Ξαπλωμένος, συνήθως μέσα σε αυτοκίνητα: ο Ναμπόκοφ σπανίως εργαζόταν στο γραφείο
Ξαπλωμένος, συνήθως μέσα σε αυτοκίνητα: ο Ναμπόκοφ σπανίως εργαζόταν στο γραφείο

 

Η φήμη της κινηματογραφικής εκδοχής της «Λολίτας» του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ έχουν δημιουργήσει την αίσθηση ότι ο δημιουργός της ήταν ένας φιλήδονος συγγραφέας που εκτόνωνε τα απαγορευμένα του ένστικτα, ταλαιπωρώντας τους ήρωες του βιβλίου του.

 

Καμία σχέση. Ο Ναμπόκοφ από την εποχή που ακόμη εργαζόταν ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ είχε τη φήμη του μισάνθρωπου, μια φήμη που με τα χρόνια έπαιρνε τη μορφή ενός δυσάρεστου γέρου που καμάρωνε για τις αντιπάθειες, τις αντιπαραθέσεις και τη φαρμακερή του γλώσσα.

 

To trailer της ιστορικής, πρώτης κινηματογραφικής μεταφοράς της Λολίτας, απ' τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ

 

 

Πιο αργός κι απ’ τον Φλωμπέρ στο γυάλισμα κάθε λέξης, συστηματικός, εμμονικός, τελειομανής, κάποτε σε κατάσταση απόγνωσης παραλίγο να πετάξει στη φωτιά τα πρώτα κεφάλαια του λογοτεχνικού του νυμφιδίου που του εξασφάλισε τη δόξα και το πέρασμα στο ράφι με τους αθάνατους της συγγραφικής τέχνης.

 

Και θα το είχε κάνει. Η κακομοίρα η «Λο», σε όλη την άτσαλη, ανεπαίσχυντη ακμή της και το απαγορευμένο ερωτικό παραλήρημα του Χάμπερτ θα είχαν γίνει αποκαΐδια, χωρίς την έγκαιρη μεσολάβηση της Βέρα, της συζύγου του Ναμπόκοφ, που είχε το νου της σε τέτοια ξεσπάσματα και φρόντισε να του αρπάξει τα χειρόγραφα εγκαίρως.

 

Κάποτε, το πρωτόλειο χειρόγραφο για το λογοτεχνικό νυμφίδιο, που κινηματογραφικά ενσάρκωσε η Ντομινίκ Σουέιν, παραλίγο να πεταχτεί στη φωτιά
Κάποτε, το πρωτόλειο χειρόγραφο για το λογοτεχνικό νυμφίδιο, που κινηματογραφικά ενσάρκωσε η Ντομινίκ Σουέιν, παραλίγο να πεταχτεί στη φωτιά

 

Bιογράφοι και πηγές τον θέλουν –άνθρωπο – με παραξενιές: βαθιά μοναχικό, μόνιμα θλιμμένο, εξαιτίας του ξεριζωμού του από την πατρίδα του Ρωσία, πολέμιο της τζαζ, των βρυχηθμών της μοτοσυκλέτας, των νάιτ κλαμπ, πολλών συγγραφέων του καιρού του και όχι μόνο, μεταξύ των οποίων, ο Καμύ, ο Φώκνερ, ο Πάουντ, ο Λόρκα, ο Μπαλζάκ..!

 

Σχεδόν, αναρωτιέται, κανείς αν συμπαθούσε κάποιον αυτός ο άνθρωπος, αν τον ευχαριστούσε κάτι σ’ αυτή τη ζωή. Μα, φυσικά: λάτρευε τις πεταλούδες και εκτιμούσε κάπως το έργο του Χένρι Τζέιμς και του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ. Και αγαπούσε το ποδόσφαιρο.

 

Όταν στα 1939 εμπνέεται για τη δημιουργία μίας ερωτικής ιστορίας ανάμεσα σε έναν μεσήλικα και την κόρη μιας ετοιμοθάνατης γυναίκας, που παντρεύεται και ανέχεται, μόνο και μόνο για βρίσκεται κοντά στην μικρή, λίγοι οσμίζονται το σκάνδαλο. Ουδείς υποθέτει ότι η ιστορία που γράφει ασυναρμολόγητα σε κάρτες ευρετηρίων, ξαπλωμένος μέσα σε αυτοκίνητα (εκεί βολευόταν!) ο Ναμπόκοφ είναι μια ιστορία που αφορά μια ανήλικη, ασχημάτιστη κοπελίτσα, μια σαφέστατη, άκρως ενοχλητική αναφορά στην παιδοφιλία.

