«Malcolm & Marie»: Το ερωτικό πινγκ-πονγκ του Τζ. Ντ. Γουόσινγκτον και της τρομερής Zεντάγια

«Malcolm & Marie»: Το ερωτικό πινγκ-πονγκ του Τζ. Ντ. Γουόσινγκτον και της τρομερής Zεντάγια Facebook Twitter
Ο Μάλκολμ επιδίδεται σε μια λογόρροια υπερέντασης και δικαίωσης, επιτέλους, για το όραμα που πραγματοποίησε, την ώρα που η Μαρί μοιάζει κουρασμένη και ελαφρώς αποστασιοποιημένη, ετοιμάζοντάς του μια μακαρονάδα με τυρί.
0



ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΡΙΝΗΣ καλιφορνέζικης καραντίνας ο Σαμ Λέβινσον δεν έχασε χρόνο. Αμέσως μετά τον πρώτο κύκλο του τηλεοπτικού «Euphoria» πρότεινε ό,τι πίστευε πως μπορεί να ταίριαζε και να ενδιέφερε τη σταρ της μεγάλης του επιτυχίας. Η Ζεντάγια τον άκουσε προσεκτικά και οι δυο τους κατέληξαν σε ένα δράμα δωματίου με σημείο εκκίνησης την αληθινή παράλειψη του Λέβινσον να ευχαριστήσει τη σύζυγό του στην πρεμιέρα της ταινίας του Assassination Nation.

Διάβασε τις δέκα πρώτες σελίδες του σεναρίου του στον Τζον Ντέιβιντ Γουόσινγκτον από το τηλέφωνο κι εκείνος δέχτηκε με ενθουσιασμό. Πήρε, λοιπόν, την Arri του, τη γέμισε με Kodak 35άρι φιλμ, μάζεψε καμιά δεκαριά από τους στενούς του συνεργάτες, κλείστηκαν όλοι τους σε ένα μεγάλο σπίτι στο Καρμέλ επί δύο ζεστές εβδομάδες του καλοκαιριού που μας πέρασε, χωρίς ενδυματολόγο και μακιγιέρ, και έμειναν «εσωτερικοί» τηρώντας όλα τα πρωτόκολλα, για ευνόητους λόγους.

Το Malcolm & Marie, το χρονικό λίγων ωρών της έντονης αντιπαράθεσης ενός ζευγαριού, στοίχισε 2,5 εκατομμύρια δολάρια, πουλήθηκε υπερδεκαπλάσια στο Netflix και κάνει πρεμιέρα στην πλατφόρμα στις 5 Φεβρουαρίου, έχοντας στραμμένο το βλέμμα στα επερχόμενα βραβεία – αν και, παρά τις αρετές του, μένει μετεξεταστέο στο τεστ της αυτοαναφορικότητας και των meta συγχαρητηρίων που αξιώνει σε κάθε πλάνο του.

Η παραλλαγή του «Malcolm & Marie» ακουμπά στο χολιγουντιανό υπόστρωμα των κινηματογραφιστών που πασχίζουν να αρθρώσουν τη δική τους φωνή και την ουσία της ανθρωπιάς που συχνά επαίρονται πως τους κάνει να ξεχωρίζουν από τον σωρό της απρόσωπης βιομηχανίας που τους σκιάζει, τους γοητεύει, τους προκαλεί και, ως έναν βαθμό, τους διαφεντεύει ερήμην τους.


Πρόκειται για ένα mumblecore στα κόκκινα, που στριφογυρίζει τη σχέση ενός σκηνοθέτη με την ηθοποιό φίλη του αμέσως μετά την επιτυχημένη πρεμιέρα της ταινίας του πρώτου. Μεθυσμένος από τα ποτά της δεξίωσης και τους επαίνους που εισέπραξε, ο Μάλκολμ επιδίδεται σε μια λογόρροια υπερέντασης και δικαίωσης, επιτέλους, για το όραμα που πραγματοποίησε, την ώρα που η Μαρί μοιάζει κουρασμένη και ελαφρώς αποστασιοποιημένη, ετοιμάζοντάς του μια μακαρονάδα με τυρί, λίγο πριν πέσουν για ύπνο.

