Τι το κοινό, αλήθεια, μπορεί να έχουν μια λεσβία ακτιβίστρια, ένας συντηρητικός στρέιτ, ένας γκέι πορνοστάρ, ένας ηθοποιός, ένα τρανς αγόρι, μια νοσηλεύτρια, ένας δάσκαλος, ένας δημοτικός σύμβουλος, μια διαφημίστρια και άλλα άτομα από διαφορετικές ηλικίες, καταγωγές και κοινωνικά περιβάλλοντα, που εμφανίζονται σε αυτήν τη χαμηλού κόστους μεν, πλην όμως εξαίρετη όσο και ιδιαίτερη ταινία-ντοκιμαντέρ;
Μια πάθηση αρκετά διαδεδομένη, που ωστόσο δεν έχει την ανάλογη ορατότητα, μια χρόνια νόσος ύπουλη, σκληρή και απαιτητική, που μόνο με υπομονή, επιμονή, εγρήγορση, αλληλοβοήθεια και γενναίες δόσεις χιούμορ μπορεί να «παλευτεί», όπως λέει η δημιουργός της ταινίες Μαρία Κατσικαδάκου.
Ο λόγος για την ταινία «Ζούμε ανάμεσά σας», που αφορά τους ανθρώπους με διαβήτη και συμμετέχει στο φετινό 28o Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Μια ταινία που η Μαρία, διαβητική και η ίδια από τα 37 της χρόνια, είχε ξεκινήσει αρκετό καιρό πριν, αλλά μόλις πρόσφατα κατέστη δυνατό να την ολοκληρώσει: «Η καραντίνα του Covid σε συνδυασμό με άλλα προβλήματα υγείας που προέκυψαν στο μεταξύ με καθήλωσαν στο σπίτι. Βρήκα έτσι την ευκαιρία να την τελειώσω και νομίζω ότι, ευτυχώς ή δυστυχώς –για μας τους διαβητικούς τουλάχιστον–, δεν έχει χάσει καθόλου σε επικαιρότητα».
«Επιχείρησα να αποτυπώσω όλη την πορεία ενός διαβητικού, από τη διάγνωση μέχρι την προσαρμογή του σε έναν νέο τρόπο ζωής, τις διαρκείς “ασκήσεις ισορροπίας” μεταξύ υπεργλυκαιμίας και υπογλυκαιμίας, ένα σωρό “μη” που δεν αφορούν μόνο το φαγητό αλλά και τα ποτά, τα ξενύχτια, τα ταξίδια».
Δεν ήταν, λέει, ένα εύκολο εγχείρημα. Καταρχάς, αφότου διαγνώστηκε, της πήρε χρόνια να αποδεχτεί ότι αυτή θα είναι στο εξής η καθημερινότητά της. Νιώθει κιόλας τυχερή που δεν γεννήθηκε με αυτό, διότι έτσι δεν θα είχε ιδέα πώς είναι να τρως ό,τι θες, όποτε θες, χωρίς η καθημερινή σου διατροφή να σου γίνεται βραχνάς: «Επιχείρησα να αποτυπώσω όλη την πορεία ενός διαβητικού, από τη διάγνωση μέχρι την προσαρμογή του σε έναν νέο τρόπο ζωής, τις διαρκείς “ασκήσεις ισορροπίας” μεταξύ υπεργλυκαιμίας και υπογλυκαιμίας, ένα σωρό “μη” που δεν αφορούν μόνο το φαγητό αλλά και τα ποτά, τα ξενύχτια, τα ταξίδια. Μόνο στο σεξ δεν έχει απαγορεύσεις, αλλά από αυτό έχω πια χορτάσει, όπως αστειεύομαι σε μια μάζωξη διαβητικών στην αρχή της ταινίας».
