Μαρία Μπαΐρα

 

Πέντε μικρές ιστορίες 

 

 

Πέντε μικρές ιστορίες της Μαρίας Μπαΐρα
Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 

 

Τάματα

 

Επί επτά μήνες δούλεψα στο πλευρό του κ. Μήτσου Αντιβάχη σαν βοηθός εκτιμητή ταμάτων. Σ' ένα καφκικό πατάρι χρυσοχοείου, Δευτέρες και Τετάρτες απογεύματα, κατέγραφα σε κόλλες αναφοράς τάματα που κουβαλούσαν πάνω τους ένα ευχαριστώ ή μια παράκληση. Έμαθα την λέξη ευτελές, όταν άλλαζε το χρώμα απ' τα οξέα που έσταζε με προσοχή ο χρυσοχόος, πάνω σε κομμάτι χρυσό ή ασημένιο. Έτυχε και κανά δυο φορές να έρθουν στο χώρο άνθρωποι ταλαιπωρημένοι από μυρμηγκιές. Ο κυρ Μήτσος έπαιρνε τα σκουρόχρωμα μπουκαλάκια του και αποσυρόταν μαζί με τον "ασθενή" στο άλλο δωματιάκι.

 

Στα 16 που ήμουν τότε, δεν με συγκινούσαν οι υποσχέσεις προσφοράς στο Θεό ούτε οι εκφράσεις ευλάβειας κ ευχαριστιών. Λίγο η άγνοια, λίγο το αλαφροΐσκιωτο που το 'χω από μικρή, φανταζόμουν ιστορίες κρατώντας στα χέρια ασημένια ή επίχρυσα τάματα. Τα χέρια και τα πόδια με τρόμαζαν γιατί στο μυαλό μου ερχόταν ο γύψος, τα μάτια μού θύμιζαν την Αγία Παρασκευή, τα μωρά το μήλο της Αγ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου. Με συγκλόνιζαν όμως τα καράβια και οι καρδιές. Στα καράβια έβλεπα κύματα και πορείες μια στο βυθό μια στον αφρό και πίσω απ' τις καρδιές δεν υπήρχαν καρδιοπάθειες αλλά τραύματα από βέλη του έρωτα.

 

Τα βράδια, όταν τελειώναμε κι ανέβαινα την Αβάντων, ένιωθα ένα παράξενο συναίσθημα που δεν μπορούσα να εξηγήσω τότε. Κάτι σαν να έχανα τον χρόνο, κάτι που παθαίνει κάποιος όταν βγαίνει απ' τον κινηματογράφο.

 

Μεγαλώνοντας κατάλαβα γιατί ένιωθα έτσι. Τα τάματα εκτός από προσευχές, ευχαριστώ και παρακλήσεις είχαν τα vibes και τ' αποτυπώματα των χεριών που τα κρέμασαν στις εικόνες. Χθες βράδυ σταμάτησα έξω απ' το νούμερο πέντε της Αβάντων. Κοίταξα το χρυσοχοείο, νοστάλγησα αλλά και χαμογέλασα γιατί θυμήθηκα μια παροιμία "Οι Άγιοι θέλουν τάματα κι οι αγκαλιές θυσίες".

 

 

Πέντε μικρές ιστορίες της Μαρίας Μπαΐρα
Φωτ. Μαρία Μπαΐρα

 

 

Η παγωνόσουπα

 

Τις Κυριακές, ο πατέρας μου ξεχνιόταν για ώρες στο Μοναστηράκι. Το απόγευμα, όταν γυρνούσε σπίτι, κρατούσε στα χέρια νάυλον σακούλες που έκρυβαν μέσα τους τα πιο άσχετα και άχρηστα πράγματα. Ραδιοφωνάκια, καλσόν, πολυκαιρισμένα σαρακοφαγωμένα νήματα, εργαλεία σκουριασμένα, χαϊμαλιά για ένα λεωφορείο που δεν οδηγούσε πια.

 

Εκείνη την Κυριακή, η σακούλα ήταν κίτρινη, λερωμένη με γράσο, κι ο θησαυρός που έκρυβε μέσα της, ένα σιδερένιο παγώνι χωρίς να καμαρώνει, με κλειστά φτερά και κατεβασμένη ουρά.

Την επόμενη μέρα, στο μεσημεριανό τραπέζι, η μάνα μου έστρωσε μια λουλουδάτη πετσέτα και απίθωσε πάνω της με προσοχή την μεγάλη κατσαρόλα. Από το νερό που κόχλαζε ξεπρόβαλλε το κεφάλι του παγωνιού. "Κύριε άνεργε, παγωνόσουπα για μεσημεριανό σήμερα", είπε ρίχνοντας ένα κακιασμένο βλέμμα στον πατέρα μου.

