Ξενία Βόλου, ΙΙ

 Η Γλαύκα της Αθηνάς

Δηλαδή, Die Weltgeschichte ist das Weltgericht, ε; Δηλαδή, Schiller. Δηλαδή, Hegel. Δηλαδή, τίποτα/τίποτα/δεν μας σταματά. Δηλαδή, οι έννοιες είναι ρευστές. Δηλαδή, όπως στρώνεις έτσι και θα κοιμηθείς. Δηλαδή, Όμηρος και western. Δηλαδή, πάμε punk. Δηλαδή, χάος και κουλτούρα (αλλά με σχέδιο). Δηλαδή, χαρτογράφηση του χάους.

 

Η αλήθεια είναι ότι ως επί το πλείστον φιλιόμασταν στο Ξενία. Πηγαίναμε όλοι μαζί, αγόρια και κορίτσια, και αφού παίζαμε μίνι γκολφ και πειραζόμασταν και γελούσαμε και σφυρίζαμε και τραγουδούσαμε (στην αρχή το Time in a Bottle και το I am Sailing, πιο μετά το Wish You Were Here, αλλά και το Suppers Ready, και ελληνικά, ναι, ναι, και  το «Μια Θάλασσα Μικρή» και το άλλο, «Τα Παιδιά κάτω στον Κάμπο»), γιατί τότε και σφυρίζαμε και τραγουδούσαμε, αμέ, και πίναμε και καπνίζαμε, αγόρια και κορίτσια, από την Τετάρτη Γυμνασίου, στάνταρ, και μετά χωριζόμασταν ανά δύο και άρχιζαν τα φιλιά και τα χάδια στο δειλινό ενός κόσμου, του οποίου εμείς ζούσαμε την αυγή.

 

Φιλιά στο Ξενία, ανάσες στο αυτί, χάδια στον αυχένα. Κάθε της ψιθύρισμα να είναι μια μελωδία. Το βλέμμα της να είναι λίμνες προσδοκίας. Επαγγελία Έρωτος κάθε της κίνηση, κάθε ανεπαίσθητο σύρσιμο που απαλού της δείχτη στο φρύδι σου, καθώς σου λέει, «Οδυσσέα… Οδυσσέα…»

 

Κι εσύ ν’ ακούς τον ψίθυρό της. Τη μελωδία εκείνου του ψίθυρου. Και να ξέρεις ότι τούτη η σφριγηλή νιότη δεν θα κρατήσει για πάντα, αλλά να κάνεις ως εάν είναι προορισμένη για πάντα να κρατήσει. Γιατί αυτό είναι της νιότης το καθήκον.

 

Κι εκείνο το δακτυλόγραφο που βρήκες, μ’ εκείνο το Die Weltgeschichte ist das Weltgericth να είναι ό,τι για τους άλλους ήταν εκείνο το Rien nest vrai/ tout est permis όπως έμελλε, Οδυσσέα Γεωργίου, κάτι λίγα τέρμινα μετά, να σε στοιχειώνει ήδη από τότε που φιλιόσασταν, έφηβα αγόρια και κορίτσια, μες στην Έφηβη Μεταπολίτευση, στο Ξενία του Βόλου, ναι, να σε στοιχειώνει μαζί με το άλλο που έλεγε Σφαγείο είναι η Ιστορία, και το δεύτερο άλλο που έλεγε Η Ιστορία είναι ένας εφιάλτης απ’ τον οποίο δεν μπορώ να ξυπνήσω.

 

Φιλιά και χάδια, τσιγάρα και ποτά, Έγελος και Σίλλερ, αλλά και Doors και Genesis, και Σαββόπουλος και Χατζιδάκις, και γύρω ν’ αρχίζουν οι σκληρύνσεις, ν’ αρχίζουν οι ξεπατικωτούρες και οι δανεικοί καημοί (οι δανεικοί, κι όχι ιδανικοί όπως δεκαετίες μετά κάποιος κάπου κάπως κάποτε παράκουσε και παρεξήγησε).

 

Δηλαδή; Εκεί άρχισαν όλα; Στο Ξενία του Βόλου; Εκεί; Στην καρδιά του Μοντερνισμού που δεν τον είχαμε πάρει ως Μοντερνισμό χαμπάρι αλλά ως εύκολη ωραία λύση για τα φιλιά μας και τα χάδια;

 

Δηλαδή; Όντως «ο νους κερδίζει την αλήθεια του μόνον εφόσον βρίσκει τον εαυτό του μες στον απόλυτο σπαραγμό»;

Όντως; Είμαστε με τα καλά μας, δηλαδή;

 

Ναι, ήμασταν. Με τα καλά μας. Με τα πολύ καλά μας. Κι ύστερα ήρθαν οι κνίτες κι οι ρηγάδες.

 

Αλλά, είπαμε: Weltgeschichte ist Weltgericht. Καθώς επίσης και: Cosa fatta capo ha.

 

Συνεχίζεται. Αύριο: Σφαλιάρες και μπινελίκια