«We live among you», 2026 | Documentary Trailer | «Ζούμε ανάμεσά σας»
Έχοντας κιόλας από παλιά τόσο το «ψώνιο» με το σινεμά –έχει κάνει κι άλλες ταινίες, ενώ ήταν και η «ψυχή» του Outview Film Festival– όσο και το ακτιβιστικό «μικρόβιο», θέλησε να αναδείξει τις προκλήσεις και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι διαβητικοί, είτε είναι ενήλικες, είτε έφηβοι/-ες, είτε παιδιά. Τον προσωπικό τους αγώνα αλλά και το κοινωνικό αποτύπωμα αυτής της πάθησης, που μόνο στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι αφορά –μιλώντας για τον διαβήτη τύπου I– κάπου 300.000 ανθρώπους. Ένας πληθυσμός που δείχνει να αυξάνεται λόγω των συνθηκών ζωής και της κακής διατροφής, συνεχίζει.
«Επιδίωξα να δώσω ορατότητα σε μια νόσο “αόρατη”, η οποία όμως καθορίζει όλη μας την ημέρα, κάθε μέρα, κάθε ώρα, όλη μας τη ζωή. Ζούμε ανάμεσά σας, υπάρχουμε ανάμεσά σας, παλεύουμε αδιανόητα. Για όσους μάλιστα αντιμετωπίζουμε και άλλο χρόνιο νόσημα, το πράγμα δυσκολεύει περισσότερο. Χρυσώνουμε, ξέρεις, κι εμείς το χάπι στους γύρω μας και πρωτίστως μέσα μας, όμως η λογική ότι αν δεν το αποδεχτούμε ως νόσο και το ονομάσουμε “τρόπο ζωής” θα το ξορκίσουμε, δεν ισχύει – δεν βοηθάει κανένα “ξόρκι” αλλά η γνώση, η αλληλεγγύη και η ενσυναίσθηση. Με το που θα βαρέσεις κρίση υπογλυκαιμίας κάπου έξω και θα ψελλίσεις, ας πούμε, “ζά…”, να καταλαβαίνουν οι γύρω σου τι παίζει και να σου φέρνουν αμέσως κάτι με ζάχαρη, να μπορείς δηλαδή να κυκλοφορείς χωρίς ένα ακόμα άγχος».
Προσπάθησε, θα πει, να κάνει την ταινία όσο γίνεται πιο συμπεριληπτική, να συγκινεί μεν και να προβληματίζει αλλά να έχει και χιούμορ, «να μη βγει κάτι σαν μελόδραμα, γιατί δεν σκόπευα κάτι τέτοιο. Και μόνοι μας, ξέρεις, διακωμωδούμε την κατάστασή μας, όπως στη σκηνή όπου ενώ καθόμαστε, μια παρέα διαβητικών, σε ένα εστιατόριο περιμένοντας παραγγελία, συγκρίνουμε τις τιμές του σακχάρου μας και βγάζουμε νικητή όποιον πετύχει το υψηλότερο “σκορ”! Στα μεγάλα ζόρια, βλέπεις, χρειάζεσαι και μεγάλες ανάσες».
Ο τίτλος –που, ναι, παραπέμπει στη γνωστή ταινία επιστημονικής φαντασίας του Τζον Κάρπεντερ «Ζουν ανάμεσά μας»– της ήρθε, λέει, κατευθείαν γιατί ένας διαβητικός αντιμετωπίζεται πράγματι συχνά σαν «εξωγήινος» αφού, παρότι η πάθηση δεν είναι ασυνήθιστη, η ενημέρωση γι’ αυτήν είναι σχεδόν ανύπαρκτη: «Δεν πρόκειται πάντως για ένα ιατρικό ντοκιμαντέρ αλλά για ένα φιλμ όπου μιλάμε εμείς για εμάς. Ο μόνος γιατρός που εμφανίζεται είναι ο Χάρης Βασιλόπουλος, ο κατά κοινή ομολογία καλύτερος στο πεδίο, ο οποίος μάλιστα ίδρυσε στον Ευαγγελισμό τις πρώτες από τις ελάχιστες ομάδες εκπαίδευσης διαβητικών που υπάρχουν. Δεν έχουμε, ξέρεις, πολλούς καλούς και ενημερωμένους γιατρούς αναφορικά με τον διαβήτη κι αυτό είναι ένα ακόμα πρόβλημα».