 

 

 

Όταν αργότερα αποφασίζει να μεταφέρει την ιστορία από το ασφαλές τρίτο ενικό πρόσωπο του παρατηρητή στο πρώτο ενικό του δρώντος υποκειμένου, η οσμή και μόνο του σκανδάλου θα τον αναγκάσει να προχωρήσει σε δηλώσεις, με κυριότερη ότι το σεξ ως θεσμός του φαίνεται βαρετός…

 

Ακριβώς, χάρη στο σκανδαλώδες πόνημα του, θα γίνει παγκοσμίως γνωστός στα 56 του, γεγονός για το οποίο κάποτε θα απολογηθεί δημοσίως και πάλι, όμως, με κάποια αλαζονεία: «Σκέφτομαι σαν ιδιοφυία, γράφω σαν διακεκριμένος συγγραφέας και μιλάω σαν παιδί», θα πει σχετικά. Λέγεται ότι δύο πράγματα μπορούσαν να τον εκνευρίσουν ασύλληπτα: η σύγκριση του με τον Ντοστογιέφσκι, τον οποίο θεωρούσε «φτηνό, χυδαίο και αδέξιο αισθησιαστή». Λέγεται επίσης ότι σε όποιον είχε το θάρρος – μετά και από τέτοιους χαρακτηρισμούς – να συνεχίζει τις συγκρίσεις, απαντούσε με τη λεπτή αισθησιακή γλώσσα της εισαγωγής στη «Λολίτα»:

 

«Λολίτα, φως της ζωής μου, φωτιά των λαγόνων μου. Άμαρτημά μου εσύ, ψυχή μου. Λο – λί – τα: η ακρούλα της γλώσσας να έρπει τρεις φορές, τρία βήματα στον ουρανίσκο πριν ραπίσει, τρις, τους κοπτήρες. Λο. Λί. Τα.
Λο, σκέτη Λο, τα πρωινά, ένα σαράντα εφτά και με χαμένη τη μια κάλτσα. Λόλα με το παντελονάκι. Ντόλυ στο σχολείο. Ντολόρες στο χαρτί, στη διακεκομμένη γραμμούλα. Μα στην αγκαλιά μου πάντοτε Λολίτα».

 

 

 

Γιατί, εκτός των άπειρων άλλων, ο Ναμπόκοφ σιχαινόταν και τα μαθήματα περί «απλής και ειλικρινούς τέχνης». Για εκείνον όλα, και κυρίως τα πιο δυνατά αισθήματα και τα πιο αυθεντικά, «σήκωναν» δουλειά, εκζήτηση, σμίλεμα. «Στην υψηλή τέχνη και την καθαρή επιστήμη, η λεπτομέρεια ήταν το παν», έλεγε. Και μπορεί να είχε και δίκιο. Τη «μούσα» του, λένε, που τον οδήγησε σ’ αυτή την υψηλή τέχνη, τη συνάντησε στο Γουέλσλι Κόλετζ, εκεί που οι alumnae, θυγατέρες πλουσίων και αριστοκρατικών οικογενειών κυκλοφορούσαν με σορτς και ύφος γεμάτο επιτήδευση.

 

Εκείνος πεθαίνει σαν σήμερα το 1977. Το έργο του αποκτά δεύτερη ζωή και «πρόσωπο» χάρη στον Κιούμπρικ, αλλά και τρίτη το 1997, όταν βγαίνει στους κινηματογράφους με τον Άιρονς, τη Σουέιν και τη σπουδαία ατμοσφαιρική μουσική του Μορικόνε ως κατάλληλη υπόκρουση μίας πραγματικής ερωτικής τραγωδίας.  

 

(Και ένα σπάνιο βίντεο από τις πρόβες του Άϊρονς με τη μελαχρινή ακόμη Ντομινίκ Σουέιν).

 

ΠΗΓΕΣ:

-          Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, «Λολίτα»,  Εκδόσεις Πατάκη, 2012

-          Χαβιέρ Μαριάς, «Γράφοντας τις ζωές των άλλων», Εκδόσεις Πατάκη, 2010