Άντον Τσέχωφ

 

Ο καθηγητής φιλολογίας

 

 

Το πρώτο κεφάλαιο του διηγήματος εκδόθηκε με τον τίτλο Οι μικροαστοί στο περιοδικό του Σουβόριν, Νέοι Καιροί, το Νοέμβριο του 1889. Το δεύτερο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες τον Ιούλιο του 1894 στην καθημερινή εφημερίδα Τα ρωσικά νέα. Το συνολικό κείμενο ενσωματώθηκε στη συλλογή Διηγήματα και νουβέλες [του Τσέχωφ] που κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο.
 
Μια επιστολή του Τσέχωφ προς τον Σουβόριν δείχνει ότι ο συγγραφέας δεν απέδιδε μεγάλη σημασία στο πρώτο μέρος, όπου περιέγραφε "τη ζωή πειραματόζωων της επαρχίας". Λέει σε αυτήν την επιστολή ότι είχε επίσης προβλέψει να εξαφανίσει τους πάντες, αλλά είχε την κακή ιδέα να διαβάσει το κείμενο στους οικείους του, οι οποίοι τον ικέτευσαν να μην το κάνει... Είχε απονείμει έτσι χάρη στους χαρακτήρες του, αλλά, ξαφνικά, "η ιστορία είχε ξινήσει." 'Ηδη από τότε, το κείμενο ήταν ολοκληρωμένο - η πρώτη εκδοχή του τέλους δεν βρέθηκε ποτέ. Τον τίτλο Οι μικροαστοί, ο Τσέχωφ τον είχε ήδη δώσει σε ένα διήγημα του 1887, και τον είχε χρησιμοποιήσει για μια πρώτη παρουσίαση της Πεταλουδίτσας. Φαίνεται πως ήθελε να ανασκευάσει το κείμενό του όπως και να αλλάξει τον τίτλο. Μόνο που στο μεταξύ, είχε πραγματοποιήσει το ταξίδι στη Σαχαλίνη, ενώ κι άλλα κείμενα (συμπεριλαμβανομένης της αναφοράς του για την Σαχαλίνη) τον είχαν απασχολήσει πολύ. Ξανάπιασε το δεύτερο μέρος του διηγήματος αρκετά χρόνια αργότερα, το 1894. Το εισαγωγικό σημείωμα της σοβιετικής έκδοσης δεν είναι πολύ κατατοπιστικό πάνω σ' αυτά.
 
Ο Γιούρι Σομπόλιεφ, καθηγητής και κριτικός, εικάζει ότι ένας πρώην καθηγητής Λατινικών στο Γυμνάσιο του Ταγκανρόγκ, ο Στάροφ, είχε χρησιμεύσει ως μοντέλο για τον χαρακτήρα του Νικίτιν. Η σοβιετική έκδοση δεν υιοθετεί αυτήν την υπόθεση. Το πρώτο μέρος του διηγήματος είχε γενικά καλή αποδοχή, επαίνεσαν τη "φρεσκάδα" του ύφους του. Αργότερα, ο Μοντέστ Τσαϊκόβσκι, ο αδελφός του συνθέτη, εκτίμησε πολύ την όλη διήγηση, όπως και ο Λέων Τολστόι. Ο τελευταίος επαίνεσε τις καλλιτεχνικές αρετές του συγγραφέα, που κατάφερε να μεταφέρει μια ολόκληρη ατμόσφαιρα με λίγα λόγια, χωρίς περιττό κείμενο. Με την ευκαιρία αυτή, είπε στους γύρω του τι σκεφτόταν για τον Τσέχωφ: "Είναι ένας συμπαθητικός άνθρωπος που δεν θα πει ποτέ ανοησίες, ένας συγγραφέας με μεγάλο καλλιτεχνικό ταλέντο, αλλά χωρίς ισχυρές πεποιθήσεις δεν θα μπορέσει να αγγίξει την κορυφή ..." Η εξέλιξη του Νικίτιν, που βγαίνει από μια ζωώδη, αν όχι και ναρκωμένη, ρουτινιέρικη ζωή, αγνοώντας την αμφιβολία αλλά παραμένοντας συγχρόνως ανικανοποίητος, προκάλεσε εντύπωση ωστόσο σε ορισμένους κριτικούς, οι οποίοι είδαν κάτι που υπερέβαινε την αντιδραστική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του '80 στη Ρωσία (μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Β '). Κάποιοι ωστόσο θα προτιμούσαν να είχε περιγράψει ο συγγραφέας αυτήν την εξέλιξη με περισσότερες λεπτομέρειες ώστε να μην αφήνει, ως συνήθως, τις προσδοκίες του αναγνώστη ανεκπλήρωτες.
 