«Δεν σου έφτανε πάντως που ήσουν ανοιχτά λεσβία, τώρα είσαι και ανοιχτά διαβητική», την πειράζω. Γελάει και μου αποκρίνεται ότι, τόσο για την ταινία αυτή όσο και για την ενημερωτική ιστοσελίδα glykouli.gr που δημιούργησε, εμπνεύστηκε πράγματι από ταινίες και ντοκιμαντέρ για τον HIV, μια χρόνια λοίμωξη που έχει πολύ να κάνει με τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.
«Καταρχάς να πω ότι εγώ, ο Τέιλορ και ο Τόμας που εμφανίζονται επίσης στην ταινία είμαστε queer diabetics, μια “ειδική” δηλαδή υποκατηγορία ασθενών, για την οποία θα άξιζε ένα ξεχωριστό ντοκιμαντέρ. Και αυτό στο πλαίσιο μιας κοινότητας ασθενών που είναι, στη μεγάλη της πλειονότητα, πολύ συντηρητική. Εδώ βεβαίως απευθύνομαι σε ένα ευρύτερο κοινό, πρόθεσή μου εξάλλου ήταν να “αγκαλιάσω” όλους τους διαβητικούς, σίγουρα όμως υπάρχουν επιρροές. Η αλληλεγγύη, η αυτοοργάνωση και οι συλλογικές διεκδικήσεις των οροθετικών υπήρξαν άλλωστε υπόδειγμα και για πάσχοντες από άλλες ασθένειες και έχει σημασία αυτό όταν η πολιτεία είναι ουσιαστικά απούσα, όπως συμβαίνει και με τον διαβήτη.
Αναφορικά με τον HIV, ήμουν πολύ κοντά σε όλο αυτό από τις δύσκολες εποχές που δεν υπήρχαν τόσο αποτελεσματικές θεραπείες, υπήρξαν κιόλας άνθρωποι από το πολύ κοντινό μου περιβάλλον που προσβλήθηκαν. Στενοχωρήθηκα δε όταν κάποιος από αυτούς δεν στάθηκε το ίδιο φροντιστικός όταν έμαθε το πρόβλημα υγείας μου, του φάνηκε αμελητέο συγκριτικά με το δικό του. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι, η καθημερινότητα ενός οροθετικού σήμερα είναι σαφώς πιο διαχειρίσιμη από ό,τι ενός διαβητικού. Στην ταινία, για παράδειγμα, βλέπεις ένα διαβητικό κοριτσάκι να λέει “μέχρι να μεγαλώσω, κάποιο φάρμακο θα έχει βγει”. Ε, πέρασαν δώδεκα χρόνια από τότε, το κοριτσάκι μεγάλωσε, θα έρθει και στη Θεσσαλονίκη για την πρεμιέρα, αλλά φάρμακο που να γιατρεύει αυτήν τη νόσο ή έστω να την κάνει αισθητά πιο υποφερτή δεν έχει ακόμα βγει. Κι αν δεν σε σκοτώνει ο διαβήτης καθαυτός, μπορεί να το κάνουν οι επιπλοκές του σε πιο επιβαρυμένους ασθενείς».
Σκέφτομαι αυτό που λέει κάποια στιγμή στην ταινία η Μπέττυ, ότι «βαρέθηκε» τόσα χρόνια να προσέχει συνέχεια τι και πότε το τρώει, να μετράει διαρκώς το σάκχαρό της, όλα αυτά. «Βάλε κοντά σε αυτά το ότι όταν βαράς κρίσεις υπεργλυκαιμίας ή υπογλυκαιμίας, με όλα τα σωματικά συμπτώματα αλλά και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις που προκαλούν –μέχρι και παράνοιες μπορεί να σου βγουν–, που δεν μπορείς καν να μιλήσεις καλά, οι άσχετοι σε περνάνε για τζάνκι. Ο Δημήτρης, για παράδειγμα, που εμφανίζεται επίσης στην ταινία και ήταν δημοτικός σύμβουλος, καθώς περνούσε μια μέρα από τη Μάρνη πηγαίνοντας στο δημαρχείο, βάρεσε μια τρελή υπογλυκαιμία. Ζητούσε απεγνωσμένα με νοήματα και ένα δεκάευρο στο χέρι βοήθεια, ένα γλυκό, έναν χυμό, κάτι, αλλά κανείς δεν του έδινε σημασία, νόμιζαν ότι είχε στερητικό. Και ήταν ακριβώς ένα πρεζάκι που ενδιαφέρθηκε, πήγε σε ένα περίπτερο, του πήρε πορτοκαλάδα και σοκολάτα και του γύρισε και τα ρέστα. Σε άλλο φίλο διαβητικό συνέβη να τον μαζέψουν αστυνομικοί στην πλατεία Εξαρχείων σε τέτοια φάση, να προσπαθεί να τους εξηγήσει κι ο μπάτσος να του λέει ειρωνικά “τι ηρωίνη, τι ινσουλίνη!”. Περιττό να σου πω ότι το κάναμε έκτοτε ατάκα αυτό!».
