ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΑΝΤΙΠΕΡΙΣΠΑΣΜΟΥΣ στην επικαιρότητα, βρέθηκα χωρίς να καταλάβω πώς ακριβώς, σ' ένα πρόσφατο κομμάτι του BBC Future (που δεν είναι και τόσο φουτουριστικό στην πραγματικότητα, τα μισά άρθρα έχουν να κάνουν με τον Δαρβίνο και τους Νεάντερταλ) για την ιστορία του στυλό διαρκείας (ή μπίλιας) και ειδικότερα για την γενεαλογία, την αξιοθαύμαστη αντοχή και την λειτουργική και σχεδιαστική τελειότητα του κλασικού Bic Cristal, του πιο κοινού εργαλείου γραφής στον κόσμο. Πρόχειρης και «ευτελούς» γραφής, έστω. Υπάρχει κανείς άνθρωπος στον πλανήτη που να μην έχει καναδυό τέτοια στυλό να περιφέρονται τριγύρω, ακόμα και στην εποχή απόλυτης επικράτησης του πληκτρολογίου;


Στο άρθρο αποσιωπάται ο γνώριμος (για εμάς τους παλιότερους τουλάχιστον) εφιάλτης του «κουνημένου» Bic με το απελευθερωμένο μελάνι να σου κάνει την τσέπη ή την τσάντα άχρηστες, πέρα από αυτές τις παράπλευρες απώλειες όμως (για τις οποίες εμείς φταίγαμε, δεν έφταιγε το στυλό, ούτε η μπίρα φταίει που σκάει παντού όταν ανοίγουμε κουνημένο κουτί) είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο αυτό το αιώνιο, αθάνατο, τοτεμικό σχεδόν παρά την ευτελή του υπόσταση, αντικείμενο. Μοιάζει με μια πανταχού παρούσα οντότητα, τώρα που το κοιτάζω πίσω από κάτι χαρτιά στο γραφείο μου. Συγχρόνως βέβαια, αποτελεί μόνιμο έκθεμα στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (ΜοΜΑ) της Νέας Υόρκης.

 

Μέχρι το 2006, είχαν πουληθεί πάνω από εκατό δισεκατομμύρια. Τόση αναλώσιμη πλαστικούρα φυσικά δεν θα μπορούσε παρά να είναι κατάφωρα επιβαρυντική για το περιβάλλον. Πάνω από 1,6 εκατομμύρια τέτοια στυλό πετάγονται κάθε χρόνο μόνο στις ΗΠΑ.


Λένε ότι το πραγματικά σπουδαίο design είναι αόρατο σχεδόν, έχει την υπερδύναμη να αφομοιώνεται και να εξαφανίζεται. Το στυλό Bic υπακούει σαφώς σ' αυτό το αξίωμα αποτελώντας υπόδειγμα υψηλού design παρότι –ή μήπως επειδή;– είναι ένα από τα πιο φτηνά πράγματα που μπορεί κανείς να αγοράσει. Γύρω στα 3 ευρώ κοστίζει η συσκευασία των δέκα στα ελληνικά σουπερμάρκετ, και αν υπολογίσει κανείς το υψηλό προσδόκιμο ζωής τους, μπορεί και να μη χρειαστεί να ξαναπάρεις ποτέ ξανά.


Όπως δηλώνει στον συντάκτη του άρθρου ο Καναδός δημοσιογράφος και συγγραφέας του βιβλίου The Revenge of Analog («Η εκδίκηση του αναλογικού»), David Sax, «το στυλό διαρκείας ήταν το αντίστοιχο του σημερινού smartphone. Πριν από το στυλό, το γράψιμο ήταν μια στατική πράξη που υποχρεωτικά συνέβαινε σε συγκεκριμένο περιβάλλον, σε συγκεκριμένο τύπο γραφείου όπου βρίσκονταν και τα υπόλοιπα σύνεργα της γραφής. Το στυλό διαρκείας έκανε το γράψιμο δραστηριότητα που μπορεί να συμβεί κυριολεκτικά οπουδήποτε».

 

Για κάποιο λόγο που μάλλον έχει να κάνει με αυθαίρετα εθνικά στερεότυπα, πάντα πίστευα ότι τα προϊόντα Bic είναι γερμανικά (ξυραφάκια, αναπτήρες, στυλό, μαζική παραγωγή, αυστηρό design, μηδέν φρου-φρου, υψηλή πρακτικότητα, ακόμα και το ίδιο το «στεγνό» όνομα), ενώ βεβαίως είναι γαλλικά, όπως μόλις πληροφορήθηκα, εβδομήντα χρόνια μετά από την πρώτη κυκλοφορία του Bic Cristal.

 

 

Από τότε και μέχρι το 2006, είχαν πουληθεί πάνω από εκατό δισεκατομμύρια. Τόση αναλώσιμη πλαστικούρα φυσικά δεν θα μπορούσε παρά να είναι κατάφωρα επιβαρυντική για το περιβάλλον. Σύμφωνα με το άρθρο, πάνω από 1,6 εκατομμύρια τέτοια στυλό πετάγονται κάθε χρόνο μόνο στις ΗΠΑ.


Κάπου είχα διαβάσει παλιότερα ότι η εταιρεία, θορυβημένη από τους θανάτους που είχαν καταγραφεί εξαιτίας της κατάποσής καπακιών από στυλό, είχε σχεδιάσει την τρύπα στο καπάκι (ή καπέλο) του Cristal, προκειμένου να επιτρέπει, σε τέτοιο ενδεχόμενο, την είσοδο οξυγόνου στον οργανισμό, έτσι ώστε να μη φράξουν οι αεραγωγοί, μέχρι τις πρώτες βοήθειες.

 

Θα πρέπει να έχω δαγκώσει νευρικά ή αφηρημένα πολλά τέτοια καπάκια στη ζωή μου, παλιότερα ειδικά που το στυλό αποτελούσε εξάρτημα του χεριού σχεδόν. Δεν θυμάμαι να έχω καταπιεί κανένα ποτέ. Έχω πάει όμως στο νοσοκομείο εξαιτίας ατυχήματος με τέτοιο καπάκι, και μάλιστα δύο φορές και σε απόσταση μερικών μόνο μηνών μεταξύ τους. Και τις δύο φορές είχε χωθεί το καπάκι μέσα στο αυτί μου και δεν έβγαινε με τίποτα. Και τις δύο φορές εφημέρευε στον Ευαγγελισμό ο ίδιος ΩΡιΛάς.

 

Την πρώτη φορά με καθησύχασε λέγοντας ότι πρόκειται για κοινό ατύχημα, την δεύτερη όμως που με θυμήθηκε από την πρώτη, του ήταν αδύνατο να συγκρατήσει τον σαρκασμό του. Τουλάχιστον δεν είχε ουρά και όλα έληξαν πολύ γρήγορα. Καθώς έφευγα, τον άκουσα να με ρωτάει, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια του: «Το καπάκι δεν θα το πάρεις;»