M Tessier
Mediapart, 19.07.2021

 

 

Ο καθηγητής φιλολογίας
Σκηνή από τη σοβιετική ταινία "Ο καθηγητής φιλολογίας" των Ιωσήφ Ραέβσκι, Γιούρο Σκερμπακόφ, Αλίνα Καζμίνα (1965).

 

 

Μικρό απόσπασμα από το διήγημα Ο καθηγητής φιλολογίας του Τσέχωφ (με βάση τη γαλλική μετάφραση του M Tessier): 

 

 

[...]  Πριν από το δείπνο, όλοι, νέοι και γέροι, πήραν θέση για να παίξουν το παιχνίδι της "μοίρας". 'Εβγαλαν δύο τράπουλες και στον καθένα μοίρασαν από τη μία έναν ίσο αριθμό καρτών, ενώ την άλλη την απόθεσαν στο τραπέζι, με την πίσω όψη στραμμένη προς τα πάνω.

 

 - Όποιος έχει αυτήν την κάρτα, ξεκίνησε να λέει ο γέρο Σέλεστοφ με επίσημο ύφος, τραβώντας και αποκαλύπτοντας μια κάρτα από τη δεύτερη τράπουλα, η μοίρα του θα είναι να πάει αμέσως στο δωμάτιο των παιδιών και να φιλήσει τη νταντά. 

 

Η απόλαυση του φιλιού έλαχε στον Σεμπάλντιν. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω του και τον οδήγησαν στο δωμάτιο των παιδιών, όπου αναγκάστηκε, κάτω από τα χειροκροτήματα και τα γέλια, να φιλήσει τη νταντά. Μέσα σε μία πραγματική οχλαγωγία τσίρκου...

 

 - Μη δείχνετε τόσο ζήλο! φώναξε ο Σέλεστοφ, κλαίγοντας από τα γέλια. Λιγότερο ζήλο!

 

Η μοίρα του Νικίτιν ήταν να τους εξομολογήσει όλους. Κάθισε σε μια καρέκλα στη μέση του δωματίου. Του έφεραν ένα σάλι, με το οποίο κάλυψαν το κεφάλι του. Η πρώτη που ήρθε να εξομολογηθεί ήταν η Βάρια.

 

 - Γνωρίζω τις αμαρτίες σου, άρχισε να λέει ο Νικίτιν, κοιτάζοντας μέσα από το σκοτάδι το αυστηρό προφίλ της. Για πείτε μου, δεσποινίς, για ποιο λόγο πηγαίνετε κάθε μέρα περίπατο με τον Πολιάνσκι;

 

Ω, δεν είναι χωρίς λόγο, δεν είναι τυχαίο,

Δεν είναι χωρίς λόγο που είναι με έναν ουσάρο!

 

- Τι κοινότυπο! είπε η Βάρια και έφυγε.

 

Στη συνέχεια, κάτω από το σάλι φάνηκε να πλησιάζουν δύο μεγάλα, λαμπερά, ακίνητα μάτια, και ένα όμορφο προφίλ σχηματίστηκε, το οποίο συνόδευε ένα λατρεμένο, πολύ οικείο άρωμα που θύμιζε στον Νικίτιν το δωμάτιο της Μανιούσιας.

