Γιατί ο Νίκος Ξανθόπουλος εγκατέλειψε τον κινηματογράφο στο αποκορύφωμα της δόξας του;

Γιατί ο Νίκος Ξανθόπουλος εγκατέλειψε τον κινηματογράφο στο αποκορύφωμα της δόξας του; Πώς εξηγείται η αγάπη του για το βιβλίο; Facebook Twitter
Από το έργο του Νότη Περγιάλη «Το Κορίτσι με το Κορδελάκι», με τον θίασο «Ρωμιοσύνη» του Νίκου Ξανθόπουλου (πηγή: «Γυναίκα»).
0



O ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ
 χθες, στα 89 χρόνια του, συγκίνησε το πανελλήνιο. Αγαπημένος καλλιτέχνης, ηθοποιός και τραγουδιστής, ο Νίκος Ξανθόπουλος δραστηριοποιείτο μέχρι και πριν από λίγο καιρό στο facebook, μεταφέροντας στους χιλιάδες φίλους και θαυμαστές του τις εμπειρίες μιας εντυπωσιακής διαδρομής στην Τέχνη και τη ζωή, που άγγιξε τα 65 χρόνια. 

Το τι σήμαινε, σημαίνει και θα σημαίνει το όνομα «Νίκος Ξανθόπουλος» για εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, σε κάθε γωνιά του κόσμου, είναι δύσκολο να το περιγράψουμε με λέξεις, αφού η λατρεία των απλών ανθρώπων προς το πρόσωπό του υπήρξε κάτι έξω από τη λογική.  

Μπορεί ο ίδιος, από σεμνότητα και από ένα αίσθημα ευθύνης, που τον διακατείχε ως άνθρωπο, να μην αποδεχόταν τον τίτλο «παιδί του λαού», που του χάρισε από την καρδιά του ο κόσμος (το είχε πει ο ίδιος αυτό), όμως, από την άλλη, η απήχηση που είχε στις μάζες, ως καλλιτέχνης, με ελάχιστους άλλους συναδέλφους του (του τότε και του σήμερα) θα μπορούσε να συγκριθεί. 

«Η ποιότητα των ιδεών μου υπάρχει μέσα σ’ αυτές τις ταινίες. Μια ζεστασιά, μια ανθρωπιά... Οι άνθρωποι δεν είναι εκπορνευμένοι... Κι εγώ, όταν θα γυρίσω ταινία, με τέτοια θέματα θα καταπιαστώ. Αλλά θα είναι μια ταινία αισθητικά άψογη, κατά το δυνατόν».

Ο Ξανθόπουλος το 1970, προς το τέλος εκείνης της χρονιάς, παίρνει τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει τον κινηματογράφο. Σαν κίνηση, αυτή, είναι αδιανόητη. Ένας καλλιτέχνης, που σπάει τα ταμεία, που με τις ταινίες του κάνει τους πάντες να πίνουν νερό στ’ όνομά του, λέει... όχι... έως εδώ... φθάνει. Το «στοπ» τού Ξανθόπουλου στον κινηματογράφο μόνο με μία άλλη ανάλογη κίνηση μπορεί να συγκριθεί, στην ιστορία της λαϊκής καλλιτεχνίας. 

Μ’ εκείνη του γεννημένου στη Νέα Ιωνία Στέλιου Καζαντζίδη, όταν εγκαταλείπει τις ζωντανές εμφανίσεις στα κέντρα, σε ηλικία μόλις 34 ετών, το 1965.  

Γιατί ο Νίκος Ξανθόπουλος εγκατέλειψε τον κινηματογράφο στο αποκορύφωμα της δόξας του; Πώς εξηγείται η αγάπη του για το βιβλίο; Facebook Twitter
Δίσκος 45 στροφών με τραγούδια του Νίκου Ξανθόπουλου, από την εποχή των μεγάλων κινηματογραφικών επιτυχιών του

Σαν πολλά «κοινά» δεν μαζεύονται εδώ; Το λέμε, γιατί και ο Ξανθόπουλος ήταν γεννημένος στη Νέα Ιωνία, τρία χρόνια αργότερα, το 1934, και σχεδόν στην ίδια ηλικία με τον Στέλιο αποφασίζει κι εκείνος να πάρει μια ανάλογη, μεγάλη απόφαση. 

