Η Αλγερία είναι η μεγαλύτερη σε έκταση χώρα της Αφρικής, η μεγαλύτερη αραβική χώρα και μια από τις δέκα πιο μεγάλες χώρες του κόσμου, με σαράντα δύο εκατομμύρια πληθυσμό.


Από τον περασμένο Φλεβάρη, μετά την ώρα της παραδοσιακής προσευχής, είκοσι - είκοσι πέντε εκατομμύρια κόσμου ξεχύνονται στους δρόμους πραγματοποιώντας ειρηνικές, επίμονες, συγκλονιστικές διαδηλώσεις.


Οι Αλγερινοί διαδηλώνουν αρχικά εναντίον του πρώην Προέδρου Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα (που έθεσε υποψηφιότητα για 5η συνεχή θητεία, παρά τα 83 χρόνια του και την πολύ κακή κατάσταση της υγείας του) και όταν αυτός παραιτήθηκε, εναντίον του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου της χώρας. Ήταν μια αντίδραση εντελώς αναπάντεχη για όλους˙ πολιτικούς, μέσα ενημέρωσης, ακόμα και για τους πιο υποψιασμένους αναλυτές.


Οι διαδηλώσεις δεν σταμάτησαν κατά τη διάρκεια της εξαντλητικής νηστείας του Ραμαζανιού, ούτε ικανοποιούνται με τα ημίμετρα που εξαγγέλλονται σε μια προσπάθεια κατευνασμού της κατάστασης. Οι διαδηλώσεις, τέσσερις μήνες μετά, παραμένουν πάνδημες και ειρηνικές. Κάθε Παρασκευή στήνεται μια τεράστια λαϊκή γιορτή συνάθροισης σε μια χώρα όπου αυτό μέχρι πρόσφατα ήταν αδιανόητο. Οι διαδηλωτές απολαμβάνουν με πάθος την ελευθερία να εκφράζονται όπως νιώθουν για το καθεστώς. Χιούμορ, πολιτική σάτιρα, ψηφιακή επικοινωνία είναι τα όπλα τους.

 

Ο συγκλονιστικός παλμός μεταδίδεται και σε όσους έξω από την Αλγερία παρακολουθούν τα γεγονότα, γιατί η αγάπη για την ελευθερία είναι καθολική αξία και είναι κοινή σε όλους η συγκίνηση όταν κάπου, σε κάποιο άλλο μέρος του πλανήτη, κάποιοι που δεν γνωρίζουμε, ξεσηκώνονται ενάντια στην ανελευθερία και την καταπίεση.


Οι Αλγερινοί επαναφέρουν στις διαδηλώσεις πολλά από τα σύμβολα του 1962, της χρονιάς της ανεξαρτησίας από τη γαλλική αποικιοκρατία. Η δημοκρατία όμως τότε δεν ευδοκίμησε, αντίθετα η εξουσία πέρασε αμέσως στα χέρια σφετεριστών που εκμεταλλεύτηκαν τον λαό και τους συναγωνιστές τους, απροετοίμαστους και εξουθενωμένους μετά από εφτάμισι χρόνια ενός από τους σκληρότερους αντιαποικιακούς αγώνες της σύγχρονης εποχής. Αυτά τα σύμβολα, όπως το σύνθημα «Μόνος Ήρωας είναι ο Λαός», που έμειναν κενό γράμμα τότε, σήμερα επανανοηματοδοτούνται σε μια βαθιά επιθυμία του συλλογικού ασυνείδητου να γυρίσει πίσω ο χαμένος χρόνος. Πολλοί πολιτικοί εκδιώχτηκαν από τις διαδηλώσεις, αλλά όταν εμφανίζονται βετεράνοι του πολέμου της ανεξαρτησίας, επευφημούνται από τους συγκεντρωμένους, σαν κρίκοι της ίδιας αλυσίδας που δεν έχει σπάσει.


Περίπου ο μισός πληθυσμός της Αλγερίας είναι σήμερα κάτω των είκοσι πέντε ετών, οπότε στις διαδηλώσεις πρωταγωνιστούν οι νέες γενιές πολιτών που αψηφούν το καθεστώς «δεύτερης αποικιοκρατίας» που διαδέχτηκε τους Γάλλους και ζητούν τον εκδημοκρατισμό της χώρας με το μότο «Η γενιά μας σας ξέρει πολύ καλά αλλά εσείς δεν μας γνωρίζετε καθόλου».


«Μου έφαγαν τη ζωή. Τόσες θυσίες και μας έφαγαν τη ζωή» είπε στους δημοσιογράφους ξεδιπλώνοντας τη σημαία της Αλγερίας ένας πολύ ηλικιωμένος διαδηλωτής που κάθε Παρασκευή κάνει 30 χλμ. με το ποδήλατό του για να πάρει μέρος στην πορεία στο Αλγέρι. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συμμετέχουν επίσης με πολύ πάθος στις διαδηλώσεις ζητώντας την ανατροπή του φαύλου καθεστώτος και την επαναφορά της πολιτικής ζωής στις ημέρες του Ιουλίου του 1962. Και οι γέροι στην Αλγερία έχουν ξανανιώσει, όπως είπε κάποιος.


Ο χρόνος βέβαια δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, πηγαίνει μόνο μπροστά αλλά το hirak, ο ξεσηκωμός, αυτό το απερίγραπτο συναίσθημα σύγκρουσης και ελευθερίας δίνει φτερά σε μικρούς και μεγάλους. Ο συγκλονιστικός παλμός μεταδίδεται και σε όσους έξω από την Αλγερία παρακολουθούν τα γεγονότα, γιατί η αγάπη για την ελευθερία είναι καθολική αξία και είναι κοινή σε όλους η συγκίνηση όταν κάπου, σε κάποιο άλλο μέρος του πλανήτη, κάποιοι που δεν γνωρίζουμε, ξεσηκώνονται ενάντια στην ανελευθερία και την καταπίεση.


Τα νέα βέβαια αυτά συχνά επικαλύπτονται από την αδιάκοπη παραγωγή μικρών και μεγάλων ειδήσεων, εξελίξεων και εκλογολογίας. Όμως, η επέτειος της ανεξαρτησίας της Αλγερίας στις 3 Ιουλίου του 1962 είναι μια κατάλληλη αφορμή για τη σύντομη εξιστόρηση που ακολουθεί.

 

Όταν οι Γάλλοι κατέλαβαν την Αλγερία

Η εισβολή των Γάλλων στην Αλγερία του Horace Vernet.
Η εισβολή των Γάλλων στην Αλγερία του Horace Vernet.

 

Τα γαλλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην αμμουδερή παραλία του Sidi Ferruch, είκοσι χλμ. έξω από το Αλγέρι, στις 14 Ιουνίου 1830. Τότε δεν υπήρχε «Αλγερία», ισχυρίζονταν οι Γάλλοι, αλλά μια βάρβαρη, απολίτιστη κοινότητα υπό οθωμανική κατοχή.


Η περιοχή, φυσικά, δεν ήταν terra nullius, η Αλγερία υπήρχε και πριν το 1830. Μετά τη διάλυση του Χαλιφάτου των Αλμοαδών και με το πρόσχημα των πειρατικών επιθέσεων, η Ισπανία κατέλαβε πολλά λιμάνια της Μπαρμπαριάς (ακτή των Βερβέρων), μεταξύ αυτών και το Αλγέρι που υποχρεώθηκε να πληρώνει φόρους. Οι Αλγερινοί ζήτησαν τότε τη βοήθεια του αρχιναύαρχου ξακουστού πειρατή Μπαρμπαρόσα που έσπευσε να ελευθερώσει τους αδελφούς μουσουλμάνους από τους χριστιανούς, αλλά στη συνέχεια δεν έφυγε. Παρέμεινε στην περιοχή ως επίσημος αντιπρόσωπος του Σουλτάνου και η Αλγερία έγινε τυπικά κτήση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ουσιαστικά όμως ήταν μια περιοχή αυτόνομη στο μεγαλύτερο μέρος της, χωρισμένη σε επαρχίες, οι κάτοικοι των οποίων είχαν κοινά φυλετικά χαρακτηριστικά.


Αφορμή για την απόβαση των Γάλλων ήταν το διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ του Μπέη του Αλγερίου και του Γάλλου προξένου (ο μπέης εράπισε τον πρόξενο με βεντάλια ή, σύμφωνα με άλλους, με μυγοσκοτώστρα), όταν ο δεύτερος αρνήθηκε με θράσος –για νιοστή φορά– να πληρώσει για το σιτάρι που έστελνε στη Γαλλία.

