«Hellraiser»: Ευπρεπές reboot μα και χαμένη ευκαιρία

«Hellraiser»: Ευπρεπές reboot μα και χαμένη ευκαιρία Facebook Twitter
Mια χαρά θα ήταν η νέα εκδοχή του Pinhead, αν φωτιζόταν και λίγο πιο υποβλητικά.
0

Το original «Hellraiser» ήρθε και μας βρήκε στο δεύτερο μισό των '80s, μια δεκαετία το μότο της οποίας συνοψίζεται στη φράση που ξεστομίζει ο Γκόρντον Γκέκο στην ταινία «Wall Street» του Όλιβερ Στόουν: «greed is good». Για τον Γκέκο και για το κοινωνικοοικονομικό σύστημα που εκπροσωπεί η απληστία είναι ο κινητήριος μοχλός της εξέλιξης της ανθρωπότητας.

Στην ταινία του Κλάιβ Μπάρκερ ο κεντρικός ήρωας, ο Φρανκ, έχοντας εξαντλήσει κάθε πιθανή και απίθανη απόλαυση, αγοράζει ένα κουτί από έναν γέρο έμπορο στο Μαρόκο και ουχί στο Αλγέρι, το οποίο θρυλείται ότι ανοίγει την πύλη σε μια άλλη διάσταση όπου σε περιμένουν απολαύσεις που υπερβαίνουν τις επίγειες.

Όπως διαπιστώνουμε στη συνέχεια, το κουτί αυτό καλεί τους Κενοβίτες, απόκοσμες υπάρξεις που δίνουν σε όποιον τους κάλεσε αυτό που ζήτησε, επιβεβαιώνοντας με τον πιο φρικιαστικό τρόπο τη λαϊκή θυμοσοφία «πρόσεχε τι εύχεσαι, γιατί μπορεί να το αποκτήσεις.»

Πίσω από τη σεξουαλική φόρτιση, την εμφανή σαδομαζοχιστική θεματική, τη διαστροφή και ένα gore θέαμα κινούμενο μεταξύ της καρτουνίστικης γλαφυρότητας του «Evil Dead» και μιας κρονενμπεργκικού τύπου ανατομικής λεπτομέρειας κρύβεται μια ηθική ιστορία. Το «Hellraiser» έχει έναν προειδοποιητικό χαρακτήρα που έπιασε τον παλμό της εποχής του, απευθυνόμενο σε ανθρώπους απορροφημένους από τη δραστηριότητα της (υπερ)κατανάλωσης, ταμένους στο κυνήγι του «περισσότερου».

Η επιτυχία του γέννησε μια δεύτερη ταινία που εξερευνούσε λίγο περισσότερο τη μυθολογία των Κενοβιτών και, τελικά, ένα franchise με κεντρικό πρόσωπο τον Pinhead, ο οποίος από ανήθικη φιγούρα, που απλώς εκπληρώνει μακάβρια τις ευχές όσων έχουν την ατυχία να τον καλέσουν, μετατράπηκε σε έναν σαδιστή κακό ταινιών τρόμου. Και η σειρά με τη… σειρά της μεταλλάχθηκε σε slasher, με κάποιες διαφοροποιήσεις από ταινία σε ταινία.

Φθίνουσα η ποιότητα των σίκουελ, αν σώνει και καλά θέλετε να παρακολουθήσετε κάποιo, σας παραπέμπουμε στο «Hellraiser: Infernο» απλώς και μόνο γιατί εκεί μπορείτε να δείτε κάποια ψήγματα του δημιουργού είδους στον οποίο θα εξελισσόταν ο Σκοτ Ντέρικσον τα επόμενα χρόνια.

Ως επιλεκτικά ανθρωπιστής σκηνοθέτης, όπως αποδεικνύει και το παρελθόν του, θα προσεγγίσει με παραπανίσια συμπάθεια τον βασικό χαρακτήρα του, δίνοντας στην πικρή κατάληξή του μια συμπονετική χροιά.

Σε καιρούς που στούντιο και πλατφόρμες δεν αφήνουν διαθέσιμο brand name στην ησυχία του, ένα reboot του «Hellraiser» ήταν αναπόφευκτο. Αυτό ήρθε με την υπογραφή του Ντέιβιντ Μπρούκνερ, στις περγαμηνές του οποίου βρίσκεις το «Ritual», ένα ημιεπιτυχημένο monster movie γύρω από τον αρσενικό ανταγωνισμό, και το «Νight House», μια πολύ ενδιαφέρουσα φαντασματική ιστορία με μια τρομερά προσηλωμένη Ρεμπέκα Χολ, που δεν κάνει να γράψουμε τι αφορά, επειδή είναι spoiler.

