ΤοValseSentimentalξεκίνησε για μένα στο Φασόλι στα Εξάρχεια, ένα πρόσφατο καλοκαίρι, όπου η Κωνσταντίνα Βούλγαρη μου πρότεινε το ρόλο του Σταμάτη, ο οποίος, ανάμεσα σ' άλλα, σχεδιάζει κόμικς, ερωτεύεται την Ηλέκτρα, ζει όμως μόνος του με τη γάτα του και αυτοτραμαυτίζεται για να εκτονώσει τον πόνο του. Η Κωνσταντίνα μου περιέγραψε τι είχε στο νου της, πήρα το σενάριο σπίτι μου, το διάβασα και αισθάνθηκα μεγάλη οικειότητα με τα θέματα του σεναρίου, ειδικά με την αυτοκαταστροφή. Δεν έχω κόψει ποτέ τον εαυτό μου όπως ο Σταμάτης, εγώ απλώς το ρίχνω στο φαΐ. Δεν μοιράζομαι άλλα κοινά στοιχεία μ' αυτόν το ρόλο, αλλά τον καταλάβαινα.

Είχα πει σε μια συνέντευξη (που μου κόστισε πολλούς ρόλους, γιατί είμαι και ζώον), πως μ' αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους της ηλικίας μου, και η Κωνσταντίνα ήταν ένα πολύ ιδιαίτερο κράμα νεανικής αθωότητας και αποφασιστικότητας, που με ενέπνεε.

Όταν γνώρισα τη Λουκία που θα έπαιζε την Ηλέκτρα, ήμουν πια σίγουρος πως ήθελα σαν τρελός να κάνω αυτή τη ταινία. Η Λουκία είναι ένα πλάσμα όπως λίγα στον πλανήτη. Παρά το πολύ νεαρό της ηλικίας της, είναι μεγαλειώδης στην ψυχή και στους τρόπους της, από τα πιο γενναιόδωρα άτομα που θα γνωρίσεις ποτέ. Αν σ' αγαπάει. Το πιο σημαντικό όμως: Είναι ο πιο ανθεκτικός και ικανός αντίπαλος που είχα ποτέ στην αρένα μιας ταινίας. Αν είναι η Λουκία Μιχαλοπούλου αμαρτία, θα βγω να το φωνάξω με λατρεία, είναιsui generis extraordinaire. Ούσα πονηρή (ιδιοφυής), δεν καταλαβαίνεις τη δύναμή της από την αρχή, έχει εξολοκλήρου τον έλεγχο και ό,τι θέλει στο παρέχει με τη σταγόνα: έτσι θέλεις όλο και πιο πολύ, πιο πολύ. Ξαφνικά, δεν ξέρεις πώς έγινε και είσαι δούλος της· πιστός και παντοτινός. Είναι μεγάλη μου τιμή που με ονομάζει φίλο της και είμαι πολύ τυχερός που δούλεψα τόσο στενά μαζί της.

Στενά ήταν και τα οικονομικά όρια της ταινίας, αλλά όχι η φαντασία μας. Σκεφτήκαμε να κάνουμε την ταινία μιούζικαλ. Βρήκαμε μουσικό διευθυντή και αρχίσαμε τα πειράματα. Δοκιμάσαμε πώς θα μπορούσαμε κατ' αρχήν να ενσωματώσουμε το «Eternal flame» των Βangles, σε μια σκηνή γκαρίζαμε μέσα στα αχνιστά εξαρχειώτικα μεσημέρια,«am I only dreeeemaaaaaaaing, or this is burning». Είχα πάντα μαζί το ibook μου, και πρότεινα μουσικές και χαζά euro-pop τραγούδια προς μεγάλη φρίκη της Κωνσταντίνας. Δεν θυμάμαι γιατί εγκαταλείψαμε την ιδέα των τραγουδιών, είναι και ακριβά τα δικαιώματα, αλλά περάσαμε πολύ ωραία. Μήπως φτιάχναμε σκηνές ονείρων των χαρακτήρων να τις γυρίσουμε σε blue screen (βλέπε photos) και κάνουμε ό,τι μας κατέβει; Τις γράψαμε, σφήνωσα την απαραίτητη Blytheκούκλα σε κάνα δυο σκηνές, τα βάλαμε όλα σε καρτέλες σε ένα τοίχο, τα αλλάζαμε θέση μπρος πίσω, πάνω κάτω, μέχρι να μας ικανοποιήσει, και ιδού η ταινία που κάναμε.

Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα, με συντροφικότητα και αγάπη, σαν να μην ήταν μια επαγγελματική ταινία που εντέλει θα την έβλεπε κόσμος. Περάσαμε όλο το καλοκαίρι μέσα και γύρω από τα Εξάρχεια, διαπραγματευόμενοι το χώρο μας εκεί, με τα junkies της πλατείας. Κάποιες από τις φράσεις που μας φώναζαν θα ακούσετε στην ταινία στο background.

Και έτσι τελείωσε. Γύρισα σπίτι μου και στη ζωή μου, έβαλα όλα τα ρούχα του ρόλου μου σε μια ντουλάπα μαζί με κοστούμια και αντικείμενα άλλων ρόλων που έχω παίξει και αναρωτήθηκα αν είχα δουλέψει αρκετά σκληρά ή αν είχα αδικήσει κανέναν. Οι αποτιμήσεις δεν κρατούν πολύ και ξεκίνησα να δουλεύω τον επόμενο ρόλο, η ταινία ήταν πια της Κωνσταντίνας, να της δώσει νόημα και σχήμα.