 

Επειδή ακριβώς υπήρχε Αλγερία και σχετική συνείδηση, η αντίσταση στη γαλλική επίθεση ήταν πεισματική και μακροχρόνια. Ηγετική μορφή της αντίστασης ήταν ο χαρισματικός εμίρης Αμπντ ελ-Καντέρ. Χάρη στην πνευματική πορεία και τις στρατιωτικές του αρετές έγινε η καταγωγική μορφή της συλλογικής εθνικής συνείδησης. Διανοούμενος και στρατηγός, ποιητής και διπλωμάτης, μέγας μυστικιστής και ανθρωπιστής, ο εμίρης ήταν ένας σπουδαίος κύριος που έγινε αληθινός θρύλος. Στα δεκαεφτά του χρόνια είχε ήδη πάει στη Μέκκα με τα πόδια και στα είκοσι τρία ήταν μέλος της σπουδαίας σούφι αδελφότητας Qadiriyya, με τεράστιες γνώσεις στα μαθηματικά, τη θεολογία, τα νομικά.


Έδρασε κυρίως στα δυτικά, στην επαρχία της γενέτειράς του Μάσκαρα και η πνευματικότητά του ήταν τέτοια, που και στη μάχη ακόμα έπαιρνε μαζί του μέχρι και εκατό βιβλία. Το ιππικό του εξολόθρευσε τα γαλλικά τάγματα της Λεγεώνας των Ξένων στην πρώτη της αποστολή. Στις 21 Δεκεμβρίου Μαΐου 1847 προδομένος από το βασιλιά του Μαρόκου αναγκάστηκε να παραδοθεί, φυλακίστηκε και μεταφέρθηκε στη Γαλλία. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ναπολέων ανιψιός τον ελευθέρωσε (τιμώντας τον με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής στο πλαίσιο πολιτικής κατευνασμού της αποικίας) και ο Αμπντ ελ-Καντέρ εγκαταστάθηκε στη Δαμασκό δημιουργώντας κοινότητα Αλγερινών που υπάρχει μέχρι σήμερα.

 

Δυο μόνο από τα πάμπολλα περιστατικά της ζωής του που τον έκαναν να μείνει στην ιστορία ως φάρος φωτεινός του φιλειρηνικού και πνευματικού ισλάμ: όταν οι Δρούζοι το 1860 καταδίωκαν τους χριστιανούς ο εμίρης παρενέβη έσωσε τη ζωή έντεκα χιλιάδων ανθρώπων κερδίζοντας παγκόσμιο σεβασμό ενώ με τη διαθήκη του έδωσε εντολή γιοι και κόρες του να πάρουν μετά τον θάνατό του ίσο ακριβώς μερίδιο περιουσίας. Άφησε πίσω του πνευματική κληρονομιά πολλά σπουδαία έργα –αμετάφραστα ακόμα στα ελληνικά–, όπως τον μυστικιστικό σχολιασμό του Κορανίου.


Στην απέναντι πλευρά του του Ατλαντικού, στην Iowa των μεσοδυτικών ΗΠΑ, ιδρύθηκε το 1846 μια μικρή πόλη με το όνομα «Αμπντ ελ-Καντέρ» και έτσι ονομάζεται ακόμα προς τιμήν του εμίρη, μαρτυρώντας την εμβέλεια της προσωπικότητάς του αλλά και την απήχηση του αντιστασιακού αγώνα της Αλγερίας.

 

Η Αλγερία, σάρκα εκ της σαρκός της Γαλλίας

Στις 8 Μάη του 1945, ημέρα πανηγυρισμών για τη νίκη ενάντια στο φασισμό, ο γαλλικός στρατός ξεκίνησε τη σφαγή στην πόλη Σετίφ της Αλγερίας, όπου οι «ιθαγενείς» διαδήλωναν ειρηνικά για την ανεξαρτησία τους.
Στις 8 Μάη του 1945, ημέρα πανηγυρισμών για τη νίκη ενάντια στο φασισμό, ο γαλλικός στρατός ξεκίνησε τη σφαγή στην πόλη Σετίφ της Αλγερίας, όπου οι «ιθαγενείς» διαδήλωναν ειρηνικά για την ανεξαρτησία τους.

 

Με το Σύνταγμα του 1848 η Γαλλία ανακήρυξε την Αλγερία τμήμα του γαλλικού κράτους δημιουργώντας τα τρία διοικητικά διαμερίσματα Αλγερίου, Οράν και Κωνσταντίνης. Οι Γάλλοι στη συνέχεια απέκτησαν κι άλλα εδάφη στη Βόρεια Αφρική, την Τυνησία (1881) και το Μαρόκο (1912) αλλά εκεί, αντίθετα από την Αλγερία, δημιούργησαν προτεκτοράτα. Είναι γνωστή η δήλωση του Φρανσουά Μιτεράν, υπουργού Εσωτερικών και Δικαιοσύνης κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας: «Η Αλγερία είναι η Γαλλία. Η Γαλλία εκτείνεται από τη Δουνκέρκη ως την Tamanrasset» (τη μικρή, ήσυχη πόλη των Τουαρέγκ στην κεντρική Σαχάρα).


Αν «η Αλγερία ήταν Γαλλία», οι Αλγερινοί σίγουρα δεν ήταν Γάλλοι, ούτε είχαν τα ίδια δικαιώματα. Τα χρόνια της αποικιοκρατίας ήταν ιδιαίτερα σκληρά, με απαγορεύσεις, διακρίσεις, εξευτελισμούς, υπό τη συνεχή απειλή ενός κατακτητή που δεν λογοδοτεί, δεν έχει περιορισμούς και αναστολές. Αντίθετα, οι αποικοκράτες επικαλούνταν –εν μέρει, ακόμα και σήμερα– κάθε πιθανή και απίθανη δικαιολογία για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους· από τον εκπολιτισμό των βαρβάρων, τη συνέχιση του ρωμαϊκού πολιτισμού έως τον Άγιο Αυγουστίνο. Κανείς βέβαια δεν είχε ζητήσει να τον εκπολιτίσουν και σίγουρα οι φοβερές πράξεις των Γάλλων στην Αλγερία δεν είναι πολιτισμός.

 

Μία μόνο από αυτές ήταν το τραγικό τέλος της φυλής Ouled Ryah: όταν οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους για να μη σκλαβωθούν και βρήκαν καταφύγιο σε σπηλιές στα βουνά Dahra, Γάλλοι στρατιώτες έφραξαν την είσοδο με φωτιές προκαλώντας τους το θάνατο από ασφυξία. Η φυλή των Ouled Ryah δεν ήταν η μόνη που βρήκε τέτοιο τραγικό θάνατο και η «μέθοδος» αυτή χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα αποτελώντας σήμερα ξεχωριστό λήμμα σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες με τον όρο "enfumades d'Algérie". Ο Tocqueville, όταν ταξίδεψε στην Αλγερία το 1841, διαπίστωσε ότι οι Γάλλοι φέρονταν πολύ πιο βάρβαρα από τους Άραβες κι ότι, αν και υπέρ της κατάκτησης και ο ίδιος, ήταν θλιβερό και άσκοπο να πολεμά κανείς έτσι.


Κατά τη διάρκεια της αποικοιοκρατίας, οι Αλγερινοί ζούσαν σε συνθήκες Απαρτχάιντ: καταναγκαστική εργασία, ελάχιστα πολιτικά δικαιώματα, ποινές και σωματικές τιμωρίες. Η χρήση της επίσημης αραβικής γλώσσας είχε απαγορευτεί, τις δημόσιες αρχές στελέχωναν αποκλειστικά Γάλλοι άποικοι και ντόπιοι συνεργάτες τους. Για τους Γάλλους πολίτες εφαρμοζόταν το γαλλικό δίκαιο, για τους υπόλοιπους ο «Κώδικας των Ιθαγενών» υπό τον έλεγχο του στρατού. Τα μέσα μεταφοράς είχαν ξεχωριστά τμήματα για αποίκους, ελίτ και απλό κόσμο, στους μουσουλμάνους απαγορευόταν η κυκλοφορία σε συγκεκριμένες ώρες, ακόμα και οι παραλίες χωρίζονταν με συρματοπλέγματα σε ζώνες.

 

Οι αποικιοκράτες προσπάθησαν με κάθε τρόπο να εξαλείψουν την αραβική γλώσσα, να διχάσουν τις κοινότητες Βερβέρων και Αράβων, να εκχριστιανίσουν τους μουσουλμάνους αλλά και να αποδομήσουν την πληθυσμιακή σύσταση με την υποχρεωτική διάσπαση των φυλών και τον εκτοπισμό τους σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πρώτοι χάρτες που χρησιμοποίησαν οι Γάλλοι για να παγιώσουν τη διακυβέρνησή τους ήταν χάρτες φυλών και όχι χάρτες εδαφών ή εσωτερικών συνόρων.

