυστηριώδης λέξη «falorykta» στη γλώσσα των Ρομά σημαίνει «καταδίκη, κατάρα, τιμωρία επειδή αποκάλυψες μυστικά σε ανθρώπους έξω από την τσιγγάνικη κουλτούρα». Η Παπούσα τρέμοντας την απόρριψη από τους Τσιγγάνους, δεν δήλωσε ποτέ στη ζωή της «ποιήτρια», αλλά μόνο «μάντισσα» και «χαρτορίχτρα». Ο Φιτσόφσκι αποκάλυψε τους ηθικούς κώδικες και όσα πίστευαν οι Τσιγγάνοι και έδωσε και ένα μικρό λεξικό με τις πιο σημαντικές φράσεις στη γλώσσα τους, και η φυλή κατηγόρησε την Παπούσα για προδοσία. Την απείλησαν να την εκτελέσουν δένοντάς τη σε άλογα και να την τραβήξουν μέχρι να τη σκίσουν, και από τον φόβο της κατέληξε στο ψυχιατρείο. Παρόλα αυτά, ποτέ δεν έκανε ούτε ένα αρνητικό σχόλιο για τον Φιτσκόφσκι, που εξέδωσε τα ποιήματά της εν αγνοία της. Τον θεωρούσε ακόμη καλό της φίλο, και στα γράμματά της τον αποκαλούσε «αδερφούλη».


Ο ίδιος αφηγείται: «Μετέφρασα την ποίησή της. Έτσι οι ηλικιωμένοι πίστευαν ότι αν τραγούδησε τα τραγούδια της, "τραγούδησε" και όλα τα υπόλοιπα στο βιβλίο. Γι' αυτό τη θεωρούσαν προδότρια. Και τίποτα να μην είχε πει, αρκούσε το γεγονός ότι ήταν φίλη μου για να της αξίζει τιμωρία. Η ψυχική της κατάπτωση, ωστόσο, ήταν μια ένδειξη ότι δεν ήταν εντελώς υπεύθυνη για ό,τι είχε συμβεί, έτσι δεν προχώρησαν σε σωματική τιμωρία».

 

Παπούσα: η ιστορία μιας σπουδαίας Τσιγγάνας ποιήτριας της Πολωνίας
Άγαλμα της Μπρονισλάβα Βάις στο Γκόρζουφ Βιελακοπόλσκι της Πολωνίας.


Ο μόνος που δεν την εγκατέλειψε ήταν ο γέρος, άρρωστος άντρας της, ο οποίος παρέμεινε κοντά της μέχρι το θάνατό του. Για τους υπόλοιπους Τσιγγάνους παρέμεινε ζωντανή μόνο στη μνήμη τους.


Το 1952 γράφει σε ένα γράμμα στον Φιτσκόφσκι: «Δεν πρόδωσα το έθνος των Γύφτων, ούτε τους παρέδωσα στην κρεμάλα. Ήταν γνωστό σε όλους ότι οι γύφτοι έκλεβαν κοτόπουλα, ότι έλεγαν τη μοίρα και όλα αυτά που έκαναν, ήξεραν πώς τα έβγαζαν πέρα, και γιατί το ανόητο αλλά και σοφό αυτό έθνος περιπλανιόταν στον κόσμο. Λένε "η Παπούσα είναι μια σκύλα". Ίσως μια μέρα καταλάβουν ότι δεν έβλαψα κανέναν, δεν έκανα κανένα λάθος, ούτε καν το επιχείρησα».


Αποκλεισμένη από την κοινότητα των Τσιγγάνων, έζησε 30 χρόνια μακριά από τον κόσμο τους. Σταμάτησε να γράφει. Μερικά από τα τελευταία της ποιήματα δημοσιεύτηκαν το 1970. Τα περισσότερα από όσα είχε γράψει τα έκαψε σε μία κρίση απελπισίας, μαζί με την αλληλογραφία με τους φίλους της. Ανάμεσά τους ήταν και τα γράμματα που αντάλλαξε με τον Julian Tuwim.