Σε μια διακοπή του μεθεόρτιου θριάμβου του τη ρωτά τι έχει και μετά από λίγες στιγμές συγκαταβατικής άρνησης αυτή του υπενθυμίζει ότι το γεγονός πως δεν θυμήθηκε να την ευχαριστήσει, έχοντας αναφερθεί στους πάντες στον λόγο του, δεν προκύπτει απλώς από μια άτυχη στιγμή, αλλά σημαίνει κάτι πολύ βαθύτερο.

«Malcolm & Marie»: Το ερωτικό πινγκ-πονγκ του Τζ. Ντ. Γουόσινγκτον και της τρομερής Zεντάγια Facebook Twitter
Η ταινία είναι στέρεη και τεχνικά ολόσωστα δομημένη, μια ωραία πρόταση του Λέβινσον προς τους γκρινιάρηδες συναδέλφους του που αδράνησαν στο lockdown.

Από κει και πέρα, ξεκινά ο αλληλοσπαραγμός ανάμεσα σε πολύ παραπάνω από τέσσερις τοίχους, από την κουζίνα και την κρεβατοκάμαρα ως το σαλόνι και τον υπέροχο περιβάλλοντα χώρο – που υποτίθεται πως είναι το Μάλιμπου, σε μια βίλα που τους έχει παραχωρήσει το στούντιο, όσο διαρκεί η προώθηση της ταινίας του. Το ζήτημα είναι το παρελθόν της Μαρί, μιας πρώην τοξικομανούς που ο Μάλκολμ σχεδόν έσωσε, δείχνοντας εμπιστοσύνη στις δυνάμεις και τις δυνατότητές της (και επειδή τη γούσταρε πολύ, προφανώς), και το αγκάθι στον εμφανή προβληματισμό της το ότι δεν τη στήριξε όσο εκείνη θα ήθελε, αποδεικνύοντάς το έμπρακτα, καθώς δεν της έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην εν λόγω ταινία.

Όσο ο Μάλκολμ ωρύεται για την άδικη αντιμετώπιση των φαύλων κριτικών (η μανιακή αντίδρασή του στην πρώτη κριτική της «ασπρουλιάρας» συντάκτριας των «Los Angeles Times» είναι υστερικά νόστιμη), την ασχετοσύνη αδιάβαστων και άσχετων στον χώρο, αραδιάζοντας αναφορές από το παλιό Χόλιγουντ του Γουίλιαμ Γουάιλερ, της Άιντα Λουπίνο και του Μπίλι Γουάιλντερ και συγκρίνοντας τον εαυτό του μόνο με τον Σπάικ Λι και τον Μπάρι Τζένκινς, λόγω χρώματος, η γυναίκα της ζωής του ξεμυτίζει από το περιθώριο της μεγάλης του στιγμής και φανερώνει μια καλά κρυμμένη πίκρα που έχει να κάνει με τα λάθη της προηγούμενης διαδρομής της και τις παραχωρήσεις για χάρη του. 

Το περιστατικό γίνεται απωθημένο και η «καλύτερη μέρα της ζωής» του Μάλκολμ ξινίζει σοβαρά – το πόσο ανεπανόρθωτα το δείχνει το σαφώς πιο ήσυχο, οριζόντιο φινάλε.

Αυτό το σπιράλ μοχθηρίας και λατρείας, μοιρασμένο ισόποσα στους δύο ηθοποιούς, μοιάζει πολύ με γαλλικό υπαρξιακό δράμα: οι διάλογοι σε κλειστό χώρο, η συζήτηση περί έρωτος και τέχνης, το ξεπούλημα της ψυχής σε ένα περιβάλλον πολυτελείας, η αποδόμηση μιας σχέσης που απωθεί πολύ περισσότερα απ' όσα επιδεικνύει, δεν αποτελούν φυσικά μονοπώλιο των Γάλλων. Από το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ μέχρι το Άφτερλωβ, οι διακυμάνσεις στην υφή του ζευγαριού που επιβιβάζεται στο τρενάκι του τρόμου είναι πολλές.