 

Στα οχτώ μου, έμαθα ότι σε άνεργους σερβίρουν σιδερένιο παγώνι κι ότι τα δάκρυα των ανέργων ακούγονται όταν πέφτουν σε μουσαμαδένιο τραπεζομάντηλο...

 

Το σιδερένιο παγώνι μού ρίχνει σιδερένιες ματιές από το πάνω ράφι της βιβλιοθήκης από χθες που η μάνα μου το ανακάλυψε στο δωματιάκι της ταράτσας.

 

"Πάρτο να θυμάσαι τις παλαβομάρες του πατέρα σου", μου είπε.

"Του λείπει το λοφίο", είπα και το κοίταξα συγκινημένη.

"Θα του το 'χα προσφέρει μεζεδάκι πριν ετοιμαστεί το φαΐ", μου απάντησε κουνώντας το κεφάλι.

 

 

Πέντε μικρές ιστορίες της Μαρίας Μπαΐρα
Φωτ. Dalloyau

 

 

Λόφοι σαν λευκοί ελέφαντες

 

Στην Σταδίου αγαπώ δύο μαγαζιά. Ένα που στην βιτρίνα έχει τα πιο πολύχρωμα βραχιόλια και κολιέ του κόσμου και λίγο πιο πέρα στο 3 το ζαχαροπλαστείο Κωνσταντινίδης. Μια Παρασκευή έκανα το λάθος ν' αγοράσω μιλφέιγ πριν μπω σ ένα σεμινάριο. Ήταν ένα χαμένο τρίωρο. Σε όλη τη διάρκειά του, είχα το νου στην σακούλα της διπλανής καρέκλας. Κι όταν ο εισηγητής άρχισε να μας αναλύει το διήγημα του Χέμινγουεϊ Λόφοι σαν λευκοί ελέφαντες και να τονίζει πως για το κορίτσι του διηγήματος ξέρουμε μόνο πως βγάζει το καπέλο της και το ακουμπά στο τραπέζι, ούτε καν τ' όνομά της, έγινα αυτομάτως πρωταγωνίστρια στο μυαλό μου. Ντάλα μεσημέρι είμαι το κορίτσι που περιμένει το εξπρές απ' την Μπαρτσελόνα σε σαράντα λεπτά. Φοράω πέντε πολύχρωμα βραχιόλια και δύο κολιέ, πίνω μια κανάτα νερό γιατί έχει αφόρητη ζέστη, και τρώω αργά και ηδονικά ένα μιλφέιγ. Μεγάλες μπουκιές από τριμμένα μπισκότα ποτισμένα από κρέμα πατισερί και άχνη παντού στο στόμα, στα ρούχα, στον αέρα. Και αλλάζω και το τέλος του διηγήματος. Διώχνω τον τύπο που είχα ταίρι. 

 

 

Πέντε μικρές ιστορίες της Μαρίας Μπαΐρα

 

 

Τελετές ενηλικίωσης

 

Το φιδοτόμαρο το βρήκαμε στο Κατοχώρι εγώ κι η Θάλεια, μια Δευτέρα πρωί. Με την διχαλωτή άκρη ενός ξύλου το μεταφέραμε σπίτι, όπου η γιαγιά μας το τύλιξε γύρω απ' τον μεγάλο καθρέφτη στη μέση της καμάρας. Ήταν καλό για το σπίτι, έτσι έλεγε και κάθε φορά που το κοιτούσα εκτός από καμάρι ένιωθα και ένα συναίσθημα που δεν ήξερα το όνομά του τότε. Μετά έμαθα ότι όταν περιμένεις να πάνε όλα καλά λέγεται αισιοδοξία.

 

Από εκείνο το ζεστό και μακρύ καλοκαίρι θυμάμαι και μια Παρασκευή, που το πρωί της είχα ξυπνήσει τόσο νωρίς, ώστε νόμιζα πως ακόμα ονειρευόμουν. Είχα σοβαρό λόγο όμως. "Όποιος είναι ατρόμητος θα πάει στα ξεχώματα της Τασάς," αυτό ακουγόταν στις παρέες των παιδιών από μέρες, κι έτσι όσο μακάβριο κι ανήκουστο ακούγεται σήμερα, στα εννέα μου ήμουν θεατής σε εκταφή.

