AKOYΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ↓

 




ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΑ
  χρόνια, στη νηπιακή ηλικία του ελληνικού Ίντερνετ, υπήρχε μόνο το in.gr και καμιά δεκαριά sites που πάσχιζαν να πετύχουν. Δεν ήταν εύκολος αγώνας, ούτε καθαρός. Οι παίκτες, ωστόσο, ήταν διακριτοί. 

 

Εμφανίστηκε τότε από το πουθενά ένα σάιτ άγνωστο, ενός ανθρώπου που δεν ήταν καν δημοσιογράφος, αλλά γιατρός, το οποίο αποφάσισε να απονέμει βραβεία του ελληνικού Ίντερνετ ‒ κάτι σαν τα webbies. Με όρους του ποδαριού, από μόνο του συνέταξε τη shortlist των «πετυχημένων sites» και μετά φώναξε τέσσερις επίσης περίεργους κριτές να αποφασίσουν ποια sites είναι σημαντικά και ποια όχι, σε μια ημιγκλάμορους τελετή στην Τεχνόπολη.

 

Είχα θυμώσει τότε. Όχι διότι το LIFO.gr (που τότε είχε αρχίσει ήδη να καλπάζει) δεν πήρε κανένα βραβείο ούτε γιατί πολλά άλλα σάιτ, φίλων και ομοϊδεατών τους, βραβεύτηκαν για αρετές που εξόφθαλμα δεν είχαν ‒ αλλά διότι δεν μπορούσα να χωνέψω πώς ένα σάιτ, το οποίο δεν μπορούσε να χωρίσει δυο γαϊδάρων άχερα, ήθελε να κρίνει και τα υπόλοιπα.

 

Με σκανδάλιζε η τόση έπαρση, μέχρι που το σάιτ που ήθελε να γίνει βασιλιάς έκλεισε και ήταν γελοίο να βρίζω πεθαμένους (αν και, ψυχαναλυτικά, κάτι τέτοιο απαντάται, αλλά σε περιπτώσεις μύχιες ‒ π.χ. να μαστιγώνεις εσαεί τον νεκρό πατέρα που μισούσες).

 

Με μαλάκωσαν όμως δύο ακόμη πράγματα: το καβάλημα του λόφου (πλέον, στα 61 μου κατεβαίνω από την πίσω πλαγιά, χωρίς παράπονο, γιατί κι εδώ πετούν κοκκινολαίμηδες) και μια ανάμνηση που ανεδύθη εκδικητικά, για να μου υπενθυμίσει ότι όλοι είμαστε τα ίδια παλιοτόμαρα.

 

Ήταν ένας προσωπικός μου θρίαμβος που με βοήθησε να βγάλω πέρα τη σεζόν, τραμπουκίζοντας τους τραμπούκους μου. Και να ανακαλύψω, εξ απαλών ονύχων, φαγωμένων, ότι όποιοι πιάνουν τα γιοφύρια πρώτοι, είτε αυθαίρετα είτε με «δημοκρατικές διαδικασίες», ανέτως καρυδώνουν τον κάθε ανύποπτο περαστικό που δεν γουστάρουν. Δεν τον γουστάρουν για χίλιους δύο λόγους, δίκαιους ή άδικους.

 

ΑΡΧΕΣ  ενός καλοκαιριού των ’60s, στο νησί, αποφάσισα να απονείμω «ενδεικτικά» στα παιδιά της γειτονιάς μου. Το νέο διεδόθη. Έκλεψα από την ταβέρνα του παππού μου κόλλες χαρτί με τις οποίες τύλιγε τα κεφαλότυρα (ένα στρατσόχαρτο χοντρό, γκρίζο και μια ημιδιαφανή λαδόκολλα), τις έκοψα σε μακρόστενες λωρίδες και τις συνέρραψα εν είδει επίσημου εγγράφου. Σήκωνες τη λαδόκολλα με αγωνία και στο στρατσόχαρτο διάβαζες την ετυμηγορία μου. 

 

Ήμουν ο λιγότερο δημοφιλής στη γειτονιά, οπότε απόρησα πώς ήρθαν όλοι, υπάκουα, να πάρουν το ενδεικτικό τους. Όλοι οι τραμπούκοι, οι καβγατζήδες, τα «μούτρα», τύποι που ποτέ δεν μου μίλαγαν, ούτε με έπαιζαν, κοίταζαν τον βαθμό και κυρίως τη διαγωγή που τους είχα βάλει με μάτια λυπημένου κουταβιού. Ουδείς ετόλμησε να μου τρίψει στη μούρη το στρατσόχαρτό μου. Απέρχονταν σιωπηλά, κρατώντας το σαν ματωμένο εξώδικο.