Ο Μάλκολμ του Τζον Ντέιβιντ Γουόσινγκτον συμπεριφέρεται σαν τους ανεξάρτητους κινηματογραφιστές που τα ξέρουν όλα, καλύπτουν ευγενικά τον αυταρχισμό τους και τον εξαπολύουν όταν τους δοθεί η ευκαιρία, δηλαδή όταν οι άλλοι αναγνωρίσουν το ταλέντο που οι ίδιοι γνωρίζουν εξαρχής. Η Μαρί της Ζεντάγια είναι το σέξι δεκανίκι που στέκει επάξια δίπλα του επειδή σκαμπάζει από σινεμά και δεν μοιάζει με χαζό τρόπαιο, μολονότι βρυχάται και, όταν μένει πίσω στην κούρσα, προσπερνάει.

Ο Λέβινσον αποσπά οικειότητα, οι ηθοποιοί του, εκτός από διαβασμένοι, συχνά αισθάνονται το κείμενο και μοιράζονται τις στιγμές, έστω κι αν το πινγκ-πονγκ που παίζουν, αναγκαστικά, τους φέρνει αντιμέτωπους. Ωστόσο, ο Γουόσινγκτον, σε έναν ρόλο και μια ταινία που απέχουν όσο γίνεται περισσότερο από το λιγομίλητο, ογκώδες μυστήριο του Tenet, μετράει περισσότερο τις κινήσεις του και υπολογίζει πόσο πόνο θα δώσει.

«Malcolm & Marie»: Το ερωτικό πινγκ-πονγκ του Τζ. Ντ. Γουόσινγκτον και της τρομερής Zεντάγια Facebook Twitter
Η Μαρί της Ζεντάγια είναι το σέξι δεκανίκι που στέκει επάξια δίπλα του επειδή σκαμπάζει από σινεμά και δεν μοιάζει με χαζό τρόπαιο, μολονότι βρυχάται και, όταν μένει πίσω στην κούρσα, προσπερνάει.

Η Ζεντάγια είναι η αποκάλυψη. Αλλάζει γρήγορα, συναισθάνεται, μαζεύει υλικό και αφορμές όταν υπομένει τους τόνους λέξεων με τις οποίες την κατακλύζει ο σύντροφός της. «Θα σε σπάσω σαν κλαράκι» την απειλεί στο ντελίριό του κι εκείνη, πειστικότερα από τους δυο τους, αντιστρέφει την άμυνα σε μια winning επίθεση, πολύπλοκη, διάφανη, απολαυστική.

Η πρώην μικρή του Disney Channel, με αστραφτερό φόρεμα ή μόνο με το φανελάκι που διαγράφει τις θηλές της (στο γαλλικό αντίστοιχο θα ήταν σίγουρα γυμνόστηθη στο μισό έργο), έχει χαρακτήρα και δύναμη. Είναι η ψυχή του κασαβετικά ξεγυμνωτικού δράματος και ενώ προς στιγμήν πείθεται πως είναι το «κλαράκι» του μποξ, χορεύει στον δικό της εσωτερικό ρυθμό ολόκληρη την ταινία, παίζοντας μια ευάλωτη γυναίκα που επίσης παίζει την ηθοποιό στη σχέση, όποτε το κρίνει σκόπιμο.


Η ταινία είναι στέρεη και τεχνικά ολόσωστα δομημένη, μια ωραία πρόταση του Λέβινσον προς τους γκρινιάρηδες συναδέλφους του που αδράνησαν στο lockdown (και, ευτυχώς, δεν πραγματεύεται την αδράνεια της καραντίνας), αλλά καλλιτεχνικά λιποθυμά μέσα της από τη διαφορά που νομίζει ότι κάνει. Δεν είναι πρωτότυπη και αν σε κάποιες γωνίες της ασκεί έμμεση κριτική στην κοινότητα και την κοινωνία που την έχει εμπνεύσει, φαντάζει περιστασιακή και «επί τούτου».