 

Ο πληθυσμός στη συντριπτική του πλειοψηφία αντιστάθηκε σθεναρά στην αφομοίωση, με αποτέλεσμα την ολοένα μεγαλύτερη αντιπαλότητα ανάμεσα σε αποικιοκράτες και αποικιοκρατούμενους. Η διαρκής και επίμονη αντίσταση στην αποικιοκρατία καθόρισε τη συλλογική μνήμη του λαού μέχρι σήμερα και σημαδεύτηκε από αιματηρές εξεγέρσεις, όπως η εξέγερση των αδερφών Μοκρανί στη μεγάλη Καβυλία που γρήγορα εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος της χώρας με τη συμμετοχή 250 φυλών. Ήταν τον Μάρτιο του 1871 και οι επαναστάτες υπολόγιζαν στην αδυναμία του γαλλικού στρατού να αντιμετωπίσει εξωτερικό μέτωπο ταυτόχρονα με τις αναταραχές της Κομμούνας, όμως η εξέγερση κατεστάλη.

 

Ποτάμι αίματος χύθηκε στο Σετίφ της ανατολικής Αλγερίας στις 8 Μαΐου 1945, όταν οι πανηγυρισμοί για τη λήξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου (όπου 300.000 Αλγερινοί στρατιώτες είχαν πολεμήσει στις τάξεις του γαλλικού στρατού) μετατράπηκαν σε διαδήλωση κατά της αποικιοκρατίας. Μπροστά στο Café de France, ο νεαρός Bouzid Saâl ύψωσε τη σημαία της Αλγερίας, πράξη απαγορευμένη, ενώ ο κόσμος ζητωκραύγαζε. Οι αστυνομικοί άνοιξαν πυρ κατά του πλήθους και ακολούθησε λουτρό αίματος. Οι αναταραχές εξαπλώθηκαν γρήγορα και σε άλλα χωριά της Καβυλίας και η πρωτοφανής βιαιότητα του γαλλικού στρατού προκάλεσε το θάνατο πολλών χιλιάδων άοπλων ανθρώπων (45.000 νεκροί σύμφωνα με ορισμένες πηγές), ενώ η δημοσιογραφική έρευνα, που έκανε λόγο ακόμα και για κρεματόρια σορών, λογοκρίθηκε. Το 2012 ο Πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ αναγνώρισε τη σφαγή στο Σετίφ δηλώνοντας στο αλγερινό Κοινοβούλιο: «Η Γαλλία στο Σετίφ εξέπεσε των οικουμενικών αξιών και αρχών της».

 

Οι ξένοι με τα μαύρα πόδια

Το πρώτο κύμα αποίκων αποτελούσαν φτωχοί Γάλλοι σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, ακολουθούμενοι από ανεπιθύμητους Κομμουνάρους, πρόσφυγες από την Αλσατία και τη Λορένη, όταν αυτές προσαρτήθηκαν στη Γερμανία, και στη συνέχεια από Ευρωπαίους άλλων χωρών, όπως η Ιταλία, η Μάλτα, η Ισπανία, αλλά και κάποιους λίγους από την Ελλάδα.


Πήραν το όνομα «Pieds-Noirs» – μαύρα πόδια (από τα μαύρα παπούτσια που φορούσαν όταν έφτασαν; από τη λάσπη στις μπότες τους καθώς προσπαθούσαν να αποξηράνουν βάλτους για να τους καλλιεργήσουν; σε κάθε περίπτωση ο όρος ήταν υποτιμητικός). Τους παραχωρήθηκαν χτήματα και εκτάσεις που αποσπάστηκαν βίαια από τους ντόπιους μικροϊδιοκτήτες, τους οποίους εκμεταλλεύτηκαν ως πάμφθηνο εργατικό δυναμικό σε εντατικές καλλιέργειες, όπως τα σιτηρά και τα αμπέλια. Στην απελευθέρωση οι Πιε-νουάρ, ένα εκατομμύριο και περίπου 10% του πληθυσμού, υπολογίζεται ότι κατείχαν περισσότερο από 40% της γης.

 

Συγκεντρωμένοι σε «ευρωπαϊκές συνοικίες» στα αστικά κέντρα, είχαν δημιουργήσει μια μεγάλη και συμπαγή κοινότητα που χάρη στον αποικιακό δεσμό είχε αμβλύνει τις κοινωνικές και άλλες διαφορές της. Δεν ένιωθαν «άποικοι» αλλά αυτόχθονες και θεωρούσαν την Αλγερία πατρίδα τους – αλλά αγνοούσαν και αδιαφορούσαν για το δράμα και τις διαμαρτυρίες των Αλγερινών. Οι Πιε-νουάρ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις και έδωσαν τη δική τους σκληρή μάχη –κάποια στιγμή εναντίον όλων– για να εμποδίσουν την ανεξαρτησία της Αλγερίας που θα σήμαινε τον δικό τους ξεριζωμό.


Όμως το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον και οι Πιε-νουάρ έφυγαν από την Αλγερία μαζικά, αμέσως μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας. Ο φόβος των αντιποίνων, ειδικά μετά την τρομοκρατική δράση της Οργάνωσης Μυστικός Στρατός (ΟΑS) Γάλλων της Αλγερίας, ήταν μεγάλος και κλήθηκαν να επιλέξουν «τη βαλίτσα ή το φέρετρο».


Ωστόσο ο επαναπατρισμός δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι περισσότεροι Πιε-νουάρ ήταν Γάλλοι της Αλγερίας δεύτερης και τρίτης γενιάς που δεν είχαν ποτέ πριν επισκεφτεί τη Γαλλία και τα μέτρα μετεγκατάστασης δεν ήταν αρκετά για να εξασφαλίσουν την ενσωμάτωσή τους. Συνηθισμένοι οι ίδιοι σε νοοτροπία ανωτερότητας έναντι των «ιθαγενών», αντιμετωπίζονταν τώρα υποτιμητικά ή με ανταγωνισμό από τους Γάλλους της μητρόπολης.


Η απέραντη νοσταλγία για τη γενέθλια γη σημαδεύει μέχρι σήμερα πάμπολλες προσωπικές και οικογενειακές ιστορίες Γάλλων της Αλγερίας που σε κάθε ευκαιρία εξυμνούν τους χαμένους παραδείσους. Ο Enrico Macias, ο Γάλλος τραγουδιστής εβραιο-αλγερινής καταγωγής, τραγουδάει "Adieu mon pays": «Στα όνειρά μου, γυρνάω πάντα στην Κωνσταντίνη. Το ξέρω, όλα θα είναι τώρα διαφορετικά. Αλλά η φύση, η μυρωδιά δεν αλλάζει, το μπλε του ουρανού είναι πάντα το ίδιο και νομίζω ότι και οι άνθρωποι παραμένουν οι ίδιοι, με την ίδια ευγένεια... Έμεινα ορφανός από πατρίδα και πόσο σκληρό ήταν αυτό».

 

 

Adieu Mon Pays Enrico Macias

 

Ο πόλεμος για την ανεξαρτησία

Με τα γεγονότα στο Setif η αντίστροφη μέτρηση για τον αγώνα της ανεξαρτησίας είχε ξεκινήσει. Και δεν είναι σύμπτωση ότι η αλγερινή σημαία που υψώθηκε στην εξέγερση ήταν η σημαία που κατασκευάστηκε, σύμφωνα με ορισμένους, από την αναρχοσυνδικαλίστρια Émilie Busquant, σύντροφο του Messali Hadj. O Messali Hadj ήταν ο σκοπιωρός της ιδέας της ανεξαρτησίας και τον αλγερινού εθνικισμού. Εγκατεστημένος στη Γαλλία και μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, είχε ξεκινήσει από το 1927 τις πολιτικές ζυμώσεις για την οργάνωση του απελευθερωτικού αγώνα.


Τελικά ήταν το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (Front de libération nationale, FLN) που κήρυξε τον πόλεμο της ανεξαρτησίας τα ξημερώματα της 1ης Νοεμβρίου 1954, «Ημέρας των Αγίων Πάντων» για τους καθολικούς, με πολλαπλές επιθέσεις σε στρατιωτικά και δημόσια κτίρια σε διάφορα σημεία της χώρας. Ένας από τους σκληρότερους αντιαποικιακούς αγώνες της σύγχρονης εποχής ξεκινούσε.


Οι περίπου 25.000 Αλγερινοί μαχητές είχαν υποτυπώδη εξοπλισμό και έκαναν ανταρτοπόλεμο σύμφωνα με την εμπειρία των αγροτικών εξεγέρσεων. Οργάνωναν ενέδρες, σαμποτάζ και επιθέσεις παντού˙ σε καφετέριες, κινηματογράφους, γήπεδα.