Tο ανανεωμένο «Hellraiser» είναι ποιοτικά ανώτερο από οποιοδήποτε σίκουελ, είναι ατμοσφαιρικό, ίσως όχι απαραίτητα τρομακτικό, συνιστά όμως και μια χαμένη ευκαιρία. Και εξηγούμαστε. 

Hellraiser: Ευπρεπές reboot μα και χαμένη ευκαιρία Facebook Twitter
H αφήγηση εστιάζει στον πραγματικό πρωταγωνιστή, μια νεαρή εξαρτημένη από ουσίες, που φαντάζει βγαλμένη από επεισόδιο του «Euphoria».

Στην εισαγωγή του, που περιλαμβάνει το πιο SFW (safe for work) sex πάρτι που έχουμε δει ποτέ στο σινεμά, συστήνεται ο πρώτος χαρακτήρας, ένας εκκεντρικός πολυεκατομμυριούχος, η φιλοσοφία του οποίου έχει σμιλευτεί πάνω στα πιστεύω του Γκόρντον Γκέκο.

Πολύ σωστά ο Μπρούκνερ μας δίνει μόνο μια ιδέα της τύχης των θυμάτων των Κενοβιτών σε αυτήν τη σεκάνς, ώστε το gore της ταινίας να αυξάνεται διαρκώς και μαζί και ο αντίκτυπός του. Αν ξεκινούσε από νωρίς με τη μηχανή στο 100, από ένα σημείο κι έπειτα η αναισθητοποίηση του εκπαιδευμένου θεατή θα ήταν δεδομένη –  να ένα από τα πολλά λάθη που έκανε ο Φέντε Άλβαρες στο αντίστοιχο, σοβαροφανές και βλοσυρό reboot του «Εvil Dead». 

Μετά την εισαγωγή, η αφήγηση εστιάζει στον πραγματικό πρωταγωνιστή, μια νεαρή εξαρτημένη από ουσίες, που φαντάζει βγαλμένη από επεισόδιο του «Euphoria». Στο σύνηθες για το franchise μοτίβο του συσχετισμού σεξ και πόνου η ηρωίδα εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στον πόνο.

Εκείνη η «άλλη» ταινία που ξεχωρίζει την καλή ταινία είδους από τη σπουδαία και καραδοκεί πάντα πίσω από αυτό που βλέπεις, όπως οι απόκοσμες υπάρξεις που συνηθίζουν να σουλατσάρουν στο είδος, βρίσκεται ακριβώς στην αντιπαραβολή των δύο χαρακτήρων και των δυο γενιών που εκπροσωπούν. Από τη μια υπάρχει ο ηδονιστής, άπληστος εκατομμυριούχος που κυνηγά διαρκώς περισσότερες και πιο έντονες απολαύσεις. Και από την άλλη η τραυματισμένη –από μια οικονομική κρίση; Από την εγκατάλειψη; Από τη μοναξιά που κρύβει η παραίσθηση της σοσιαλμιντιακής συντροφιάς;– ά(ν)εργη νεαρή που έχει απορροφηθεί πλήρως από το προσωπικό της δράμα, αδυνατώντας να συναισθανθεί εκείνο των άλλων παρά μόνο όταν συμπίπτει με το δικό της. Που αγκαλιάζει τον πόνο της με τρόπο που κρύβει μια λανθάνουσα ηδονή – άρα ζητά περισσότερο πόνο.

Ο Μπρούκνερ δεν  θα «παντρέψει» ποτέ επί της ουσίας τους δύο χαρακτήρες και όσα εκπροσωπούν, ούτε δραματουργικά ούτε νοηματικά. Ως επιλεκτικά ανθρωπιστής σκηνοθέτης, όπως αποδεικνύει και το παρελθόν του, θα προσεγγίσει με παραπανίσια συμπάθεια τον βασικό χαρακτήρα του, δίνοντας στην πικρή κατάληξή του μια συμπονετική χροιά. Έστω κι αν ο εν λόγω σεναριακός ελιγμός ίσως να είναι η μοναδική σκηνή στην οποία το φιλμ μοιάζει να έχει στην ατζέντα του και κάτι πέρα από το προφανές και να αγγίζει τον υπαρξισμό, δεν βρίσκει έρεισμα στην ταινία που προηγήθηκε και απλώς εντείνει αυτή την εντύπωση της χαμένης ευκαιρίας.

Κατά τα λοιπά, μια χαρά η νέα εκδοχή του Pinhead, αν φωτιζόταν λίγο πιο υποβλητικά, όπως και οι υπόλοιποι Κενοβίτες, και δεν έσπαγε η αίσθηση της άλλης διάστασης και της απόκοσμης αύρας του με την τοποθέτησή του σε ένα (καλλιγραφημένο) ρεαλιστικό περιβάλλον, θα ήταν ακόμα καλύτερη.