Σε μια από τις πιο δραματικές στιγμές της ταινίας λέει στον άντρα της που την επισκέπτεται στο ψυχιατρείο: «Μακάρι να μην είχα μάθει να διαβάζω, εγώ η ανόητη, ίσως να ήμουν πιο ευτυχισμένη»


Δάκρυα από αίμα

(Πώς υποφέραμε από τους Γερμανούς στρατιώτες στη Βιλίνσκα, από το 1943 μέχρι το 1944)

 

Στα δάση. Χωρίς νερό, χωρίς φωτιά –μεγάλη πείνα.
Πού θα κοιμήσουμε τα παιδιά μας; Δεν υπάρχει σκηνή.
Δεν μπορούσαμε να ανάψουμε φωτιά τη νύχτα.
Την ημέρα, ο καπνός μπορούσε να μας προδώσει στους Γερμανούς
Πώς να ζήσουμε με τα παιδιά στον κρύο χειμώνα;
Είμαστε όλοι ξυπόλυτοι...

Όταν ήθελαν να μας δολοφονήσουν,
πρώτα μας επέβαλαν καταναγκαστικά έργα.
Ένας Γερμανός ήρθε να μας δει.
-Έχω άσχημα νέα για σας,
θέλουν να σας σκοτώσουν απόψε.

Μην το πεις πουθενά.
Είμαι κι εγώ σκουρόχρωμος Γύφτος
δικό σας αίμα –αληθινό αίμα.
Ο Θεός να σας βοηθήσει
στο σκοτεινό δάσος...
Έχοντας πει αυτά, μας αγκάλιασε όλους...

Για δυο τρεις μέρες δεν είχαμε καθόλου φαΐ.
Πηγαίναμε όλοι για ύπνο νηστικοί.
Ανήμποροι να κοιμηθούμε
χαζεύαμε τα αστέρια...
Θεέ μου, πόσο όμορφο ήταν το να ζεις!
Οι Γερμανοί δεν θα μας άφηναν...

Α, εσύ, μικρό μου αστέρι,
που την αυγή είσαι τεράστιο!
Τύφλωσε τους Γερμανούς!
Μπέρδεψέ τους,
οδήγησέ τους σε λάθος δρόμο,
για να μπορέσουν να ζήσουν οι Εβραίοι και οι Γύφτοι!

Όταν έρθει ο χειμώνας,
τι θα κάνει η Τσιγγάνα με το μικρό παιδί;
Πού θα βρει ρούχα;
Όλα έχουν γίνει κουρέλια.
Κάποιος θέλει να πεθάνει.

Κανείς δεν ξέρει, μόνο ο ουρανός,
Μόνο το ποτάμι ακούει το μοιρολόγι μας.
Τίνος τα μάτια μας είδαν σαν εχθρούς;
Τίνος το στόμα μας καταράστηκε;
Μην τους ακούς Θεέ μου
Άκουσε εμάς!

Η κρύα νύχτα ήρθε,
κι η γριά Τσιγγάνα τραγούδησε
ένα γύφτικο παραμύθι:
Ο χρυσός χειμώνας θα έρθει,
το χιόνι σαν τα μικρά αστέρια,
θα σκεπάσει τη γη, τα χέρια,
τα μαύρα μάτια θα παγώσουν
οι καρδιές θα πεθάνουν.

Έπεσε τόσο πολύ χιόνι,
που σκέπασε το δρόμο.
Μπορούσες να δεις μόνο τον Γαλαξία στον ουρανό [...]


Η Παπούσα δεν πέθανε ξεχασμένη, τη θεωρούσαν μεγάλη ποιήτρια όσο ήταν εν ζωή και μετά τον θάνατό της την ανακάλυψαν ξανά σε βιβλία που γράφτηκαν για τη ζωή της και σε ντοκιμαντέρ. Η ταινία που συμμετείχε σε φεστιβάλ και προβλήθηκε και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το 2013, δεν βγήκε ποτέ στις ελληνικές αίθουσες. Αξίζει, πάντως, να την αναζητήσει κανείς γιατί είναι μία από τις καλύτερες πολωνικές ταινίες της προηγούμενης δεκαετίας. Και με όλα τα φάουλ και τις παραλείψεις της, είναι μία πολύ καλή ταινία...

 


 

 

Papusza - Trailer