Όταν ένας moudjahid ρωτήθηκε από έναν δημοσιογράφο «Δεν είναι δειλία να μας σκοτώνετε με βόμβες κρυμμένες στις τσάντες των γυναικών σας;», εκείνος απάντησε: «Δεν είναι δειλία να μας σκοτώνετε με ναπάλμ; Δώστε μας τα όπλα σας και θα σας δώσουμε τα δικά μας». Η σκηνή είναι από τη «Μάχη του Αλγερίου», την ταινία-έπος για την αντίσταση των Αλγερινών και ορόσημο στην ιστορία του πολιτικού σινεμά. Η Γαλλία, που μόλις είχε χάσει την Ινδοκίνα, έστειλε αρχικά 400.000 στρατιώτες στην Αλγερία και χρησιμοποίησε κάθε συμβατικό μέσο από αέρα και θάλασσα, διείσδυση και ανάπτυξη δεσμών με τον τοπικό πληθυσμό, χρήση προπαγάνδας, παραπληροφόρηση, κατασκοπεία, εγκλεισμό και βασανιστήρια.


Ιδεολογικά, το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα είχε ταυτότητα πατριωτική και ισλαμική, χωρίς να λείπουν οι παναραβικές - διεθνιστικές τάσεις από μέρος των μαχητών που οραματίζονταν διεθνή ρόλο για την Αλγερία.

 

Διαδήλωση Αλγερινών το 1958. Φωτο: Express Newspapers/Getty Images/Ideal Image
Διαδήλωση Αλγερινών το 1958. Φωτο: Express Newspapers/Getty Images/Ideal Image


Ο αγώνας χρηματοδοτήθηκε με το υστέρημα του λαού και τον «φόρο επανάστασης». Η συμβολή των ανθρώπων της υπαίθρου ήταν επίσης μαζική και τεράστια, κατέβαλλαν υπεράνθρωπες και επικίνδυνες θυσίες στηρίζοντας τους fellaghas στον αγώνα τους στα χαρακώματα. Έχουν κυκλοφορήσει πάμπολλα βιβλία - μαρτυρίες για την αυταπάρνηση των γυναικών των αγροτικών περιοχών που «έδωσαν τροφή, στέγη και, όταν χρειάστηκε, σωτηρία στους μαχητές και τις μαχήτριες του FLN».


Η αναμέτρηση δεν άργησε να μεταφερθεί από την ύπαιθρο στην πόλη του Αλγερίου. Η πολιορκία της Casbah με τα δαιδαλώδη σοκάκια και τις πυκνοκατοικημένες μουσουλμανικές συνοικίες κράτησε δέκα ολόκληρους μήνες με την περιβόητη 10η διμοιρία Γάλλων αλεξιπτωτιστών να σφυροκοπά αλύπητα. Οι αντάρτες στο τέλος υποχώρησαν (Οκτώβριος 1957) αλλά για τη Γαλλία η νίκη ήταν πύρρειος. Επιπλέον, η εκτεταμένη βία υπό τις εντολές του αδίστακτου Αρχηγού της Αστυνομίας Μασί προκάλεσε στη Γαλλία και διεθνώς μεγάλες αντιδράσεις.


Χαρακτηριστικό του πολέμου ήταν ότι κανένα μέτωπο δεν ήταν αρραγές: στην αλγερινή πλευρά, το FLN είχε προέλθει από τη διάσπαση του αρχικού κινήματος Mouvement pour le triomphe des libertés démocratiques. Μίσος χώριζε το FLN από την άλλη φράξια, το Mouvement national algérien (MNA) του Hadj, με αποκορύφωμα τη σφαγή της Μελούζα το 1957, όταν το FLN κατέσφαξε ένα ολόκληρο χωριό με το πρόσχημα ότι οι κάτοικοι υποστήριζαν το ΜΝΑ.


Στο εσωτερικό του FLN υπήρχε εξαρχής βαθύ ρήγμα μεταξύ γαλλικού - αλγερινού FLN αλλά κυρίως μεταξύ πολιτικού - στρατιωτικού βραχίονα που έτρεφε τη βίαιη αντιπαλότητα, δολοπλοκίες, πολιτικά ξεκαθαρίσματα. Τέλος, αν και το FLN ήταν φυσικά η κεντρική οργάνωση του αντιαποικιακού αγώνα, δεν ήταν ακριβώς μαζικό κίνημα και κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει με βεβαιότητα τον πραγματικό του αντίκτυπο στην κοινωνία δεδομένων των συνθηκών.


Στη γαλλική πλευρά, οι Γάλλοι της Αλγερίας ήταν βέβαια αδιάλλακτοι σχετικά με την παραχώρηση ελευθεριών στους Αλγερινούς, θεωρώντας τους εαυτούς τους φυσικούς κατόχους της χώρας. Ακόμα όμως και προοδευτικές φωνές, όπως ο γεννημένος στην Αλγερία Αλμπέρ Καμί, δυσκολεύονταν να ταχθούν υπέρ της ανεξαρτησίας, προκρίνοντας ενδιάμεσες λύσεις ομοσπονδιοποίησης των δύο κοινοτήτων. Το 1961-62 η εξτρεμιστική οργάνωση OAS κλιμάκωσε τη βία όχι μόνο εναντίον μουσουλμάνων αλλά και μετριοπαθών Πιε-νουάρ, του γαλλικού στρατού, ακόμα και του ίδιου του de Gaulle όταν αποφάσισε την υποχώρηση.

 

Όταν, την 1η Ιουλίου 1962, οι Αλγερινοί αποφασίζουν με δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της χώρας τους, χιλιάδες Πιε-νουάρ που ήταν εγκατεστημένοι στην Αλγερία, επιστρέφουν στη Γαλλία.
Όταν, την 1η Ιουλίου 1962, οι Αλγερινοί αποφασίζουν με δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της χώρας τους, χιλιάδες Πιε-νουάρ που ήταν εγκατεστημένοι στην Αλγερία, επιστρέφουν στη Γαλλία.


Όσο ο πόλεμος κλιμακωνόταν, το αδιέξοδο μεταφερόταν στη Γαλλία παρασύροντας στη δίνη του τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις που αντιμετώπιζαν τεράστια διλήμματα. Η αδυσώπητη αναμέτρηση είχε διχάσει τους Γάλλους, κοινωνία και διανόηση, σε δύο στρατόπεδα: εκείνους που υποστήριζαν την ανεξαρτησία της αποικίας και εκείνους που επέμεναν ότι η Αλγερία πρέπει να παραμείνει μέρος της γαλλικής επικράτειας, με περισσότερες ή λιγότερες ελευθερίες. Όσο όμως ο αριθμός των θυμάτων και το κόστος των επιχειρήσεων αυξάνονταν, τόσο ο πόλεμος γινόταν το Βιετνάμ της Γαλλίας. Τέλος, η γαλλική αριστερά δεν άργησε να βρεθεί απέναντι στην εξτρεμιστική δράση της OAS.

 

Μπροστά στο πλήρες αδιέξοδο, ο πρόεδρος Coty ζήτησε τη βοήθεια του στρατηγού de Gaulle, ο οποίος το 1958, μετά από δώδεκα χρόνια ξαναβρέθηκε στην εξουσία, εγκαινιάζοντας την 5η Γαλλική Δημοκρατία. Στρατηγική του επιδίωξη ήταν η ειρήνευση, αφού όμως πρώτα εξαντλήσει τον εχθρό και η Γαλλία βρεθεί σε ισχυρή διαπραγματευτική θέση. Για να το πετύχει, έβαλε σε εφαρμογή σχέδιο Challe και ο γαλλικός στρατός βγήκε για πρώτη φορά στα βουνά για να καταδιώξει τους fellaghas. Τα αποτελέσματα όμως ήταν και πάλι αμφίρροπα και τότε ο de Gaulle παραδέχτηκε ότι το θέμα δεν ήταν απλώς στρατιωτικό. Πρότεινε την πραγματοποίηση δημοψηφίσματος, τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, σχετικά με το μέλλον της αποικίας, αλλά η ιδέα αυτή προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη εμφύλια διαμάχη και στα δύο μέτωπα.


Τον Μάρτιο του 1962 οι δύο πλευρές συνομολόγησαν στο Εβιάν ανακωχή και λίγο αργότερα ο γαλλικός λαός αποδέχτηκε μέσω δημοψηφίσματος (με ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά κυρίως με ανακούφιση) την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Το ίδιο αποφάσισαν και οι Αλγερινοί την 1η Ιουλίου 1962. Μετά από 132 χρόνια αποικιοκρατίας και εφτάμισι χρόνια αιματηρού πολέμου η Αλγερία είχε κερδίσει την ελευθερία της.