Κάτι πρέπει να συνδέει αυτές τις δύο ενέργειες, που μοιάζουν σαν σταγόνες νερό. Δύο καλλιτέχνες τους οποίους ο λαϊκός κόσμος έχει απογειώσει, αποφασίζουν εντελώς ξαφνικά (για το κοινό τους) να πατήσουν «στοπ». 

Κάτι πρέπει να συνέβη στις ψυχές τους. Κάπου πρέπει να είδαν πως εκείνο που είχαν δημιουργήσει πήγαινε να τους καταπιεί. Να τους μεταστρέψει. Να μεταβάλλει τον ψυχισμό τους. Ένοιωσαν βαριά την ευθύνη τού να σε λατρεύουν, χωρίς όρια. Αν και τεράστιοι επαγγελματίες, στην πιο κρίσιμη στιγμή της διαδρομής τους ενήργησαν σαν άσπιλοι και αθεράπευτοι ερασιτέχνες. Προτίμησαν τη δική τους ισορροπία, από τη δόξα, τα λεφτά, τα εξώφυλλα – από τη ζωή, γενικότερα, την κανονισμένη από τους παρατρεχάμενους. Απαίτησαν να φωτιστούν ξανά από το φάρο της «φτωχογειτονιάς» τους, εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν. Δεν κατέληξαν τυχαία ο ένας ψαράς κι ο άλλος αγρότης... 

Προς το τέλος του 1970 ο Νίκος Ξανθόπουλος δίνει μια συνέντευξη στο εξαίρετο περιοδικό «Γυναίκα» (τεύχος #543, 4 Νοε. 1970) σε κάποιον / κάποια Β.Π. Δεν είναι μεγάλη η συνέντευξη, αλλά είναι ουσιαστική. 

Ο συντάκτης διερωτάται αν ο Νίκος Ξανθόπουλος εγκαταλείπει προσωρινά τον κινηματογράφο, όταν αποφασίζει να συγκροτήσει δικό του θίασο, την «Ρωμιοσύνη» (λέξη όχι άμοιρη σημαινομένων την εποχή της δικτατορίας), φεύγοντας για παραστάσεις στην επαρχία. Κι αυτό «τρελό». Στροφή μεν στο θέατρο, αλλά όχι στην Αθήνα. Στη Θράκη και τη Μακεδονία! 

Γιατί ο Νίκος Ξανθόπουλος εγκατέλειψε τον κινηματογράφο στο αποκορύφωμα της δόξας του; Πώς εξηγείται η αγάπη του για το βιβλίο; Facebook Twitter
Δίσκος 45 στροφών με τραγούδια του Νίκου Ξανθόπουλου, από την εποχή των μεγάλων κινηματογραφικών επιτυχιών του

Ο θίασος έχει φύγει από την Θεσσαλονίκη, όπου παρουσίασε τον Οκτώβριο του 1970, το έργο «Το Κορίτσι με το Κορδελάκι» του Νότη Περγιάλη, και κατευθύνεται προς Αλεξανδρούπολη, Διδυμότειχο, Σουφλί... παρουσιάζοντας τα «Αρραβωνιάσματα» του Δημήτρη Μπόγρη και την «Αυλή των Θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη. 

Στον θίασο «Ρωμιοσύνη» ο Νίκος Ξανθόπουλος συνεργάζεται με τον Στέφανο Στρατηγό (ταξικό εχθρό του σε διάφορες ταινίες της ΚΛΑΚ Films) και ακόμη με τους Σμαράγδα Σμυρναίου, Ιάκωβο Ψαρρά, Πέτρο Ζαρκάδη, Γιώργο Κυρίτση, Γιώργο Λουκάκη, Τζένη Στεφανάκου κ.ά., με τα έργα να σκηνοθετούνται από τον Μήτσο Λυγίζο, με τα σκηνικά να είναι φιλοτεχνημένα από τον Τάσο Ζωγράφο και με τις μουσικές, στα «Αρραβωνιάσματα», να προέρχονται από τον σαντουρίστα Τάσο Διακογιώργη και στο «Κορίτσι με το Κορδελάκι», από τον συγγραφέα του Νότη Περγιάλη. 

Στη συνέντευξη στη «Γυναίκα» ξεκινά να μιλά πρώτος ο Νίκος Ξανθόπουλος... 

Όταν συνέλαβα την ιδέα, την συνέλαβα αφάνταστα γλυκά... Από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου ακόμα... Παρατάω κάθε τι άλλο και αφιερώνομαι στον θίασο «Ρωμιοσύνη», που συγκρότησα με σκοπό να παρουσιάζει έργα ποιότητας, καθαρά ελληνικά, στην επαρχία. 

