Με τις ρευστές κινήσεις της κάμερας, απευθείας βγαλμένες από τον κανόνα του κρυφού μέντορά του, Μαξ Οφίλς και το βάπτισμα της πιο ξεκούραστης, αν και ιδιαίτερα πολυεπίπεδης, αφήγησης στην καριέρα του, στην αγαπημένη του γειτονιά, το San Fernando Valley, ο Πολ Τόμας Άντερσον μας παρασύρει σε ένα υπνωτιστικό ‘70s ρομάντσο μετ’ εμποδίων, εφαρμόζοντας παραισθητικό ρεαλισμό σε μια δεκαετία που ο Κουέντιν Ταραντίνο αποθεώνει μυθολογικά – όταν δεν τη διορθώνει ιστορικά, όπως και τις υπόλοιπες άλλωστε.

 

Η νοσταλγική αχλή του Πολ Τόμας Άντερσον δεν εξιδανικεύει την εποχή, αλλά κατευθύνεται στην αίσθηση που αναδίδει, στην καρδιά των πρωταγωνιστών της, στο πώς νιώθει ο 15χρονος Γκάρι  απέναντι στην τουλάχιστον 25χρονη Αλάνα. Τι του βρίσκει; Prima vista, είναι ένας άχαρος ανήλικος, πρώην παιδί-θαύμα με συμμετοχές σε τηλεοπτικές παραγωγές, που δεν το βάζει κάτω, αλλά έχει την πείρα για να καταλάβει πως η με το ζόρι ξεχειλωμένη καριέρα του έχει τελειώσει.

 

Η ουσία της ταινίας βρίσκεται στις εκστατικές ή όχι και τόσο υπέροχες λεπτομέρειες και ο Άντερσον, ως lo fi ενισχυτής, είναι μάστορας στον σκηνικό σχεδιασμό και τη μουσική υπόκρουση, από την επιλογή τραγουδιών.  Και όπως αναμενόταν, αναδεικνύει τους πρωταγωνιστές του μοναδικά.

 

Στο μεταξύ, έχει αποκτήσει επιχειρηματικό κριτήριο, σαν έμφυτη δικλείδα επιβίωσης και ανέλιξης, και με τις διασυνδέσεις και την αντίληψή του δικτυώθηκε και είναι έτοιμος να ξεκινήσει μπίζνα με στρώματα νερού. Είναι αντράκι, περπατημένος παρά τα χρόνια του και την έλλειψη μαγνητισμού, ενώ η σέξι Αλάνα είναι παγιδευμένη στο επόμενο μεταίχμιο, τη γραμμή που χωρίζει την έφηβη από τη γυναίκα. Τον συναντά στο γυμνάσιο όπου αυτός φοιτά κι εκείνη βοηθά έναν τυπικά σεξιστή φωτογράφο. Αμέσως καταλαβαίνουμε, σε ένα μαγευτικό εισαγωγικό μονοπλάνο, πως κάτι θα τρέξει μεταξύ τους, αλλά το ταίριασμά τους είναι δύσκολο και η φάση τους άνιση.

 

Δεν είναι ακριβώς το ηλικιακό το θέμα (σήμερα θα σκανδάλιζε, αλλά στο σύμπαν του 1973 περνά απαρατήρητο από τους εμπλεκόμενους και τους τριγύρω τους), αλλά ο ανεξήγητος δισταγμός της Αλάνα απέναντι στον γεμάτο αυτοπεποίθηση Γκάρι. Ψάχνει δουλειά και δοκιμάζεται σε οντισιόν σε μια πόλη που ζει και αναπνέει στη σκιά της πρωτεύουσας του κινηματογράφου, αλλά Λος Άντζελες δεν είναι. Ωστόσο, ο Άντερσον ρίχνει στο ηλιόλουστο καζάνι που βράζει από την πετρελαϊκή κρίση (εντυπωσιακή η σκηνή με τους συνωστισμένους αυτοκινητιστές που παίζουν ξύλο για ένα μπιτόνι βενζίνης) δυο εμβληματικές φιγούρες του παλιού, μεθυσμένου, αλλά και του νέου «κοκαρισμένου» μέχρι παράνοιας Χόλιγουντ: ο Τζακ Χόλντεν, που στην ουσία είναι φτυστός ο Γουίλιαμ Χόλντεν και τον υποδύεται ευειδώς ο δυσεύρετος πλέον Σον Πεν στην καλύτερή του εμφάνιση τα τελευταία χρόνια, και ο Τζον Πίτερς, εραστής της Μπάρμπαρα Στράϊσαντ, που έμελλε να γυρίσει μαζί της το «Ένα Αστέρι Γεννιέται» και από κομμωτής να γίνει uber-παραγωγός.