Η μόνη θετική εξέλιξη είναι, συνεχίζει, ότι πλέον οι διαβητικοί έχουν γλιτώσει το καθημερινό τρύπημα των δακτύλων χάρη στους αισθητήρες μέτρησης σακχάρου. Αυτοί μετρούν το σάκχαρο στον λιπώδη ιστό και είναι χρήσιμοι μεν, ωστόσο δεν είναι εξίσου αξιόπιστοι στην καταγραφή των απότομων διακυμάνσεων του σακχάρου στο αίμα. Επιπλέον, η ένδειξη που κάθε φορά αναγράφεται αφορά τις τιμές του σακχάρου όπως ήταν ένα τέταρτο νωρίτερα. «Αν φας, για παράδειγμα, μια πάστα επειδή έπαθες υπογλυκαιμία και ανέβει απότομα το σάκχαρο, ο αισθητήρας δεν το πιάνει, σε δείχνει ακόμα υπογλυκαιμικό και χρειάζεται να μετρήσεις απευθείας το σάκχαρο στο αίμα, να “τρυπηθείς” δηλαδή. Όλα αυτά, βέβαια, απαιτούν υπομονή, επιμονή και εκπαίδευση, γιατί τεχνολογία που να δείχνει σε πραγματικό χρόνο το πραγματικό σου σάκχαρο δεν έχει εφευρεθεί».
Συνειδητοποιώ πόσο σωστό είναι αυτό που λέγεται κάποια στιγμή στην ταινία, ότι ο διαβήτης είναι μαθηματικά, ότι σημασία για έναν διαβητικό έχει ακόμα και το λεπτό. Μια κρίση υπεργλυκαιμίας –που απαιτεί άμεση χορήγηση ινσουλίνης– ή υπογλυκαιμίας βέβαια δεν κρύβεται: γίνεσαι μουσκίδι στον ιδρώτα, τρέμεις, δεν σε βαστάνε τα πόδια σου. Χρειάζεται όμως να ξέρεις και πόσο ακριβώς έχει ανέβει το σάκχαρο. Έπειτα δεν είναι κάτι προβλέψιμο, μπορεί να σου συμβεί οποιαδήποτε στιγμή και αν έχεις συνηθίσει στην ινσουλίνη, το αντιλαμβάνεσαι μόνο όταν πια εκδηλώνεται.
«Την πρώτη υπογλυκαιμία την έπαθα με έναν μουσακά της μαμάς, που τον αντιμετώπισα, από πλευράς μονάδων, ως παστίτσιο – έλα όμως που καμία σχέση. Τρελάθηκα, έχασα τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Ήταν να φύγω μεσημέρι για Θεσσαλονίκη όπου θα έπαιζα κάπου μουσική κι έφυγα σχεδόν μεσάνυχτα. Μια άλλη φορά ήμουν με παρέα σε μια ταβέρνα στα Πετράλωνα, είχα παραγγείλει ένα μαγειρευτό και ζήτησα να μου το φέρουν αμέσως, καθώς μου είχε πέσει πολύ το σάκχαρο. Εναλλακτικά, μπορούσα να πιω μια πορτοκαλάδα, όμως επειδή σου ανεβάζει το σάκχαρο απότομα, είναι λύση ανάγκης. Έλα όμως που καθυστέρησαν, παρότι ήταν έτοιμο, και τότε άρχισαν οι εφιδρώσεις και τα τρέμουλα – δύσκολα αντιλαμβάνεται ο άλλος ότι όταν ένας διαβητικός σου λέει “τώρα”, το εννοεί και έχει σοβαρό λόγο, εκπέμπει κανονικό SOS!».