— Τι ήταν αυτό που σ’ έκανε να στραφείς προς το θέατρο; 
Το αισθάνομαι σαν διέξοδο στο μεράκι, που με οδήγησε να σπουδάσω θέατρο. Ύστερα, είναι τα ευγενή κοιτάσματα που έχεις μέσα σου, οι φλόγες που δεν σ’ αφήνουν να ησυχάσεις. Έπειτα, έχεις μια συνείδηση που σου λέει: «Κύριε, έχεις υποχρέωση να δώσεις –σ’ αυτόν τον κόσμο που τον ξέρεις, που τον αγαπάς και που σου φέρθηκε τόσο καλά– θέατρο ή θέαμα, όπως το πιστεύεις». 

Πέρυσι, στη Θεσσαλονίκη, τραγουδούσα στα μπουζούκια. Κι έβλεπα τον κόσμο, που ερχόταν, ή που ήταν απ’ έξω και δεν μπορούσε να μπει μέσα, γιατί δεν είχε λεφτά. Άρχισα να αηδιάζω τον εαυτό μου, που καθόμουνα και τραγουδούσα... Βέβαια, έρχεται ο άλλος και σου λέει «μπα, το παίζει»... 

Εγώ κάνω τώρα τη στροφή, όχι γιατί είμαι τόσο παλικάρι, που δεν με νοιάζει αν χάσω κιόλας, αλλά γιατί έχει μεγάλη απήχηση, στο κοινό, το όνομα Ξανθόπουλος, και θα τα βγάλω τα λεφτά μου! Αυτό δεν είναι βέβαια και τόσο ανιδιοτελές από μέρους μου... Είναι όμως τίμια ιδιοτελές. Διότι λέω, «άμα κάνεις καλή παράσταση, τότε και την άλλη φορά, σε οποιαδήποτε εκδήλωσή σου, θα έρθουν να σε δουν. 

Γιατί ο Νίκος Ξανθόπουλος εγκατέλειψε τον κινηματογράφο στο αποκορύφωμα της δόξας του; Πώς εξηγείται η αγάπη του για το βιβλίο; Facebook Twitter
Από το έργο του Νότη Περγιάλη «Το Κορίτσι με το Κορδελάκι», με τον θίασο «Ρωμιοσύνη» του Νίκου Ξανθόπουλου (πηγή: «Γυναίκα»).

— Είπες πως την ιδέα αυτού του θιάσου τη συνέλαβες από την εποχή που ήσουν σπουδαστής... 
Ναι, ήταν ένα όνειρο που έσβησε, μέσα στην ασυγκίνητη ισοπεδωτική λογική τής καθημερινότητας, με τις συναλλαγές της, με τον ονειροκτόνο ρυθμιστικό της παράγοντα, που λέγεται «οικονομία». 

Τελειώσαμε τη Σχολή και είχαμε μεράκια κι ελπίζαμε πως θα βγούμε έξω και θα κονιορτοποιούσαμε τα σύμπαντα... Και βγαίνεις και μένεις ένα χρόνο άνεργος, δύο χρόνια άνεργος, τρία χρόνια άνεργος... Κι αρχίζεις και τρακάρεις εικοσάρικο, για να ζήσεις, και λες «ως πού θα πάει το πράγμα;». 

— Τώρα, όμως, δεν θα πρέπει να έχεις παράπονο...
Ίσα-ίσα... γιατί δεν έχω κάνει αυτό που θα ήθελα!

— Αν έκανες αυτοκριτική, για την ως τώρα καλλιτεχνική πορεία σου, σε τι θα κατέληγες; Με άλλα λόγια οι ταινίες που έχεις γυρίσει, τα τραγούδια που έχεις τραγουδήσει, σε ικανοποιούν; 
Η ποιότητα των ιδεών μου υπάρχει μέσα σ’ αυτές τις ταινίες. Μια ζεστασιά, μια ανθρωπιά... Οι άνθρωποι δεν είναι εκπορνευμένοι... Κι εγώ, όταν θα γυρίσω ταινία (σ.σ. σκόπευε ο Νίκος Ξανθόπουλος να κάνει δικές του παραγωγές), με τέτοια θέματα θα καταπιαστώ. Αλλά θα είναι μια ταινία αισθητικά άψογη, κατά το δυνατόν. 