 

Τα βασανιστήρια ως όπλο

Μια άλλη συγκλονιστική ιστορία βασανισμού είναι η υπόθεση Maurice Audin, του Γάλλου κομμουνιστή μαθηματικού που απήχθη ένα βράδυ από Γάλλους αλεξιπτωτιστές (11.08.1957) και από τότε η οικογένειά του δεν τον ξαναείδε και δεν έπαψε να τον αναζητά, χωρίς αποτέλεσμα.
Μια άλλη συγκλονιστική ιστορία βασανισμού είναι η υπόθεση Maurice Audin, του Γάλλου κομμουνιστή μαθηματικού που απήχθη ένα βράδυ από Γάλλους αλεξιπτωτιστές (11.08.1957) και από τότε η οικογένειά του δεν τον ξαναείδε και δεν έπαψε να τον αναζητά, χωρίς αποτέλεσμα.

 

Η αναμέτρηση ήταν ιδιαίτερα βίαιη, με χιλιάδες θύματα. Ο συνολικός αριθμός είναι ακόμα αμφισβητούμενος, με την αλγερινή πλευρά να κάνει λόγο για 1,5 εκατ. νεκρούς. Το βέβαιο είναι ότι οι άμαχοι πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος και τότε σχεδόν κανείς δεν θεωρείτο άμαχος.


Αναρίθμητες είναι οι μαρτυρίες και έρευνες για τα βασανιστήρια που διέπραξαν οι γαλλικές δυνάμεις. Είναι ένα θέμα που τάραξε, δίχασε και δεν έχει σταματήσει να απασχολεί τη Γαλλία (όπου ο πόλεμος χαρακτηριζόταν αόριστα ως «γεγονότα της Αλγερίας» και χρειάστηκε νόμος το 1999 για να ειπωθεί επίσημα η λέξη «πόλεμος»). Ελάχιστο μόνο δείγμα προσωπικής μαρτυρίας είναι η ιστορία της μαχήτριας του FLN Djamila Boupacha, που συνελήφθη το 1960 ενώ προετοίμαζε βομβιστική επίθεση σε καφενείο του Αλγερίου. Η μαρτυρία της δημοσιοποιήθηκε από τη Simone de Beauvoir και την ακτιβίστρια δικηγόρο Gisèle Halimi προκαλώντας σοκ στη γαλλική κοινή γνώμη που ήρθε αντιμέτωπη με τη σκληρή αλήθεια: το βασανιστήριο ως όπλο και ο βιασμός ως βασανιστήριο.


Μια άλλη συγκλονιστική ιστορία βασανισμού είναι η υπόθεση Maurice Audin, του Γάλλου κομμουνιστή μαθηματικού που απήχθη ένα βράδυ από Γάλλους αλεξιπτωτιστές (11/08/1957) και από τότε η οικογένειά του δεν τον ξαναείδε και δεν έπαψε να τον αναζητά, χωρίς αποτέλεσμα. Ο Pierre Vidal-Naquet, εμπνεόμενος από τους ιστορικούς που δύο γενιές πριν υπερασπίστηκαν τον Dreyfus, έκανε εκτεταμένη έρευνα πάνω στη στρατιωτική βία και το 1958 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο «Υπόθεση Audin». Εξήντα ολόκληρα χρόνια μετά, τον Σεπτέμβριο του 2018, ο Εμανουέλ Μακρόν επισκέφτηκε την Josette Audin, 87 ετών, σε μια συμβολική κίνηση για να ανακοινώσει επίσημα ότι ο σύζυγός της σκοτώθηκε από βασανιστήρια το 1957 αναγνωρίζοντας την ευθύνη του γαλλικού κράτους. Η οικογένεια δήλωσε: «Καθένας αντιλαμβάνεται την πολιτική και ιστορική σημασία της δήλωσης του Προέδρου».


Ο πόλεμος της Αλγερίας δεν άργησε να μεταφερθεί στη Γαλλία. Ένα μόνο από τα πολλά αιματηρά επεισόδια στη μητρόπολη ήταν η Σφαγή του Σηκουάνα στις 17 Οκτωβρίου 1961. Εκείνη την ημέρα οργανώθηκε από την ομοσπονδία του FLN μια μεγαλειώδης, ειρηνική διαδήλωση 30-40.000 Αλγερινών στο Παρίσι, παρά την απαγόρευση της κυκλοφορίας που ίσχυε ειδικά για τους Βορειοαφρικανούς. Η διαδήλωση κατεστάλη βίαια. Εκατό περίπου θύματα ξεβράστηκαν από το Σηκουάνα τις επόμενες ημέρες ενώ διαδηλωτές μεταφέρθηκαν μαζικά στο αθλητικό κέντρο των Βερσαλλιών όπου βασανίστηκαν κλπ. Διοικητής της αστυνομίας ήταν ο διαβόητος Μορίς Παπόν (καταδικάστηκε αργότερα από τα γαλλικά δικαστήρια για τον εκτοπισμό Εβραίων Γάλλων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης). Ο Φρανσουά Ολάντ αναγνώρισε το 2012 –πρώτη φορά για τη γαλλική πλευρά– την «αιματηρή σφαγή Αλγερινών που διαδήλωναν για το δικαίωμά τους στην ανεξαρτησία».

 

Ποιος θα κυβερνήσει αυτό τον τόπο;

Ο Ahmed Βen Bella, με ρίζες από το Μαρόκο, ήταν ποδοσφαιριστής (είχε περάσει και από την Olympique Μασσαλίας) και πολέμησε με τις δυνάμεις της Γαλλίας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Ο Ahmed Βen Bella, με ρίζες από το Μαρόκο, ήταν ποδοσφαιριστής (είχε περάσει και από την Olympique Μασσαλίας) και πολέμησε με τις δυνάμεις της Γαλλίας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

 

Όμως τα δεινά της Αλγερίας δεν είχαν τελειώσει – κάθε άλλο. Η χώρα έμπαινε στη δίνη της «επόμενης ημέρας». Πολύ πριν κριθεί ο απελευθερωτικός αγώνας, ορισμένοι ήδη απέβλεπαν στην εξουσία και η διαμάχη μεταξύ πρώην συναγωνιστών μαινόταν. Η ελεύθερη περίοδος για την Αλγερία θα ξεκινούσε εντελώς στραβά.


Τρεις ήταν, σχηματικά, οι πρωταγωνιστές που διαμόρφωσαν την πολιτική κατάσταση στην Αλγερία τα επόμενα χρόνια και έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για όσα άσχημα επρόκειτο να ακολουθήσουν. Τα νήματα κινούσε παρασκηνιακά ο συνταγματάρχης Houari Boumédiène, επικεφαλής από το 1960 του Etat-Major, της ανώτατης στρατιωτικής αρχής. Η φράση του «Στόχος είναι η εξουσία» συνοψίζει την προσωπικότητα και τη δράση του. Προερχόμενος από οικογένεια φτωχών, αντιστασιακών χωρικών, είχε σπουδάσει δάσκαλος σε θρησκευτικά σχολεία, προτιμούσε να μιλά αραβικά και όχι γαλλικά και είχε υπηρετήσει σε διάφορα πόστα του FLN (όχι πάντως στην πρώτη γραμμή). Η εσωστρέφεια του χαρακτήρα του ήταν παροιμιώδης.


Η γνωριμία του με τον Abdelaziz Bouteflika θα ήταν μοιραία. Συνδέθηκαν αμέσως με στενή φιλία και ο Bouteflika, αν και μόνο δυο χρόνια μικρότερος, έγινε ο προστατευόμενος του Boumédiène. Ο Bouteflika ξεχώριζε για τη ρητορική δεινότητα, τη φυσική γοητεία και τη γνώση της γαλλικής, οπότε μέντορας και μαθητής αλληλοσυμπληρώνονταν. Ο Bouteflika εντάχτηκε στο FLN υπό την καθοδήγηση του Boumédiène, ο οποίος σύντομα του ανέθεσε την πρώτη μεγάλη διπλωματική αποστολή: να συναντήσει μυστικά στη Γαλλία τους ιστορικούς αρχηγούς του FLN και να εξασφαλίσει πολιτική υποστήριξη στα σχέδιά του Boumédiène. Ο Mohamed Boudiaf και ο Hocine Aït Ahmed, από τους ιδρυτές FLN και μέλη της Προσωρινής Κυβέρνησης (την οποία είχε σχηματίσει το FLN ως η κυριότερη αντιστασιακή οργάνωση από το 1958), απάντησαν με ένα ξερό όχι. Αλλά ο Ahmed Βen Bella δέχτηκε αμέσως. «Ο Boumédiène χρειαζόταν έναν πολιτικό και ο Ben Bella ένα όπλο» γράφει στα απομνημονεύματά του ένας παλιός συναγωνιστής.