 

- Marie Godefroy [το παρατσούκλι που έδιναν στην Μανιούσια - σ.σ.], είπε, χωρίς να αναγνωρίσει τη φωνή του, τόσο απαλή και τρυφερή που ήταν, ποιο ήταν το αμάρτημά σας;

 

Η Μανιούσια ανοιγόκλεισε τα μάτια, του τράβηξε λίγο τη γλώσσα, κι έπειτα έβαλε τα γέλια και απομακρύνθηκε. Λίγες στιγμές αργότερα, ήταν στη μέση του δωματίου, και φώναζε χτυπώντας τα χέρια της:

 

 - 'Ολοι στο τραπέζι για το δείπνο! Στο τραπέζι, στο τραπέζι!

     

Και όλοι έσπευσαν στην τραπεζαρία.

 

Την ώρα του δείπνου, η Βάρια είχε μία ακόμη συζήτηση, αυτή τη φορά με τον πατέρα της. Ο Πολιάνσκι έτρωγε ήρεμα, έπινε κόκκινο κρασί και διηγιόταν στον Νικίτιν πώς είχε περάσει μια ολόκληρη νύχτα στον πόλεμο το χειμώνα χωμένος μέσα σε ένα βάλτο μέχρι τα γόνατα· ο εχθρός ήταν πολύ κοντά, κι απαγορευόταν επομένως να μιλούν ή να καπνίζουν, η νύχτα ήταν κρύα, σκοτεινή, ένας άνεμος φυσούσε, που σε περόνιαζε. Ο Νικίτιν τον άκουγε, κοιτάζοντας λοξά την Μανιούσια. Τον κοίταζε κι εκείνη επίμονα, χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα, σαν να σκεφτόταν κάτι ή σαν να είχε χαθεί μέσα στο ρεμβασμό της… Αυτό του ήταν ευχάριστο αλλά και βασανιστικό.

 

"Γιατί με κοιτάζει έτσι;" αναρωτιόταν με αγωνία. Είναι άβολο. Ο καθένας μπορεί να το δει. Αχ, πόσο νέα είναι, και πόσο αφελής!"

 

Γύρω στα μεσάνυχτα, οι καλεσμένοι άρχισαν να φεύγουν. Καθώς ο Νικίτιν έβγαινε από την εξώπορτα, ο χτύπος ενός παραθύρου ακούστηκε στον επάνω όροφο και εμφανίστηκε η Μανιούσια.

     

- Σεργκέι Βασίλιτς! φώναξε.

     

- Τι είναι;

     

- Να… είπε η Μανιούσια, κοπιάζοντας να βρει κάτι να πει. Να ... Ο Πολιάνσκι υποσχέθηκε να έρθει μία από αυτές τις μέρες με την φωτογραφική του μηχανή για να να μας τραβήξει όλους. Θα πρέπει να συναντηθούμε.

 

 - Πολύ καλά.

     

Η Μανιούσια εξαφανίστηκε, το παράθυρο βρόντηξε και κάποιος στο σπίτι άρχισε αμέσως να παίζει πιάνο.

 

"Μα τι σπίτι! μονολογούσε ο Νικίτιν καθώς διέσχιζε το δρόμο. Ένα σπίτι όπου μόνο τα αιγυπτιακά περιστέρια στενάζουν, κι αυτά επειδή δεν ξέρουν πώς να εκφράσουν αλλιώς τη χαρά τους!"  [...]

 

Μτφ. Σ.Σ.

 

Το πλήρες κείμενο (στα γαλλικά) του διηγήματος στο μπλογκ του M Tessier:  Le Professeur de lettres (Anton Tchékhov)

 

 

Ο καθηγητής φιλολογίας
Πορτρέτο του 'Αντον Τσέχωφ από τον αδερφό του. Φωτ. Diane Doniol-Valcroze on Twitter