— Δεν βρίσκεις, όμως, πως όλες αυτές οι «ιδέες», τα «λαϊκά αισθήματα», έχουν στραγγιστεί υπερβολικά; 
Ποιος δεν ακολουθεί μια διαδρομή, άμα βλέπει κάτι ότι πετυχαίνει; 

Γιατί ο Νίκος Ξανθόπουλος εγκατέλειψε τον κινηματογράφο στο αποκορύφωμα της δόξας του; Πώς εξηγείται η αγάπη του για το βιβλίο; Facebook Twitter
Δίσκος 45 στροφών με τραγούδια του Νίκου Ξανθόπουλου, από την εποχή των μεγάλων κινηματογραφικών επιτυχιών του

— Τώρα, τι σκοπεύεις να προσφέρεις με τον θίασο «Ρωμιοσύνη»; 
Η «Ρωμιοσύνη» είναι ένα λαϊκό θέατρο τέχνης. Και όταν λέμε λαϊκό θέατρο δεν εννοούμε μακάρια, αφελή και ευχάριστα έργα, έστω και καλοπαιγμένα, προς εφησυχασμό. Λέμε θέατρο σταράτο, καθάριο, που να φτάνει έως την καρδιά τού απλού ανθρώπου, να του δίνει σκοινί να τον τραβήξει, να τον ανεβάσει, να τον παιδεύσει. Να βάζει την τέχνη στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου. Στρατευμένη τέχνη, για την παιδεία και την πνευματική άνοδο του λαού μας...

Λογαριάζαμε, μάλιστα, αντί να δίνουμε σε μια πόλη φωτογραφίες μας με αυτόγραφα, να μοιράζουμε βιβλία στα παιδάκια και τους θεατές. Παραδείγματος χάριν τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη. Έναν Σολωμό, έναν Παπαδιαμάντη... Να τα διαβάσει, να ανοίξει τα μάτια του το παιδάκι. Κι αυτό από καημό...

Στη γειτονιά, που έμενα εγώ, δεν υπήρχε βιβλίο. Όλος ο κόσμος ήταν αγράμματος. Ο πατέρας μου ήταν τσαγκάρης. Κάποτε με ρώτησε: «Τι δώρο θέλεις να σου κάνω ρε;». Του λέω: «Πατέρα, να μου πάρεις ένα βιβλίο». «Δεν θέλεις» μου λέει «να σου πάρω ένα σακάκι να πιάσει και τόπο; Τι να το κάνεις το βιβλίο;». Εγώ επέμενα, «βιβλίο». «Ποιο βιβλίο;» λέει. «Τη ζωή εν τάφω» του απαντώ. «Όχι» μου λέει «μη μ’ ανακατεύεις με παπάδες»... Κατάλαβες; 

Ναι, θα ήταν ωραίο να δώσουμε στα παιδιά βιβλία. Γι’ αυτό λοιπόν το σκοπό κι επειδή ήταν μεγάλο το κόστος, απευθυνθήκαμε σε διάφορες εταιρείες και τράπεζες να μας βοηθήσουν. Δεν βαριέσαι! Καμιά δεν συγκινήθηκε... 

Η «Ρωμιοσύνη» δεν θα μακροημερεύσει, αλλά ο Νίκος Ξανθόπουλος δεν θα επιστρέψει στον κινηματογράφο. Θα συνεχίσει να δουλεύει κυρίως σαν τραγουδιστής, σε Ελλάδα και εξωτερικό, και μάλιστα με σποραδικές εμφανίσεις στην δισκογραφία. Οι κινήσεις του έκτοτε θα ήταν πάντα μετρημένες... 

Το τραγούδι «Πλάι μου στάσου στη ζωή» είναι γραμμένο από τους Απόστολο Καλδάρα και Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και προέρχεται από το κινηματογραφικό έπος του Απόστολου Τεγόπουλου «Ξεριζωμένη Γενηά» (1968). Στη συγκεκριμένη φάση του έργου ο Νίκος Ξανθόπουλος, που δουλεύει ως λαϊκός τραγουδιστής, τυφλώνεται μετά από ένα ατύχημα, αλλά συνεχίζει να τραγουδά. Συμπρωταγωνίστριά του η Άντζελα Ζήλεια... 