Μια κατά τόπους ενδιαφέρουσα, εξουθενωτικά συμπαθής πόζα υπερβολής και χυμένου αισθήματος είναι το Malcolm & Marie, ευτυχώς χωρίς θεατρικότητα ή εφετζίδικα κόλπα, από έναν σκηνοθέτη που θαυμάζει πολλούς, μάλλον αγαπά ενδόμυχα τον Ρομέρ, αλλά τείνει περισσότερο προς τον πρώιμο Μπενέξ. Η Ζεντάγια (συγγνώμη, Ζεντέιγια) είναι τελικά ο λόγος που υπάρχει η ταινία!

 

Το «Malcolm & Marie» προβάλλεται από τις 5 Φεβρουαρίου στο Netflix.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Athlete A: Η φρίκη της κακοποίησης και το αίσχος της συγκάλυψης

TV & Media / Athlete A: Η φρίκη της κακοποίησης και το αίσχος της συγκάλυψης

Ανατριχιαστικά καίριο το ντοκιμαντέρ του Netflix για την επί δεκαετίες σεξουαλική κακοποίηση των κοριτσιών της αμερικανικής εθνικής ομάδας ενόργανης και την αισχρή φάμπρικα συγκάλυψης που είχε στηθεί από την ομοσπονδία του αθλήματος.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Φραν Λίμποβιτς: Pretend It's a City

Δημήτρης Πολιτάκης / Φραν Λίμποβιτς: Pretend It's a City

Η χαρά του χιούμορ, της γκρίνιας και της ζωής στην εξαιρετική –και σπαρταριστή– σειρά που γύρισε ο Μάρτιν Σκορσέζε με κεντρική μορφή την πιο εμβληματική ίσως φιγούρα της νεοϋρκέζικης κουλτούρας εδώ και πέντε δεκαετίες, τη φοβερή Φραν Λίμποβιτς.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Δεν μας άξιζε ο Γιάννης Αντετονκούμπο, αλλά θα είναι πάντα και δικός μας

Daily / Δεν μας άξιζε ο Γιάννης Αντετονκούμπο, αλλά θα είναι πάντα και δικός μας

Το ντοκιμαντέρ «Giannis: The Marvelous Journey» είναι μια καλοφτιαγμένη και κατά τόπους συγκινητική καταγραφή της παραμυθένιας διαδρομής του αναιμικού παιδιού από το αθηναϊκό «γκέτο», που κατέκτησε την κορυφή του κόσμου.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Το ανεπάντεχο bromance του Τζόνι Ντεπ με τον Σαουδάραβα πρίγκιπα διάδοχο MBS

Οθόνες / Το ανεπάντεχο bromance του Τζόνι Ντεπ με τον Σαουδάραβα πρίγκιπα διάδοχο MBS

Η παράξενη ιστορία της σχέσης που ανέπτυξε ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν με τον 60χρονο σταρ του κινηματογράφου, φιλοξενώντας τον στο βασίλειό του και εντάσσοντας τον στον κύκλο εμπιστοσύνης του.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Τι είναι αυτό που κάνει τις τουρκικές σειρές τόσο δημοφιλείς;

Οθόνες / Τι είναι αυτό που κάνει τις τουρκικές σειρές τόσο δημοφιλείς;

Η Τουρκία είναι πλέον ο τρίτος μεγαλύτερος εξαγωγέας τηλεοπτικών σειρών στον κόσμο και οι σειρές που παράγει η χώρα είναι εξαιρετικά δημοφιλείς όχι μόνο στη Μέση Ανατολή αλλά και στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική.
THE LIFO TEAM
Υπέροχες μέρες: Η αναπάντεχη ολική επαναφορά του Βιμ Βέντερς

