ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΤΙΘΕΤΑΙ σε εφαρμογή σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τη Βόρεια Ελλάδα –και ειδικότερα για τη συμπρωτεύουσα, που αναδεικνύεται, δυστυχώς, σε πρωτεύουσα της υγειονομικής κρίσης–, με άμεση την προοπτική ενός απόλυτου lockdown, εμείς εδώ «χάμω» βιώνουμε μια περίεργη και ανισόπεδη δεύτερη καραντίνα που δεν μοιάζει και πολύ με την πρώτη, ούτε ως συνθήκη ούτε ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

 

Τις εργάσιμες ώρες της ημέρας η βοή της πόλης και η κυκλοφορία στους δρόμους φαίνονται να κινούνται σε επίπεδα κανονικότητας και μόνο οι μάσκες στα πρόσωπα των ανθρώπων θα υποδήλωναν σε κάποιον ταξιδιώτη του χρόνου, ο οποίος προσγειώθηκε ξαφνικά στο σήμερα από το μακρινό 2019, ότι κάτι αόριστα «κλινικό» συμβαίνει – υποψία που επιβεβαιώνεται αργά το βράδυ, όταν πέφτει ξαφνικά μια ασυνήθιστη σιωπή.


Τότε είναι που πιάνει δουλειά στα πληκτρολόγια η νυχτερινή βάρδια των σχολιαστών της ζοφερής επικαιρότητας, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά και ξερνώντας ατζέντα και προκατάληψη (σύσταση που θα πρέπει ίσως να θεσμοθετηθεί με νόμο: μακριά όσο γίνεται από τα social media σε κρίσιμες περιστάσεις). Είναι οι μονίμως καχύποπτοι, οι αμφισβητίες, οι επικριτές των πάντων, εκείνοι που μοιάζουν να βρίσκονται ανά πάσα στιγμή στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, συνήθως όμως είναι επιμελημένη και προκάτ η αγανάκτησή τους.

 

Είναι οι μονίμως καχύποπτοι, οι αμφισβητίες, οι επικριτές των πάντων, εκείνοι που μοιάζουν να βρίσκονται ανά πάσα στιγμή στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, συνήθως όμως είναι επιμελημένη και προκάτ η αγανάκτησή τους.


Ανάμεσά τους και οι βιτσιόζοι της απαγόρευσης (γενικώς), της τυπολατρίας και της άτεγκτης νομιμοφροσύνης ως μοναδικoύ θεραπευτικού μέσου πάσας νόσου και πάσας μαλακίας της ανυπάκουης και απείθαρχης φυλής μας – ένα είδος συμπολιτών μας που αυτοπροσδιορίζονται ως αορίστως προοδευτικοί και φιλελεύθεροι, εμφανίζονται όμως συχνά σαν να ονειρεύονται τη μέρα εκείνη που θα εγκαθιδρυθεί επιτέλους μια «πεφωτισμένη» δικτατορία η οποία θα δώσει τέλος μια για πάντα στην ανομία και στο έλλειμμα ατομικής ευθύνης (όρος που έχει μολυνθεί τόσο πολύ αυτές τις μέρες από την πολλαπλή και βάναυση εργαλειοποίησή του, ώστε μοιάζει αδύνατο να χρησιμοποιηθεί ξανά στο μέλλον χωρίς να προκαλεί μειδίαμα σαρκασμού και ρίγος δυσανεξίας).

 

«Δυστυχώς, δεν προσέξαμε», όπως δήλωσε και ο υπουργός Υγείας (πάλι καλά που μετριοπαθώς χρησιμοποίησε πρώτο πληθυντικό αντί για δεύτερο) στην τελευταία από τις αραιές και έκτακτες εμφανίσεις του κατά την πανδημία.


Με το δεύτερο αυτό lockdown θυμηθήκαμε ξαφνικά και τη μοίρα των λεγόμενων «μικρομάγαζων» που επλήγησαν ανεπανόρθωτα με την οικονομική κρίση και τώρα, με την πανδημία, αντιμετωπίζουν την πλήρη εξόντωση, είτε επειδή έπρεπε να κλείσουν (κάποια προσωρινά, πολλά όμως οριστικά) είτε επειδή, όπως φαίνεται να αποδέχεται υποκριτικά και η κυβέρνηση, αντιμετωπίζουν τον «αθέμιτο ανταγωνισμό» των μεγάλων αλυσίδων και των σούπερ μάρκετ.


Έχει ένα ενδιαφέρον το πόσο παραμένει ακόμα σύμβολο αποξένωσης και καταναλωτικού ολοκληρωτισμού η ιδέα του σούπερ μάρκετ (δεν είναι τυχαίο το ότι αποκαλούνται υποτιμητικά «σούπερ μάρκετ τέχνης» οι μεγάλοι πολιτιστικοί χώροι ή «σούπερ μάρκετ βιβλίου» τα μεγάλα βιβλιοπωλεία), παρότι αποτελεί ένα βασικό πεδίο κοινωνικότητας στην καθημερινότητα του lockdown, ως ο βασικός χώρος καθημερινής συνύπαρξής μας μέσα σε αυτήν τη συνθήκη κοινωνικής αποστασιοποίησης – για την οποία, αν έγραφα ένα ποίημα, θα ξεκινούσε ίσως με στροφή σαν αυτή:

 

«Εμένα φίλοι μου είναι τα κορίτσια στο Everest / το παιδί στο περίπτερο / ο κύριος Γιώργος ο φαρμακοποιός / και οι ταμίες στο σούπερ μάρκετ».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.