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το νέο Χόλιγουντ των 80άρηδων στο Φεστιβάλ Καννών

Pulp Fiction / Το νέο Χόλιγουντ των 80άρηδων στο Φεστιβάλ Καννών

Ο Κόπολα πούλησε τα φημισμένα αμπέλια του και σκάρωσε ένα από τα ακριβότερα στοιχήματα στην ιστορία του σινεμά. Όμως, το Φεστιβάλ Καννών των auteurs και των κινηματογραφιστών αιχμής έχει τόση ανάγκη τους καταξιωμένους δημιουργούς μιας αλλοτινής εποχής;
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Γιώργος Αρβανίτης: «Έλεγα "είμαι καλύτερος" και δεν με πήρε η φτώχεια από κάτω»

Οι Αθηναίοι / Γιώργος Αρβανίτης: «Πείσμωνα για να γίνω ο καλύτερος και δεν με πήρε η φτώχεια από κάτω»

Από μια νιότη γεμάτη αντιξοότητες, ο τροχός για εκείνον γύρισε, η ζωή του στράφηκε στο φως και έγινε βιβλίο. Η Ευρώπη τον ανακάλυψε από τις ταινίες του Αγγελόπουλου, στις ιστορίες του πρωταγωνιστούν ο Φίνος, ο Μαστρογιάνι και ο Κουροσάβα. Ο πολυβραβευμένος διευθυντής φωτογραφίας που ήταν «πάντα την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο μέρος» είναι ο Αθηναίος της εβδομάδας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Εμφύλιος πόλεμος

Οθόνες / «Εμφύλιος πόλεμος»: Μυθοπλαστική εικασία ή ρεαλιστικό σενάριο;

Με μια φιλμογραφία γεμάτη ζόμπι, κλώνους και αποκυήματα φαντασίας, αυτή είναι η λιγότερο αλληγορική ταινία του Άλεξ Γκάρλαντ που επιλέγει να μην εξηγήσει τις αιτίες του διχασμού, επιμένει σε μια πολιτική ασάφεια και δεν κατονομάζει τον Τραμπ.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Baby Reindeer: Ποτέ η φράση “sent from my iPhone” δεν έμοιαζε πιο τρομακτική

Daily / Baby Reindeer: Ποτέ η φράση «sent from my iPhone» δεν έμοιαζε πιο τρομακτική

Ισορροπώντας ανάμεσα στο θρίλερ, το κοινωνικό δράμα και τη μαύρη κωμωδία, η αυτοβιογραφική σειρά του Netflix αφηγείται με συνταρακτικό τρόπο μια αληθινή ιστορία κακοποίησης, μαζοχισμού και τραύματος.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Γέλιο-κονσέρβα: Ο θάνατος του πιο απόκοσμου και μισητού ήχου στην τηλεόραση

Οθόνες / Γέλιο-κονσέρβα: Ο θάνατος του πιο απόκοσμου και μισητού ήχου στην τηλεόραση

Το laugh track στις κωμικές σειρές αντιπροσώπευε την ψευδαίσθηση μιας κοινότητας, αλλά τώρα ακόμη κι αυτή η ψευδαίσθηση έχει χάσει τη λάμψη της. Καμία σειρά με γέλιο-κονσέρβα δεν έχει κερδίσει το βραβείο Emmy καλύτερης κωμωδίας εδώ και σχεδόν 20 χρόνια.
THE LIFO TEAM
Σάκης Καρπάς: «O κόσμος θα μας πει να συνεχίσουμε ή θα μας στείλει σπίτι μας»

Οθόνες / Unboxholics: «O κόσμος θα μας πει να συνεχίσουμε ή θα μας στείλει σπίτι μας»

Καθώς το «Μην ανοίγεις την πόρτα», το σκηνοθετικό ντεμπούτο των Unboxholics, ετοιμάζεται να βγει στις αίθουσες, ο Σάκης Καρπάς μας μιλά για το δάσος και άλλα πράγματα που τους τρομάζουν, για αγαπημένες ταινίες και games τρόμου, αλλά και για την άδικη δαιμονοποίηση των gamers.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Γιατί επιστρέφουμε συνεχώς στο σινεμά των 90s;

Pulp Fiction / Γιατί επιστρέφουμε συνεχώς στο σινεμά των '90s;

