«Ο υπαίθριος κινηματογράφος Γαρδένια στην Ύδρα άνοιξε το 1955. Βρέθηκα εκεί το '68. Βρίσκεται σε αυτήν τη μικρή λωρίδα, ανάμεσα σε δύο άλλα κτήρια που υψώνονται ελαφρώς πάνω του. Αλλά μετά ξαφνικά κοιτάζετε και μπορείτε να δείτε ολόκληρη την πλαγιά. Μπορείτε επίσης να δείτε τον ουρανό με τ’ αστέρια.

 

Πήγα για πρώτη φορά με τη Μαριάν και ήταν κάτι το υπέροχο. Όλες αυτές οι μυρωδιές του γιασεμιού και της γαρδένιας να τρυπώνουν στη θερινή αίθουσα προβολής ανακατεμένες με το αεράκι που έφτανε από τη θάλασσα. Να μπορείς να ακούσεις τους θορύβους απ’ όλα τα γαϊδουράκια και τους γρύλους να κάνουν αυτόν τον απίστευτο ήχο. Και ένα περίεργο ζώο να τρέχει στο πάνω μέρος της οροφής, πάνω από την οθόνη.

 

Αυτό το θερινό σινεμά πρόβαλε κυρίως σπαγκέτι γουέστερν, αν και η ταινία που θυμάμαι περισσότερο από τη «Γαρδένια» ήταν το Εν Ψυχρώ [1967], που είναι μια τόσο σπουδαία, όμως βάναυση ταινία. Τελείως κόντρα με το ειδυλλιακό, ρομαντικό σχεδόν, περιβάλλον. Θυμάμαι να βλέπω τα ίχνη από το αίμα, αλλά να τα βλέπω εκεί, υπό αυτή την ατμόσφαιρα, και να νιώθω σαν να είμαι σχεδόν από άλλον πλανήτη.

 

Οι θεατές ήταν κυρίως Έλληνες που ζούσαν στην Ύδρα. Πουλούσαν σουβλάκια στο φουαγιέ και ποπ κορν, και υπήρχαν παιδιά και γάτες και σκύλοι που έτρεχαν κατά τη διάρκεια της προβολής πέρα δώθε στο σινεμά. Ήταν κάπως αναρχικό όλο αυτό. Όταν η βραδιά έφερνε κρύο, λίγο μετά τις 10, με όλο αυτό το παγωμένο αεράκι, οι ελληνίδες είχαν κουβαλήσει όλα αυτά τα ωραία σάλια και τα έριχναν στους ώμους, βλέποντας την ταινία.

 

Αργότερα, όταν επέστρεψα ξανά στην Ύδρα, μία από τις πιο δημοφιλείς ταινίες ήταν το Midnight Express [1978]. Επειδή ήταν πολύ αντι-τουρκικό.

 

Το σινεμά είχε προβάλλει επίσης την ταινία μου «Marianne & Leonard: Words of Love» [2019]. Κατάφερα να συγκεντρώσω πολλούς ανθρώπους και ανθρώπους που ζούσαν ακόμα στο νησί, τους οποίους γνώρισα και τους συμπεριέλαβα στην ταινία. Και ένας φίλος μου, ο Pawel Pawlikowski [ο Πολωνός σκηνοθέτης της Ida], αγόρασε ένα σπίτι εκεί. Έτσι ήρθε κι αυτός στην Ύδρα.

 

Και ήταν αξέχαστο γιατί μετά τα πρώτα 20 λεπτά προέκυψε πρόβλημα! Οι θεατές άκουγαν ήχο, αλλά δεν έβλεπαν εικόνα. Στο σινεμά είχαν αυτόν τον μεγάλο παλιό προβολέα των 35mm. Ο Pawel κι εγώ σπάγαμε τα κεφάλια μας εκείνη τη νύχτα για το πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτό το πράγμα να δουλέψει, αλλά δεν τα καταφέραμε. Και ο ιδιοκτήτης του κινηματογράφου, ο Λάκης Χρηστίδης, που είναι Έλληνας και πιθανότατα στα 80 του τότε, ήταν απίστευτα γοητευτικός και μας προσέφερε τσιγάρα και καφέ, αλλά πραγματικά δεν ήξερε καθόλου τον εξοπλισμό του και πώς να διορθώσει το πρόβλημα. Αλλά θυμάμαι ότι το κοινό ήταν τόσο ενθουσιασμένο που είδε την ταινία και μπορούσε να αντικρίσει για πρώτη φορά όλον αυτό τον αρχειακό πλούτο της Ύδρας.

 

Την επόμενη νύχτα, παρακολουθήσαμε την προβολή ξανά και τότε παρουσιάστηκε κάποιο άλλο πρόβλημα.

 

Αλλά το τρίτο απόγευμα τα καταφέραμε να τη δούμε – και εμείς και οι θεατές- μέχρι το τέλος. Και ακόμη και αυτό ήταν τρελό, επειδή η γυναίκα που χειριζόταν τη μηχανή προβολής εκείνη τη μέρα είχε πάρει μαζί της τον σκύλο της, καθώς δεν μπορούσε να βρει κανέναν να τον φροντίσει. Κι εκείνος απλώς γάβγιζε και ούρλιαζε καθ 'όλη τη διάρκεια της προβολής. Νόμιζα τότε ότι ήταν ένα είδος άσκησης Zen: απλά για να μην κάνω τίποτα, για να μην αντιδράσω καθόλου. Και τότε ο Pawel μου ψιθύρισε: «Τι θα γίνει με τον γαμημένο τον σκύλο;» Έκανε τόσο θόρυβο! Έτσι πήγα και τον πήρα για μια μεγάλη βόλτα για το υπόλοιπο της ταινίας».

 

ΠΗΓΗ: Sound and Sight Magazine