Ο Ahmed Βen Bella, με ρίζες από το Μαρόκο, ήταν ποδοσφαιριστής (είχε περάσει και από την Olympique Μασσαλίας) και πολέμησε με τις δυνάμεις της Γαλλίας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Στο FLN είχε συμμετάσχει σε διάφορες αποστολές. Συχνά αναφέρεται η συμμετοχή του στην ένοπλη ληστεία στο ταχυδρομείο του Οράν με σκοπό τη χρηματοδότηση του αντιαποικιακού κινήματος – ο ίδιος δεν το αρνήθηκε ποτέ, αλλά δεν ισχύει, εκείνη την ημέρα βρισκόταν στο Αλγέρι. Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν πήρε μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, μετά το 1956 το μεγαλύτερο διάστημα ήταν φυλακισμένος.


Ο Boumédiène μαζί με τον Βen Bella δεν δίστασαν να στραφούν εναντίον των παλιών συντρόφων τους ανατρέποντας την Προσωρινή Κυβέρνηση. Ο Βen Bella επέστρεψε τότε θριαμβευτικά στην Αλγερία και έγινε πρωθυπουργός και γραμματέας του κόμματος. Με τον τρόπο αυτό οι στρατιωτικοί επιβλήθηκαν στο πολιτικό σκέλος του FLN και ο συσχετισμός αυτός θα ρύθμιζε από δω κι εμπρός το μέλλον της Αλγερίας.

 

Επικεφαλής πλέον ενός μονοκομματικού στρατιωτικού καθεστώτος, ο Βen Bella εφάρμοσε έναν ιδιότυπο σοσιαλισμό εθνικοποίησης των εδαφών των αποίκων και αρκετών βιομηχανιών και αυτοδιαχείρισης (σύμβουλός του στις μεταρρυθμίσεις ο Πάμπλο, ο Έλληνας ηγέτης του διεθνούς τροτσκιστικού κινήματος Μιχάλης Ράπτης), με αμφίβολα αποτελέσματα. Στη διεθνή σκηνή όμως η Αλγερία αναδείχτηκε στη Μέκκα του απανταχού αντιαποικιακού αγώνα. Το καλοκαίρι του 1965, δέκα χρόνια μετά την ιστορική διάσκεψη της Bandoeng στην Ινδονησία όπου οι χώρες του «τρίτου κόσμου» διακήρυξαν την απόφασή τους να μην ευθυγραμμιστούν με την πολιτική ούτε της ΕΣΔΔ, ούτε των ΗΠΑ, διοργανώθηκε στο Αλγέρι η Αφροασιατική Διάσκεψη και η Αλγερία διακήρυξε τον ηγετικό της ρόλο στην προώθηση της παναραβικής ιδέας.


Ο Boumédiène, αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης - υπουργός Άμυνας - επικεφαλής του Etat-Major και της Υπηρεσίας Πληροφοριών, επέβαλε στην κυβέρνηση τον προστατευόμενο και ο Bouteflika ανέλαβε υπουργός Νεότητας και Αθλητισμού. Την επόμενη χρονιά, το 1963, όταν ο Ben Bella εκλέχθηκε πρώτος πρόεδρος της «Ελεύθερης Αλγερίας», ο Bouteflika απέσπασε το υπουργείο Εξωτερικών και έγινε, 26 ετών, ο νεότερος υπουργός Εξωτερικών παγκοσμίως.


Ο ρόλος αυτός του χάρισε παγκόσμια εμβέλεια και διεθνή αναγνώριση. Ήταν ο πρώτος αλγερινός υπουργός Εξωτερικών που επισκέφτηκε επίσημα τη Γαλλία, επί των ημερών του στην προεδρία της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ ο Γιασέρ Αραφάτ εκφώνησε ως αρχηγός κράτους τον ιστορικό του λόγο, ο Τσε Γκεβάρα ήταν επίσημος καλεσμένος του στη «Μέκκα των επαναστατών», το Αλγέρι. Με το γαλάζιο διαπεραστικό βλέμμα και το χαρακτηριστικό μουστάκι του έγινε διεθνώς η εικόνα της ελεύθερης Αλγερίας.


Ο έλεγχος της κυβέρνησης πολύ γρήγορα είχε περάσει στην «ομάδα της Oujda». Έτσι λεγόταν η πόλη στο ανατολικό Μαρόκο όπου είχαν καταφύγει κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας πολλοί Αλγερινοί. Ήταν η γενέτειρα του Bouteflika, εκεί είχαν γνωριστεί με τον Boumédiène (στο χαμάμ της πόλης που είχε η μητέρα του Bouteflika). Κυρίως, ήταν η έδρα του πανίσχυρου Etat-Major, όπου γινόταν η διακίνηση οπλισμού και πληροφοριών με τις γείτονες χώρες και απ' όπου προέρχονταν πολλοί ισχυροί στρατιωτικοί παράγοντες της κυβέρνησης.


Ο Ben Bella, στην προσπάθειά του να περιορίσει την επιρροή της «ομάδας της Oujda» και να ανακτήσει τον έλεγχο των εξωτερικών υποθέσεων, απέπεμψε τον Bouteflika από την κυβέρνηση (οι φήμες λένε ότι του έδωσε κι ένα χαστούκι). Οργισμένος ο νέος ενημερώνει τον μέντορά του ο οποίος επέστρεψε πάραυτα από αποστολή στο Κάιρο και ανέτρεψε τον Ben Bella (συλλαμβάνοντάς τον την ώρα που επέστρεφε από ένα ποδοσφαιρικό αγώνα). Ένα κυριολεκτικά κινηματογραφικό πραξικόπημα: «Εκείνες τις ημέρες γυριζόταν η "Μάχη του Αλγερίου'" και τα τανκς του Ποντεκόρβο, του σκηνοθέτη της ταινίας, ήταν στους δρόμους. Νομίσαμε ότι ήταν κινηματογράφος, μόνο που αυτή τη φορά τα τανκς ήταν αληθινά». Οι άνθρωποι του Boumédiène ενημέρωσαν τον κόσμο λέγοντας «μην ανησυχείτε, γίνονται γυρίσματα». Μα πόση δειλία!

 

Ο Boumédiène αναζήτησε νομιμοποίηση στο FLN χαρακτηρίζοντας το πραξικόπημα «επαναστατική αποκατάσταση» και αυτο-ορίστηκε επικεφαλής του συγκεντρωτικού, μονοκομματικού και στρατιωτικού καθεστώτος. Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 1976 όρισε το FLN εγγυητή του καθεστώτος, αν και το κόμμα πια δεν είχε καμία σχέση με αυτό που ήταν στο παρελθόν.


Απόμακρος, υπολογιστής, βαθιά συμπλεγματικός, παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το θάνατό του στις 27 Δεκεμβρίου 1978 (από μια σπάνια αιματολογική ασθένεια) επιβάλλοντας καθεστώς δεύτερης «αποικιοκρατίας» – συνδυασμό στρατιωτικής γραφειοκρατίας και κρατικού καπιταλισμού.


Φυσικός του διάδοχος δεν θα ήταν άλλος από τον προστατευόμενό του, εκείνον που εκφώνησε τον επικήδειο του δικτάτορα συνταγματάρχη στο κοιμητήριο d'Al-Alia του Αλγερίου, την τελευταία κατοικία των ηρώων της χώρας. Όμως ο στρατός είχε άλλη γνώμη. Θέλοντας να απαλλαχθεί μια για πάντα από την ομάδα της Oujda, επέλεξε τον στρατηγό Chadli Bendjedid, διακοσμητικό πρόσωπο σε διακοσμητικό ρόλο.


Ο Bouteflika έπεσε σε δυσμένεια – παρέμεινε απλός σύμβουλος στην Κυβέρνηση πριν καθαιρεθεί από την κεντρική επιτροπή του FLN με την κατηγορία της κατάχρησης εξήντα εκατ. γαλλικών φράγκων. Ο πρώην δελφίνος αποσύρθηκε από το προσκήνιο, ταξίδεψε αρκετά χρόνια στο εξωτερικό (φροντίζοντας την υγεία του που είχε ήδη προβλήματα) και επέστρεψε στην Αλγερία κρατώντας χαμηλό προφίλ, αλλά δεν είχε πει την τελευταία του λέξη.

 

Η Αλγερινή άνοιξη και η Μαύρη Δεκαετία

Τον Οκτώβριο του 1988 η Αλγερία συγκλονίστηκε από μαζικές διαδηλώσεις με αίτημα τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Οι διαμαρτυρίες αντιμετωπίστηκαν με βίαιη καταστολή αφήνοντας εκατοντάδες νεκρούς, οδήγησαν όμως στη συνταγματική αναθεώρηση που παραχώρησε ορισμένες πολιτικές ελευθερίες.