 

Θυμάμαι μια πετσέτα άσπρη με κατακόκκινα τριαντάφυλλα στα λερωμένα χέρια του νεκροθάφτη (ευχαριστήριο έθιμο), μπουκάλια με κρασί και ξύδι σε μια πάνινη τσάντα και μια μυρωδιά σαν από μούχλα, σαν αποσύνθεση, που γρήγορα όμως εξαφανίστηκε απ' τον αέρα, όταν σαν από θαύμα εμφανίστηκαν δύο μεγάλα μπουκάλια Μυρτώ. Ολα τα πιτσιρίκια πέσαμε πάνω στην κολόνια, γιατί η μόνη σχέση που είχαμε με τ' αρώματα τότε ήταν το βρέξιμο του κεφαλιού απ' τον επίτροπο της εκκλησίας στην Κυριακάτικη λειτουργία.

 

Τα μακάβρια παιχνίδια συνεχίστηκαν για τρεις τέσσερις μέρες ακόμα. Νύχτες μάλλον. Νύχτες δίναμε ραντεβού στον περίβολο της Αγίας Παρασκευής, φέρνοντας σκαμνιά και τσιμεντόλιθους για να "φτάνουμε" να κοιτάμε μέσα απ' τα πολύχρωμα τζαμάκια των παραθύρων, αν ο σκελετός μένει στο κασελάκι του ή βρυκολάκιασε και περπατά μέσα στην εκκλησία. Στις νυχτερινές αποδημίες μου έβαλε τέλος η μάνα μου, με τράβηγμα μαλλιών απ' την εκκλησία μέχρι το σπίτι και απαγόρευση εξόδου για τρεις μέρες.

 

Άνοιξα ένα αντισηπτικό με άρωμα λεμονιού σήμερα κ από μέσα του βγήκαν όλα αυτά.

 

 

Πέντε μικρές ιστορίες της Μαρίας Μπαΐρα
Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 

 

Η κούκλα του Μπαφέρου

 

Οι παλιές Χαλκιδέες χρησιμοποιούν ακόμα την έκφραση "κούκλα του Μπαφέρου" όταν θέλουν να δηλώσουν την ομορφιά και την κομψότητα μιας γυναίκας. Οι πρώτες κούκλες βιτρίνας ίσως πρωτοεμφανίστηκαν σ' αυτό το πολυκατάστημα που έβρισκε κανείς τα πάντα. Από νυφική ομπρέλα μέχρι μακάβριο σεντόνι.

 

Χθες λοιπόν που περπατούσα στην έρημη Αιδηψό, βρήκα και τον δικό της Μπαφέρο. Κ όταν είδα τον υπερήλικα μασκοφόρο ιδιοκτήτη να βγάζει τα κλειδιά από τσάντα φαρμακείου και ν' ανοίγει την πόρτα του σκοτεινού μαγαζιού του πολύ συγκινήθηκα.

 

Πόσα μωρά φόρεσαν βαφτιστικά απ' το κατάστημά του αναρωτήθηκα, πόσες στεφανοθήκες σε καρφιά θαμπών τοίχων κλείνουν μέσα τους στέφανα περασμένων δεκαετιών; Και τι ωραία κοινωνική σχέση η κουμπαριά. Κορίτσια κ αγόρια επίσημα αγκαζέ, τραπέζια και δώρα στους κουμπάρους. Και μετά βαφτίσια και μαρτυρικά σε πέτα και γιακάδες.

 

Πρόσφατα, απ' τον τίτλο ενός διηγήματος, έμαθα πως" η πρώτη φλέβα" είναι του νονού. Αυτό το χάρισμα που παίρνει κανείς απ' το νονό του. Κι ένιωσα λυπημένη για μια στιγμή γιατί απ' τον δικό μου νονό δεν θυμάμαι τίποτα παρά μόνο τον ιστορικό όνομά του, Πλάτων, κ απ' την νονά μου, τα υπέροχα σουτζουκάκια της, ένα τραγούδι της Μοσχολιού που λάτρευε, και μια πορσελάνινη κούκλα στο σπίτι του Π. Φαληρου.

 

Μ' αυτά στο μυαλό, κατέβηκα προς τα κάτω. Μια κυρία με φώναξε Ρένα, ένας παππούς με ρώτησε αν ξέρω που είναι η οδός Ομήρου. Με λίγα βήματα έφτασα στην θάλασσα. "Όταν έχεις τη θάλασσα μπροστά, όλα κοντά σου φαίνονται, κι ας είναι πολύ μακριά, θυμήθηκα τα λόγια ενός ψαρά. Τότε ας πάμε απ' την θάλασσα, είπα μέσα μου, και πήρα το δρόμο για το λιμάνι!