Όπως κάθε πάθηση, έτσι κι ο διαβήτης έχει έναν ταξικό χαρακτήρα. Το λέει συγκινητικά κι εκείνο το διαβητικό κοριτσάκι στην ταινία, ότι έχει το σπίτι της, τα παιχνίδια της, τη φροντίδα των δικών της, ξέρει όμως ότι υπάρχουν και παιδιά σαν αυτή που τα στερούνται όλα αυτά και αυτό είναι, λέει, «λίγο επικίνδυνο». «Έτσι είναι. Όσοι διαβητικοί π.χ. έχουμε αισθητήρες, που είμαστε πλέον πολλοί, χρειαζόμαστε κι ένα κουτί ειδικές ταινίες κάθε μήνα για να τσεκάρουμε το πραγματικό μας σάκχαρο. Αυτό κοστίζει περίπου 30 ευρώ, κόστος το οποίο καλυπτόταν, αλλά το έκοψε πέρσι ο τωρινός υπουργός Υγείας. Μπορεί να μην ακούγεται τεράστιο το ποσό, αλλά είμαστε σίγουροι ότι ο κάθε διαβητικός μπορεί να διαθέσει κοντά 400 επιπλέον ευρώ τον χρόνο;».
Μου λέει για τα διαβητικά παιδιά και τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσουν, καθώς λίγα σχολεία διαθέτουν νοσηλευτές, κι εκείνοι μάλιστα δεν έχουν ειδικευτεί στον διαβήτη – τους εκπαιδεύουν ουσιαστικά οι γονείς των παιδιών αυτών, οι οποίοι χρειάζεται, ταυτόχρονα, να είναι σε διαρκή εγρήγορση όσο αυτά είναι στο σχολείο. Για τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης, ιδίως όταν παρατηρούνται ύποπτα συμπτώματα, όπως πολυδιψία, πολυφαγία, πολυουρία, ανεξήγητη απώλεια κιλών, έντονη κόπωση κ.ά., εξηγεί: «Οι απλές εξετάσεις αίματος δεν αρκούν, η καλύτερη διαγνωστική μέθοδος είναι η ολοκληρωμένη καμπύλη σακχάρου (OGTT). Χρειάζεται γενικά περισσότερη ενημέρωση καθώς και περισσότερη πίεση από τους ασθενείς, αλλά, όπως γίνεται παντού, λίγα είναι αναλογικά τα άτομα που δραστηριοποιούνται σοβαρά σε συλλόγους και οργανώσεις. Υπάρχουν ευτυχώς και οι online κοινότητες διαβητικών, όπου εμπλέκονται περισσότεροι άνθρωποι και υπάρχει αλληλοϋποστήριξη, όπως και ενημέρωση σε πρώτο χρόνο».
Στην ταινία, καταλήγει, ακούγονται και δύο αγαπημένα της τραγούδια της Μαριέττας Φαφούτη, το «Kookoobadi» και το «Don’t stop»: «Με ενθαρρύνουν να συνεχίσω να αγωνίζομαι, τα ακούω κάθε φορά που “πέφτω” και ήθελα διακαώς να τα βάλω στο ντοκιμαντέρ, είχαμε μοντάρει πάνω τους και –ω, του θαύματος– μου τα παραχώρησε αμέσως η Μαριέττα δωρεάν και τη χιλιοευχαριστώ! Ευχαριστώ επίσης από καρδιάς για τη συνεργασία, την ευαισθησία και την κατανόηση όλη την ομάδα που συνέβαλε σε αυτό το εγχείρημα, τους Θάνο Κοντοβουνίσιο, Κυριακή Λυκουρέση, Αντώνη Μεϊμάρογλου, Steve Stivaktis και Πάνο Ελευθερίου».
7/3, «Ζούμε ανάμεσά σας» της Μαρίας Κατσικαδάκου (Cyber), 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, αίθουσα Φρίντα Λιάπα, ώρα έναρξης 17:00. Θα ακολουθήσει συζήτηση.