 

Ήταν ένας προσωπικός μου θρίαμβος που με βοήθησε να βγάλω πέρα τη σεζόν, τραμπουκίζοντας τους τραμπούκους μου. Και να ανακαλύψω, εξ απαλών ονύχων, φαγωμένων, ότι όποιοι πιάνουν τα γιοφύρια πρώτοι, είτε αυθαίρετα είτε με «δημοκρατικές διαδικασίες», ανέτως καρυδώνουν τον κάθε ανύποπτο περαστικό που δεν γουστάρουν. 

 

Δεν τον γουστάρουν για χίλιους δύο λόγους, δίκαιους ή άδικους.

 

ΣΥΝΕΧΙΣΑ ΤΟ ΣΠΟΡ, όπως όταν κλέβεις και δεν σε ανακαλύπτουν. Όλο και πιο χοντρά. Μέχρι που ξέφυγα. Και άρχισα να κατηγορώ δημόσια ανθρώπους για πράγματα που κι εγώ είχα ψιλοκάνει. Η ζωή είναι ένας βάλτος αμαρτίας, βλέπετε, τέκνα μου, μην ακούτε το γλαρωμένο κήρυγμα της Κυριακής, τους αγκιτάτορες με την παρθενική εσθήτα που από πίσω τους περνάνε τρένα: κανένας ζωντανός δεν διασχίζει την παλιοκοινωνία αυτή αλώβητος ― τουλάχιστον κανένας από εμάς, τους μη-ήρωες, που φωνασκούμε για τον επιούσιο. Οι Φιλισταίοι, που στα μυστικά δείπνα ρωτάνε ασύστολα «Μήπως εγώ, Κύριε; Μήπως εγώ, Κύριε;», είναι οι πιο επιρρεπείς να προδώσουν τις αρχές τους.

 

Οπότε, πριν από κάποια χρόνια, είπα στον εαυτό μου: «Βούλωσ’ το! Ποιος είσαι εσύ να ηθικολογείς φτηνά πάνω στο ποιόν ή τη δουλειά των συναδέλφων σου; Αν ισχύει κάτι σοβαρό που αφορά την κοινωνία και όχι τα ανταγωνιστικά σου συμπλέγματα ή την κομματική σου εξάρτηση, κάνε μια έρευνα και αποκάλυψε με στοιχεία το κακό. Kι επίσης, αναλογίσου πριν κράξεις μια κατάσταση, εάν καθρεφτίζεσαι κάπου κι εσύ στον νοσηρό καθρέφτη». 

 

Διότι χαρακτηριστικό αυτής της συμπεριφοράς, που μοιάζει κάπως με αντιποίηση αρχής, είναι ένα είδος παραισθησίας που νιώθεις όσο κράζεις: είναι σαν να ζεις έναν ρόλο ηρωικό και ο πραγματικός σου εαυτός να εξαϋλώνεται ‒ οι ανάλογες δικές σου πράξεις να εξαφανίζονται ή να σκηνοθετούνται ατμοσφαιρικά υπό άλλο φως, να καταλήγεις να πιστεύεις κι εσύ ο ίδιος ότι είσαι υπερτέλειος, άμωμος, αχειροποίητος, ένας εισαγγελέας υπνοβάτης που πάει καβάλα στ’ άλογο, παίρνοντας τα κεφάλια των απίστων.

 

ΜΕΧΡΙ κάποιος να γυρίσει και να σου πει, όμορφα-όμορφα, ότι το ενδεικτικό κοσμιοτάτης διαγωγής που του έδωσες είναι ένα μπακαλόχαρτο κι απλώς δεν το αναγνωρίζει. Και ότι μαντεύει τις προθέσεις σου. Και το παιδιάστικό σου παιχνιδάκι. Όπως ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, που γίνηκε έξαλλος όταν του έδωσαν το Κρατικό Βραβείο Ποίησης: «Ποιοι είναι αυτοί που θα αποφασίσουν εάν θα βραβευτώ ή όχι; Κάτι δευτερότριτοι τενεκέδες, που μπήκαν με μέσο στις επιτροπές ενός υπουργείου; Δεν θέλω τα βραβεία τους!».

 

Το ίδιο ακριβώς νιώθω με την πρόσφατη συζήτηση των μέσων περί Χρυσής Αυγής. Πότε γεννήθηκε τέτοιος στρατός εισαγγελέων; Τόσοι αστυνόμοι, τόσοι χωροφύλακες… Από πού πηγάζει τόσο μίσος, τόση αμνησία, τόση στρεψοδικία;

 

Σφυρίζω κλέφτικα, για να μην κλάψω με την κατάντια μας.