Βέβαια, σε μια κινηματογραφική εποχή που, όπως προκύπτει και από το υπερηρωικό σινεμά, αρκεί η εμφάνιση ενός γνώριμου χαρακτήρα και ο εξωφιλμικός μύθος που κουβαλά για να φύγει ο πελάτης ευχαριστημένος, μάλλον πέφτουμε στην παγίδα να ζητάμε κι εμείς περισσότερα, έχουμε προσκολληθεί σε ένα παρελθόν που, πέρα από το όνομα και τον σχεδιασμό του χαρακτήρα, είχε σημασία και το πώς συστηνόταν, σεναριακά και σκηνοθετικά, καθώς και το τι σήμαινε.

Και μπορεί γι' αυτή μας την απληστία οι Κενοβίτες της κινηματογραφικής παραγωγής να μας τιμωρήσουν με νέες συνέχειες, οι οποίες θα κάνουν αυτό το κατά τα άλλα ευπρεπές reboot να μοιάζει με ορόσημο κινηματογραφικό τρόμου.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ερρίκος Λίτσης: «Τρώμε ποπκόρν και βλέπουμε να ρίχνουν πυραύλους»

Οθόνες / Ερρίκος Λίτσης: «Τρώμε ποπκόρν και βλέπουμε να ρίχνουν πυραύλους»

Ο Ερρίκος Λίτσης πρωταγωνιστεί στην «Τελευταία κλήση», ένα αστυνομικό θρίλερ βασισμένο στην υπόθεση του Σορίν Ματέι, τη συγκλονιστική ιστορία ομηρίας με τραγική κατάληξη. Ο αγαπημένος ηθοποιός μιλά για την ταινία αλλά και τους καιρούς που ζούμε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πλαστικό και υπογονιμότητα: Το ντοκιμαντέρ The Plastic Detox στο Netflix μας καλεί να αποτοξινωθούμε άμεσα

Οθόνες / Αν θες να κάνεις παιδί, κόψε τα πλαστικά

Στο ντοκιμαντέρ The Plastic Detox στο Netflix, μια Αμερικανίδα επιδημιολόγος συναντά ζευγάρια που αγωνίζονται να κάνουν παιδί και τους ζητά να περιορίσουν δραστικά την έκθεση τους στα πλαστικά. Τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά.
THE LIFO TEAM
Οι πιο χοτ σειρές που έρχονται αυτή την άνοιξη

Οθόνες / Οι πιο χοτ σειρές που έρχονται αυτή την άνοιξη

Οι πρεμιέρες στη μικρή οθόνη φέρνουν μαζί τους μεγάλα ονόματα και ακόμη μεγαλύτερο hype: από την τρίτη σεζόν του «Euphoria​​​​​​​» με τη Ζεντέγια και τον Τζέικομπ Ελόρντι μέχρι το «Margo’s Got Money Troubles​​​​​​​» με τις Νικόλ Κίντμαν και Μισέλ Φάιφερ.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Oscars 2026: Μπηχτή στην αλαζονεία, τιμή σε έναν σπουδαίο δημιουργό

Οθόνες / Oscars 2026: Μπηχτή στην αλαζονεία, τιμή σε έναν σπουδαίο δημιουργό

Φέτος, το Χόλιγουντ υπερασπίστηκε το μεγάλο σινεμά του Πολ Τόμας Άντερσον που αγαπά εξίσου τους χαρακτήρες και την πλοκή, τα genres και την κουλτούρα της αίθουσας, τη σάτιρα και το horror χωρίς αγκυλώσεις, τη συγκίνηση και το θέαμα χωρίς ενοχές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Οι Αθηναίοι / Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Έγινε δημοσιογράφος επειδή της το πρότεινε ο πατέρας της. Περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση, πέρασε από όλα όπως πέρασε και από το ελληνικό τραγούδι. Δεν πιστεύει στην αυτοαναφορική τηλεόραση ούτε στις «πεσιματικές» συνεντεύξεις. Η Ναταλία Γερμανού αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
«Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Pulp Fiction / «Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Η ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Μια μάχη μετά την άλλη» αναμένεται να σαρώσει στις σημαντικές κατηγορίες των Όσκαρ. Ποιο είναι το ιδιαίτερο στίγμα των ταινιών του; Με ποια υλικά έφτιαξε ο Άντερσον το νέο (για πολλούς) αριστούργημά του;
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική ζωή της μέσα από τη νέα αυτοβιογραφία της