Το 1991, στις πρώτες πολυκομματικές εκλογές της χώρας, το FLN υπέστη ταπεινωτική ήττα με το πρωτοεμφανιζόμενο ισλαμικό κόμμα FIS (Front islamique du salut) να επικρατεί στον πρώτο γύρο με μεγάλη διαφορά. Εκμεταλλευόμενοι τον φόβο των Ευρωπαίων για το σχηματισμό ισλαμικής κυβέρνησης, οι στρατιωτικοί επέβαλαν τη ματαίωση του δεύτερου γύρου των εκλογών και ανέθεσαν σε προσωρινή επιτροπή τη διακυβέρνηση της χώρας. Κυβέρνηση, στρατιωτικοί και μυστικές υπηρεσίες θα είναι πλέον οι τρεις αξεχώριστοι πυλώνες του καθεστώτος.


Όμως για να νομιμοποιηθεί η κατάσταση, έπρεπε να συντριβεί η ισλαμική απειλή, αλλά για να συντριβεί έπρεπε πρώτα να υπάρξει.


Μετά την απαγόρευση του FIS και τις συλλήψεις στελεχών του, διάφορες άλλες ισλαμικές ομάδες εμφανίστηκαν στο προσκήνιο κι από κοινού ξεκίνησαν την ισλαμική guerilla. Οι φονταμενταλιστές πραγματοποιούσαν βασανιστήρια, επιθέσεις, απαγωγές με στόχο την αστυνομία και το στρατό αλλά κυρίως τους άμαχους. Ξημερώματα πραγματοποιούσαν εφόδους σε αγροτικές κατοικίες σε απομονωμένα χωριά, σφαγιάζοντας και στραγγαλίζοντας ολόκληρες οικογένειες. Με το φως της ημέρας αποκαλυπτόταν η τρομακτική βία. Ανατίνασσαν εκρηκτικούς μηχανισμούς σε αγορές και άλλα πολυσύχναστα σημεία ενώ βαρύ φόρο αίματος πλήρωσαν πολλοί διανοούμενοι, ως εκπρόσωποι της πολυφωνίας που οι ισλαμιστές μισούσαν. Πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε το GIA (Groupe Islamique Armé) που κήρυξε τον πόλεμο στο FIS το 1994 – ενώ το δεύτερο είχε ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση. Το 1997 το FIS συνθηκολόγησε αλλά οι επιθέσεις του GIA συνεχίστηκαν.


Ο ρόλος του GIA αμφισβητείται και η οργάνωση κατηγορείται σήμερα ως όργανο που χρησιμοποίησε η χούντα των στρατιωτικών για να εκβιάζει τρομοκρατικά τον πληθυσμό: «Εμείς ή το χάος».

 

Επίμονες έρευνες, όπως αυτή των δημοσιογράφων Lounis Aggoun και Jean-Baptist Rivoire, («Γαλλοαλγερία: Εγκλήματα και Ψεύδη του Κράτους», εκδ. La Découverte) κατέδειξαν ότι τις επιθέσεις δεν πραγματοποιήθηκαν από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό αλλά από τις μυστικές υπηρεσίες της Αλγερίας στο πλαίσιο των εσωτερικών πολιτικών συγκρούσεων. Η έρευνα παρουσιάζει πώς από το 1980 μια μικρή ομάδα αλγερινών στρατιωτικών κατέλαβε σταδιακά την εξουσία, ενσωμάτωσε τη διαφθορά στη διακυβέρνηση και στη συνέχεια εργαλειοποίησε το ριζοσπαστικό ισλάμ. Μέλη των μυστικών υπηρεσιών παρεισέφρεαν συστηματικά σε ομάδες εξεγερμένων ισλαμιστών όπως η GΙΑ ή στη συνέχεια πραγματοποιούσαν οι ίδιοι τρομοκρατικές επιθέσεις παριστάνοντας τους ισλαμιστές.


Όταν το 1995 ο βρώμικος πόλεμος άρχισε να φθίνει, οργανώθηκε συνάντηση από την ιταλική κυβέρνηση με τη συμμετοχή των πολιτικών κομμάτων της Αλγερίας για την παύση της βίας, την επαναφορά του κράτους δικαίου και την απομάκρυνση των στρατιωτικών από την πολιτική ζωή της χώρας. Η προγραμματική συμφωνία έφερε σε δύσκολη θέση τους αδίστακτους συνταγματάρχες που μπροστά στο αδιέξοδο κατέφυγαν σε προβοκάτσια: οι μυστικές υπηρεσίες εξαπέλυσαν τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον γαλλικών στόχων τόσο στη Γαλλία, όσο και στην Αλγερία (μεταξύ άλλων, βομβιστικές επιθέσεις στο μετρό στο Παρίσι), με σκοπό να ασκήσουν πίεση στη Γαλλία και να διατηρηθούν στην εξουσία. Το αντι-ισλαμικό ντελίριο που ξέσπασε ανάγκασε τη γαλλική κυβέρνηση να αποστασιοποιηθεί από τη συμφωνία της Ρώμης και να εξακολουθήσει να στηρίζει τη στρατιωτική χούντα.


Όλα αυτά διαφέρουν πολύ από το μιντιακό κατασκεύασμα που περιγράφει τη μαύρη δεκαετία ως πόλεμο των φονταμενταλιστών εναντίον του στρατού - υπερασπιστή της ελευθερίας. Αποκαλύπτουν μια τεράστια μηχανή θανάτου και παραπληροφόρησης, με ασύλληπτα για τον κοινό νου γρανάζια, που στήθηκε για να αποκρύψει από την κοινή γνώμη στη Δύση την πραγματική αιτία για την οποία οι συνταγματάρχες πολεμούσαν εναντίον του λαού τους: να παραμείνουν πάση θυσία στην εξουσία και να απομυζούν τα κρατικά ταμεία του πετρελαίου.

 

Και ξανά Bouteflika

Ο Ζακ Σιράκ σε επίσκεψή του στην Αλγερία το 2003 διασχίζει τους δρόμους μαζί με τον Abdelaziz Bouteflika. Φωτο: Getty Images/IDEAL IMAGE
Ο Ζακ Σιράκ σε επίσκεψή του στην Αλγερία το 2003 διασχίζει τους δρόμους μαζί με τον Abdelaziz Bouteflika. Φωτο: Getty Images/IDEAL IMAGE

 

Όταν η κατάσταση αυτή έκλεισε τον κύκλο της, οι συνταγματάρχες κατέφυγαν σε ένα νέο ελιγμό. Επανέφεραν στην πολιτική σκηνή τον Bouteflika ως τον έγκριτο, ικανό πολιτικό που μπορούσε να εγγυηθεί την εθνική συμφιλίωση ενώ οι ίδιοι θα συνέχιζαν να σφετερίζονται την εξουσία.


Παραμονή των προεδρικών εκλογών της 5ης Απριλίου 1999, έξι από τους εφτά υποψήφιους αποσύρθηκαν καταγγέλλοντας νοθεία, με αποτέλεσμα την εκλογή του Μπουτεφλίκα ως «ανεξάρτητου και συναινετικού» μοναδικού υποψήφιου με 73,8% (σύμφωνα με την αντιπολίτευση ότι η συμμετοχή στις εκλογές δεν ήταν μεγαλύτερη από 30%).


Το πρώτο μέλημα του Προέδρου ήταν να υλοποιήσει το σχέδιο του στρατού για εθνική συμφιλίωση θέλοντας να αμβλύνει τις εντυπώσεις της ανώμαλης εκλογής του και να δημιουργήσει προς το εξωτερικό την εικόνα του ειρηνοποιού. Μετά από διαδοχικά δημοψηφίσματα για την εθνική συμφιλίωση και την ειρήνη (ποιος θα ψήφιζε κατά;) παραχώρησε γενική αμνηστία σε ισλαμιστές και στρατιωτικούς άνευ ετέρου.


Υιοθετώντας το στυλ διακυβέρνησης του μέντορά του, απευθυνόταν στο λαό υψώνοντας τον τόνο της φωνής και χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι, προτιμούσε τη θέση του συνοδηγού κι όχι το πίσω στα κρατικά αυτοκίνητα ενώ πέπλο μυστηρίου τυλίγει το θέμα της υγείας και της οικογενειακής του κατάστασης.