Είναι η δεκαετία του '90 η καλύτερη όλων στο σινεμά; Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος συζητά με την κριτικό και αρθρογράφο της LiFO Ειρήνη Γιαννάκη για τη δεκαετία που ξεκίνησε με το «Pretty Woman», το «Goodfellas», το «Χορεύοντας με τους λύκους» και το «Μόνος στο σπίτι» και έκλεισε με τα «Μάτια ερμητικά κλειστά», την «Έκτη αίσθηση», το «Matrix» και το «Fight Club».
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Ghostwatch»: H ταινία τρόμου που προκάλεσε πανικό στο βρετανικό κοινό

Οθόνες / «Ghostwatch»: Γιατί αυτή η ταινία τρόμου προκάλεσε πανικό στο βρετανικό κοινό το 1992;

H κυκλοφορία του «Late Night with the Devil» στους κινηματογράφους ξαναφέρνει στην επικαιρότητα μια πρωτοποριακή και πέρα για πέρα ανατριχιαστική δημιουργία του BBC, που προκάλεσε πανικό και ακραίες αντιδράσεις στη Βρετανία το 1992, οδηγώντας έναν νεαρό τηλεθεατή στην αυτοκτονία.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Πάτρικ Τατόπουλος: Ο designer που σχεδίασε το Μπάτμομπιλ, τον Γκοτζίλα και έναν δονητή για το «Seven»

Οθόνες / Πάτρικ Τατόπουλος: Ο designer που σχεδίασε το Μπάτμομπιλ, τον Γκοτζίλα και έναν δονητή για το «Seven»

Ο διάσημος Ελληνογάλλος σκηνογράφος του Χόλιγουντ μιλά στη LiFO για την τέχνη του, για το «Independence Day», το «Dark City», το «Poor Things» και την «Barbie», και για τότε που ο Φίντσερ του ζήτησε να του σχεδιάσει έναν δονητή.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
«Back to Black»: Aξίζει η κινηματογραφική βιογραφία της Έιμι Γουάινχαουζ

The Review / «Back to Black»: Είναι η ταινία για την Έιμι Γουάινχαουζ αντάξια του μύθου της;

Ο Γιάννης Βασιλείου και ο Άκης Καπράνος είδαν την ταινία της Σαμ Τέιλορ-Τζόνσον μέχρι τέλους, επιβίωσαν και βρέθηκαν στο στούντιο της LiFO για να συζητήσουν για την εμπειρία τους και για τα στοιχεία που κάνουν καλή μια κινηματογραφική μουσική βιογραφία.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Kirsten Dunst: «Το σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου για το “Kinds of Kindness” είναι ό,τι πιο weird έχω διαβάσει ποτέ!»

Οθόνες / Kirsten Dunst: «Το σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου για το “Kinds of Kindness” είναι ό,τι πιο weird έχω διαβάσει ποτέ»

Με αφορμή τον πολυσυζητημένο «Εμφύλιο Πόλεμο» του Άλεξ Γκάρλαντ, η Αμερικανίδα ηθοποιός συζητά με τον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο για τους ρόλους που την απελευθερώνουν, για την ανάγκη να υπάρχουν γυναίκες ηγέτιδες στην πολιτική, για τα πιο ιδιαίτερα σενάρια που έχουν πέσει στα χέρια της, όπως αυτό της τελευταίας ταινίας του Γιώργου Λάνθιμου.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η Αστυγραφία πάει σινεμά

Οθόνες / Αστυγραφίες στην οθόνη: 24 ταινίες με πρωταγωνιστή την πόλη προβάλλονται στο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης

Το πρόγραμμα που έχει καταρτιστεί σε συνεργασία με την Πινακοθήκη περιλαμβάνει 24 ταινίες, μεγάλου και μικρού μήκους, μυθοπλασίας αλλά και ντοκιμαντέρ, ελληνικές και ξένες, όπου πρωταγωνιστεί η πόλη αλλά και αναγνωρίσιμοι τύποι της ανθρωπογεωγραφίας και της κοινωνικής διαστρωμάτωσης.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Κύρος Παπαβασιλείου: «Η ζωή είναι το μόνο μας καταφύγιο»

Οθόνες / Κύρος Παπαβασιλείου: «Η ζωή είναι το μόνο μας καταφύγιο»

Ο σκηνοθέτης της ταινίας «Κάμπια Νύμφη Πεταλούδα» μίλησε στη LIFO για τον γραμμικό χρόνο, για την ανάγκη να δώσουμε φωνή στα ανείπωτα και για όσα κρύβονται πίσω από αυτόν τον ιδιαίτερο τίτλο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