Βιβλίο / Λάιζα Μινέλι: Η εξωφρενική ζωή της μέσα από τη νέα αυτοβιογραφία της

Προτού πεθάνει μόνη της σε ένα μπάνιο ξενοδοχείου σε ηλικία 47 ετών, η Τζούντι Γκάρλαντ κληροδότησε στην κόρη μια διά βίου εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και μια τάση να ερωτεύεται γκέι άνδρες.
THE LIFO TEAM
Οι αδελφοί Λιμιέρ ως πρωτοπόροι του σινεμά αλλά και του TikTok

Οθόνες / Οι αδελφοί Λιμιέρ ως πρωτοπόροι του σινεμά αλλά και του TikTok

Ένα νέο ντοκιμαντέρ που κάνει πρεμιέρα στο MoMA της Νέας Υόρκης στο τέλος του μήνα αποκαλύπτει τη συναρπαστική, προφητική και πολυδιάστατη φύση των ταινιών μικρού μήκους των Λιμιέρ στα τέλη του 19ου αιώνα.
THE LIFO TEAM
Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Ντοκιμαντέρ / Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Το ντοκιμαντέρ «Στην Αμερική σαν πήγα» των Αργύρη Θέου και Άγγελου Κοβότσου αφηγείται τη συναρπαστική ιστορία του Έλληνα μουσικού και παράλληλα την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού και συνολικά των Ελλήνων μεταναστών και της ομογένειας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά;

Κρίστοφερ Κινγκ / Ένας «ξένος» ξέρει τα ελληνικά χωριά καλύτερα από εμάς

Στο ντοκιμαντέρ «Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά;» ο Αμερικανός συλλέκτης και ερευνητής Κρίστοφερ Κινγκ διασχίζει το ελληνικό τοπίο απ’ άκρη σ’ άκρη και καταγράφει όσα δεν φτάνουν στις μεγάλες πόλεις. Μαζί με την Κατερίνα Καφεντζή, υπεύθυνη για την έρευνα και την αρχισυνταξία του ντοκιμαντέρ, μίλησαν στη LifO.
M. HULOT
ΕΠΕΞ «Ζούμε ανάμεσά σας»

Οθόνες / Ένα ντοκιμαντέρ για να γίνει ορατή μια νόσος “αόρατη”

H Μαρία Κατσικαδάκου (Cyber) μιλά με ζέση αλλά και χιούμορ για το βιωματικό DIY ντοκιμαντέρ της για τον διαβήτη, του οποίου η πρώτη προβολή θα πραγματοποιηθεί στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
10 επιλογές από το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15/3)

Οθόνες / 10 ταινίες που ξεχωρίσαμε από το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τιμά με Χρυσό Αλέξανδρο τον Μπιλ Μόρισον και τη Βουβούλα Σκούρα, υποδέχεται τη Ζιλιέτ Μπινός και ξεδιπλώνει ένα πλούσιο πρόγραμμα με αφιερώματα, διεθνείς συμμετοχές και δυνατές ιστορίες.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Κώστας Μπακιρτζής: «Στα λερωμένα καθίσματα και στους τοίχους του Βίλμα έχουν αποτυπωθεί ιστορίες έρωτα και πάθους»

Οθόνες / «Τα λερωμένα καθίσματα του "Βίλμα" λένε ιστορίες έρωτα και πάθους»

Οι Κώστας Μπακιρτζής και Κωστής Σταμούλης μιλούν για τον τελευταίο κινηματογράφο ερωτικών ταινιών λίγο πριν από την πρεμιέρα της ταινίας «Βίλμα: Το τελευταίο αντίο» στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Η μποέμ ζωή της πρώτης Νύφης του Φρανκενστάιν

Culture / Η μποέμ ζωή της πρώτης Νύφης του Φρανκενστάιν

Παρότι εμφανίστηκε στην οθόνη για λιγότερο από τρία λεπτά, η ερμηνεία της Elsa Lanchester άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία του κινηματογραφικού τρόμου, ενώ η ίδια έζησε μια αντισυμβατική, μποέμ ζωή στο Λονδίνο και το Χόλιγουντ του 20ού αιώνα.
THE LIFO TEAM
Οι Callas έφτιαξαν μια DIY οδύσσεια τσέπης

Οθόνες / Η νέα ταινία των The Callas είναι μια DIY οδύσσεια τσέπης

Με την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία τους ο Λάκης και ο Άρης Ιωνάς γύρισαν μια ιστορία γυναικείας αλληλεγγύης, περιέργειας και αγάπης για το «ξένο» με χιούμορ, που ξεπερνά τα όρια της παραδοσιακής αφήγησης.
M. HULOT