Οθόνες / Υπέροχες μέρες: Η αναπάντεχη ολική επαναφορά του Βιμ Βέντερς

Η ταινία που ξεκίνησε ως μικρού μήκους για την προώθηση του πρότυπου οργανισμού δημόσιων τουαλετών του Τόκιο κατέληξε να είναι ένα κομψοτέχνημα αισθητικής και αφήγησης από τον άλλοτε πανίσχυρο του νέου γερμανικού κινηματογράφου, που τελευταία έδειχνε ανέμπνευστος, σαν να είχε χάσει το κίνητρο του.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Dune: Μέρος Δεύτερο»: Ούτε μια στιγμή δεν προδίδει το είδος της υπερπεριπέτειας

Οθόνες / «Dune: Μέρος Δεύτερο»: Ούτε μια στιγμή δεν προδίδει το είδος της υπερπεριπέτειας

Ο Ντενί Βιλνέβ παραδίδει όσα προφήτεψε στο πρώτο «Dune», ένα βιβλικό Star Wars, σοβαρό και μυστικιστικό, πολλαπλασιάζοντας και βαθαίνοντας την κινηματογραφική εμπειρία στην έρημο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Κότζι Γιακούσο: «Οι επιφυλάξεις μου για τον Βέντερς διαλύθηκαν την πρώτη μέρα»

Αποκλειστική συνέντευξη / Κότζι Γιακούσο: «Οι επιφυλάξεις μου για τον Βέντερς διαλύθηκαν την πρώτη μέρα»

Ένας ζωντανός μύθος της υποκριτικής, ο «Τοσίρο Μιφούνε της γενιάς του», όπως έχει χαρακτηριστεί, μιλά αποκλειστικά στη LiFO για τη συνεργασία του με τον κορυφαίο Γερμανό δημιουργό στο υποψήφιο για Όσκαρ «Perfect Days», που του χάρισε και το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η πολύτιμη παραμυθία του Μάρτιν Σκορσέζε

Ανταπόκριση από το Βερολίνο / Ο Μάρτιν Σκορσέζε μάς δίνει κουράγιο για το μέλλον του σινεμά

Ενθουσιώδης, ενεργητικός, πάντα επίκαιρος, ο Μάρτιν Σκορσέζε ενώνει την ιστορία της τέχνης που λατρεύει άνευ όρων με το πάθος του για το storytelling. Όποτε αναγγέλλει καινούργια ταινία ή μιλά για ό,τι αυτός θέλει, νιώθουμε σαν καλεσμένοι σε οικογενειακή γιορτή.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«All of us Strangers»: Γιατί βγαίνουν όλοι από την αίθουσα κλαίγοντας;

The Review / «All of us Strangers»: Γιατί βγαίνουν όλοι από την αίθουσα κλαίγοντας;

Ο Γιάννης Βασιλείου και ο Χρήστος Πολίτης (aka O Χρήστος δεν μένει πια εδώ) συζητούν για το ελεγειακό δράμα με τους Άντριου Σκοτ και Πολ Μέσκαλ που εδώ και μερικές μέρες συγκινεί (και) τους Έλληνες σινεφίλ.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Στάθης Συνοδινός: Ψάχνω ακόμη και ταινίες που τις έλιωναν στην Κατοχή για να φτιάξουν τσατσάρες

Οθόνες / Στάθης Συνοδινός: Ψάχνω ακόμη και ταινίες που τις έλιωναν στην Κατοχή για να φτιάξουν τσατσάρες

Αναζητά ταινίες που θεωρούνται χαμένες ή φθαρμένες σε σημείο που είναι αδύνατον να αποκατασταθούν, συχνά ξεχασμένες από όλους, καθώς κανένας από τους συντελεστές τους δεν είναι στη ζωή και η μηδαμινή τους καλλιτεχνική αξία δεν ήταν αρκετή ώστε να καταγραφούν στην επίσημη ιστορία του κινηματογράφου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