Επί των ημερών του η χώρα κυβερνήθηκε με πλήρη αδιαφάνεια, διαφθορά και πελατειακό σύστημα. Οι προτάσεις για μεταρρυθμίσεις που είχε υποσχεθεί έμπαιναν κατευθείαν στο συρτάρι. Πάγωσε τη λειτουργία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (για το οποίο ένιωθε μίσος από την εποχή των κατηγοριών σε βάρος του για υπεξαίρεση) με αποτέλεσμα την πλήρη απουσία ελέγχου στις δημόσιες δαπάνες. Αγνοούσε επιδεικτικά τους βουλευτές και τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και αναθεώρησε το Σύνταγμα κατά το δοκούν και χωρίς διαβούλευση. Απομάκρυνε όλα τα στελέχη που θεωρούσε «επικίνδυνα» και καταδίωξε εκδικητικά τους δημοσιογράφους που του άσκησαν κριτική.


Τα ερείσματά του Bouteflika στην εξουσία ήταν κυρίως δύο: η υψηλή τιμή του πετρελαίου που εξαγόραζε την ανοχή των Αλγερινών με επιδοτούμενες κατοικίες και θέσεις εργασίας (εξ ου και το baby boom και ο νεαρός μέσος όρος ηλικίας σήμερα) και ο φόβος των ανθρώπων που είχαν ζήσει τις απόλυτα τρομαχτικές εμπειρίες των προηγούμενων ετών.


Μετά το 1999 επανεξελέγη ακόμα τρεις φορές (2004, 2009 και 2014) με ποσοστό κάθε φορά μεταξύ 80-90% και είναι ο μακροβιότερος Πρόεδρος της Αλγερίας. Μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο το 2013 βρίσκεται σε αναπηρική καρέκλα, οι δημόσιες εμφανίσεις του είναι σπάνιες και απευθύνεται στο λαό μέσω μηνυμάτων που διαβάζονται από τρίτους. Κι όμως, στις 11 Φεβρουαρίου 2019 ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά του για την 5η προεδρική θητεία.

 

2019 – είκοσι χρόνια μετά

Σε μια χώρα όπου η μέση ηλικία είναι τα 27,3 χρόνια, ένας στους τρεις νέους είναι άνεργος και το εκπαιδευτικό σύστημα δεν συμβάλλει στην αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας. Φωτο: EPA/MOHAMED MESSARA
Σε μια χώρα όπου η μέση ηλικία είναι τα 27,3 χρόνια, ένας στους τρεις νέους είναι άνεργος και το εκπαιδευτικό σύστημα δεν συμβάλλει στην αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας. Φωτο: EPA/MOHAMED MESSARA

 

Σήμερα όμως η κατάσταση έχει αλλάξει. Κατ'αρχήν, η οικονομία της Αλγερίας είναι έτοιμη να καταρρεύσει, θύμα της «ολλανδικής ασθένειας», κατά την οποία η αφθονία των φυσικών πόρων οδηγεί στη μείωση της βιομηχανίας και των άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Η οικονομία εξαρτάται πλήρως από τους υδρογονάνθρακες (97% των εξαγωγών και 60% των εσόδων του κράτους), οπότε η πτώση της τιμής του πετρελαίου από το 2014 και μετά έχει τρομακτικές συνέπειες. Το δινάριο βρίσκεται στα όρια του υπερπληθωρισμού και η Παγκόσμια Τράπεζα κατέταξε την οικονομία της Αλγερίας στη 157η θέση σε σύνολο 190 χωρών.


Αντί για μεταρρυθμίσεις στη βιομηχανική πολιτική και το σύστημα κρατικής χρηματοδότησης, το κατεστημένο προσπάθησε να κερδίσει χρόνο αναζητώντας νέους εξαγωγικούς προορισμούς, όπως η Κίνα, να βάλει χέρι στα αποθέματα (σε λίγο διάστημα εξανεμίστηκαν κατά το ήμισυ) και να περιορίσει τις εισαγωγές σε εκατοντάδες προϊόντα δημιουργώντας ακόμη περισσότερη διαφθορά και μαύρη αγορά. Εφαρμόστηκαν επίσης μέτρα λιτότητας – που δεν επηρέασαν πάντως την κατασκευή του Djamaâ El-Djazaïr, του Μεγάλου Τζαμιού του Αλγερίου με 265 μέτρα ύψος που κόστισε τρεις φορές περισσότερο από τα προβλεπόμενα και είναι το φαραωνικό έργο του Bouteflika.

 

Σε μια χώρα όπου η μέση ηλικία είναι τα 27,3 χρόνια, ένας στους τρεις νέους είναι άνεργος και το εκπαιδευτικό σύστημα δεν συμβάλλει στην αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας. Επιπλέον, οι γενιές αυτές δεν έχουν βιώσει προσωπικά τις τραυματικές εμπειρίες της μαύρης δεκαετίας και μην έχοντας ζήσει κάτι άλλο εκτός το μονοκομματικό καθεστώς των τελευταίων τριάντα ετών επιθυμούν τώρα να αλλάξουν τα πράγματα.


Η αναγγελία της 5ης υποψηφιότητας του προέδρου-φάντασμα τον περασμένο Φλεβάρη, όσο κι αν ήταν προκλητική, ήταν αναμενόμενη, αλλά οι διαδηλώσεις αιφνιδίασαν τους πάντες. Τέσσερις μήνες μετά οι διαδηλώσεις διατηρούν την ίδια δυναμική και μαζική συμμετοχή. Στο κίνημα που γεννιέται, δεν υπάρχουν ακόμα αρχηγοί και ηγέτες που θα προκαλούσαν τη διάσπαση. Επικρατεί τεράστια δυσπιστία για τα κόμματα˙ στην Αλγερία υπάρχει πλήθος κομμάτων, τα περισσότερα από τα οποία χρηματοδοτούνται από το καθεστώς για να το καλύπτουν. Εννοείται ότι από το FLN εδώ και χρόνια δεν έχει απομείνει τίποτα που να θυμίζει το ένδοξο παρελθόν του. Τα θρησκευτικά κόμματα έχουν απαγορευτεί από το Σύνταγμα, με την εξαίρεση του Mouvement de la Société pour la Paix – το οποίο όμως έχοντας συμμετάσχει στις κυβερνήσεις έως το 2011 δεν μπορεί να βγει ενισχυμένο από την εξέγερση (όπως έγινε με το FIS το 1992). Πιο δύσκολο είναι να προβλέψει κανείς τις κινήσεις των συνταγματαρχών που έχουν διαπράξει εγκλήματα και καταχραστεί τη δημόσια περιουσία, αλλά είναι βέβαιο ότι θα κάνουν τα πάντα για να μη χάσουν τον έλεγχο.


Οι διεθνείς εξελίξεις και οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί, όπως λ.χ. η προέλαση στη Λιβύη του χρηματοδοτούμενου από τη Σαουδική Αραβία στρατηγού Αφτάρ, η δεδομένη στήριξη της Αλγερίας στους Παλαιστίνιους που νευριάζει το Ισραήλ, το βασίλειο του Μαρόκου που έχει κάθε λόγο να νιώθει νευρικότητα, η στάση της Γαλλίας που τηρεί σιγή ιχθύος και σίγουρα τα συμφέροντά της θα βγουν ζημιωμένα (βλ. φήμες που οργιάζουν για δωρεάν φυσικό αέριο από την Αλγερία), θα επηρεάσουν δίχως άλλο την κατάσταση.


Σύμφωνα με το Σύνταγμα της χώρας (που έχει τροποποιηθεί κατ'επανάληψη ανάλογα με τα σχέδια του Bouteflika) «ο Πρόεδρος της Γερουσίας αντικαθιστά τον Πρόεδρο σε περίπτωση αδυναμίας ή κωλύματος επί 90 ημέρες", ο τωρινός όμως είναι στο στόχαστρο των διαδηλωτών που ζητούν να διενεργηθούν εκλογές από ανεξάρτητους πολιτικούς κι όχι από αυτούς που συνεργάστηκαν με το καθεστώς.

 

Όμως, θα γίνει κάτι τέτοιο; Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση και η τυραννία έχει πολλά ποδάρια. Το μόνο βέβαιο, κι αυτό είναι βιωμένο στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, είναι η κατάκτηση της ελευθερίας θέλει πολύ αγώνα, τίποτα δεν χαρίζεται και μια λεπτή γραμμή χωρίζει τον περήφανο και γενναίο λαό της Αλγερίας από την ιστορική του δικαίωση.


Όπως είχε πει σε ανάλογη περίπτωση ο Νέλσον Μαντέλα, που θαύμαζε απεριόριστα τον αγώνα της ανεξαρτησίας της Αλγερίας και έλαβε από τους αλγερινούς μαχητές επαναστατική εκπαίδευση, «Πάντα δείχνει αδύνατο, μέχρι να γίνει».