 

Ο πρώτος έχει ένα ρομαντικό παραλήρημα με την Αλάνα, αλλά ουσιαστικά μονολογεί για το περασμένο μεγαλείο που κουβαλάει, και ο δεύτερος πρωταγωνιστεί στην εκτροχιασμένη, με φορτηγό και φουλ όπισθεν, και πιο συναρπαστική σεκάνς της ταινίας, εκεί όπου η Αλάνα και ο Γκάρι διασταυρώνονται συνωμοτικά, και ενώνουν τα κομμάτια του παζλ που συναποτελεί η φιλία, η έλξη και η ανάγκη τους να συνυπάρχουν. Ο Κούπερ ορμά σαν ταύρος και τα κάνει λίμπα. Εκπροσωπεί επάξια το χολιγουντιανό bullshit των ‘70s, την καμμένη υπερβολή, σε ένα μεγάλο cameo που ροντάρει δεξιοτεχνικά, κλωτσώντας ηθελημένα τον ρυθμό μακριά από τον ράθυμο βηματισμό του –πετάει το κυνικό Λος Άντζελες στα μούτρα των χωριατόπαιδων.

 

 

Η σωματικότητα του «Licorice Pizza», που πήρε το όνομά του από ένα αληθινό δισκάδικο του προαστίου, είναι ο αέναος συντελεστής μιας κινηματογραφικής συνθήκης όπου όλοι περπατούν ασταμάτητα ή τρέχουν για να φτάσουν στον προορισμό τους, όταν δεν συνεννoούνται αναγκαστικά και αποκλειστικά από τηλεφώνου. Η ουσία της ταινίας βρίσκεται στις εκστατικές ή όχι και τόσο υπέροχες λεπτομέρειες (σαν τις ειλικρινείς αναμνήσεις που επιφυλάσσουμε μόνο για το ιδιωτικό μας λεύκωμα) και ο Άντερσον, ως lo fi ενισχυτής, είναι μάστορας στον σκηνικό σχεδιασμό και τη μουσική υπόκρουση, από την επιλογή τραγουδιών όπως η ροκ ελεγεία της αποξένωσης «Life on Mars» του Μπόουι, το ερωτικά εξομολογητικό «Let me Roll it» των Wings, το παραγνωρισμένο διαμάντι «Softly Whispering I Love you» των Congregation και οι μουσικές γέφυρες του εκλεκτικού συγγενή του, Τζόνι Γκρίνγουντ. Και όπως αναμενόταν, αναδεικνύει τους πρωταγωνιστές του μοναδικά.

 

Ο Κούπερ Χόφμαν, γιος του αείμνηστου Φίλιπ Σίμορ, πιάνει συγκινητικά το νήμα από το γεμάτο ανθρωπιά και ειλικρίνεια βλέμμα του πατέρα του στο «Magnolia», ακόμη κι όταν αντιδρά άτσαλα, πικαρισμένος από την αντίσταση της ανάφτρας γυναίκας που ποθεί τόσο πρόδηλα. Η Αλάνα Κέιν της Αλάνα Χάιμ (του γνωστού γυναικείου συγκροτήματος, με ολόκληρη την οικογένειά της να την πλαισιώνει σε μια art imitating life σεναριακή χειρονομία) είναι η ερμηνευτική αποκάλυψη της χρονιάς, παίζοντας μια κομπλικέ ύπαρξη, με γκάμα και αυθεντικότητα, αφοπλιστική, κυρίως στο απορημένο, γεμάτο περιέργεια βλέμμα της. Της προσφέρει τα κλειδιά για την αυτογνωσία, τον χάρτη για να αποφύγει τις κακοτοπιές, το εισιτήριο για την προσωπική ενδυνάμωση, σε μια περίοδο γεμάτη με πολιτικά ανορθόδοξες πρακτικές, απατηλά σύμβολα και συγκεχυμένα σημάδια. Αυτή είναι μια σπουδαία ταινία για τη διαδρομή του συναισθήματος και την παρατεταμένη περιπέτεια της ενηλικίωσης στην ουσία της, έμπλεη ανθρώπινης παρατήρησης και κινηματογραφικών αναφορών.