OΛΟΙ ΜΑΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ να έχουμε εκτεθεί σε μια φωτογραφία που τράβηξε κάποιος άγνωστος και μας δείχνει (με το δάχτυλο) στο κέντρο της πόλης να περπατάμε, να συζητάμε, να στεκόμαστε, να γελάμε, να κοιτάζουμε την δουλειά μας τέλος πάντων, την ώρα που κάπου πιο πλάι βρίσκεται ξαπλωμένος ένας άστεγος ή ένας ναρκομανής.


Κι όμως, όπως απεδείχθη, όλοι μας επίσης είμαστε πανέτοιμοι να καταγγείλουμε με τον πιο επικριτικό και απόλυτο τρόπο τους «ανάλγητους» πρωταγωνιστές μιας τέτοιας σκηνής εάν μας παρουσιαστεί ως φωτογραφικό στιγμιότυπο με την σχετική υπόδειξη: Ιδού η κοινωνία της σαπίλας και της απανθρωπιάς, γι' αυτούς ο άστεγος είναι αόρατος, είναι ένα σκουπίδι στο πεζοδρόμιο - κράξτε τους ελεύθερα. Ή κάτι αντίστοιχο, στο ίδιο φορτισμένο ύφος.


Κάτι τέτοιο συνέβη με την περιβόητη πλέον εικόνα που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες και απεικονίζει στο βάθος της να γίνεται μια μάλλον σεμνή και διακριτική φωτογράφηση ενός μοντέλου από το συνεργείο του φωτογράφου και κριτή του τηλεοπτικού GNTM, Δημήτρη Σκουλού. Σε πρώτο πλάνο, αλλά εκτός του βεληνεκούς της φωτογράφησης, διακρίνεται ξαπλωμένος ένας άστεγος. Οργή, χολή και κατάρες, υπό τη μορφή επικριτικών σχολίων και «θύελλας αντιδράσεων», ακολουθούν την περιφορά της εικόνας στα social media, αποκαλύπτοντας πόσο «φτιαγμένοι» και πρόθυμοι είμαστε όταν πρόκειται για συμμετοχή σε ψηφιακό λιθοβολισμό. Μια αφορμή χρειάζεται μόνο και το ηθικό πλεονέκτημα που όλοι θεωρούμε ότι δικαιωματικά απολαμβάνουμε, γίνεται ζουρλομανδύας.

 

Μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι έπαρσης και καταγγελίας, ουδείς στην πραγματικότητα ασχολήθηκε με τον ίδιο τον άστεγο, ο οποίος πιθανότατα δεν γνωρίζει πόσο χρήσιμος υπήρξε ως κομπάρσος στις ψευδαισθήσεις μεγαλείου μας.


Ιδανικό εν προκειμένω για μια τέτοια διαδικασία ομαδικής εκτόνωσης και το «αμαρτωλό» συγκείμενο που στοιχειώνει την δραστηριότητα που απεικονίζεται στη φωτογραφία: μόδα, lifestyle, τηλεόραση, ριάλιτι, μοντέλα... Κι ο άστεγος, μακάριος στην λήθη, στην ερημιά και στην δυστυχία του, εξυψώνεται ερήμην του σε σύμβολο της κοινωνικής μας αναλγησίας και της ηθικής μας χρεωκοπίας.

 

Στην ταινία «Ο Ψευταράς» (Liar Liar), μία από τις δημοφιλείς «μεταφυσικές» κωμωδίες που έχει γυρίσει με το καντάρι τόσο αυτός όσο και ο Άνταμ Σάντλερ, ο Τζιμ Κάρεϊ ξυπνά ένα πρωί και εξαιτίας μιας ευχής (και κατάρας) του μικρού γιου του τον οποίο έχει παραμελήσει, διαπιστώνει ότι όταν ανοίγει πλέον το στόμα του, βγαίνει μόνο η πικρή αλήθεια. Και ένας από τους πρώτους που την λούζονται είναι ο άστεγος που συναντά κάθε μέρα έξω από το κτίριο που εργάζεται, τον οποίον πάντα αποφεύγει επιταχύνοντας το βήμα και κάνοντας δήθεν ότι ψάχνει για ψιλά. «Δυστυχώς δεν έχω ψιλά», λέει κάθε μέρα στον άστεγο, πριν απομακρυνθεί με ενοχικό βήμα.

 

Εκείνη τη μέρα όμως, όσο κι αν τρέξει, δεν μπορεί να αποφύγει την ειλικρινή απάντηση στην ερώτηση «Σας περισσεύουν ψιλά κύριε;». «Ναι», λέει. «Γιατί δεν μου δίνετε και μένα κάτι τότε;», τον ρωτά ο άστεγος. «Γιατί θέλω να πάω μια μέρα στη ρημαδοδουλειά μου χωρίς να έχω να αντιμετωπίσω πρωί-πρωί την παρακμή της δυτικής κοινωνίας!».


Εντάξει, δεν είναι ταινία του Κεν Λόουτς, mainstream αμερικανιά για όλη την οικογένεια είναι – κάτι ανάλογο πάντως σκεφτόμαστε οι περισσότεροι σε τέτοιες περιστάσεις, χωρίς φυσικά να το δηλώνουμε φωναχτά (Αν το κάνουμε, σημαίνει ότι μάλλον έχουμε πηδήξει κι εμείς τον φράχτη και είμαστε πιο κοντά απ' όσο νομίζουμε στη θέση του άστεγου επαίτη). Η ειλικρίνεια όμως και η συγκατάβαση σπανίως κολλάνε στο ηρωικό και πένθιμο (και αβάσταχτα υποκριτικό ώρες-ώρες) τροπάριο των social media, ειδικά όταν τίθεται ζήτημα κοινωνικής ευαισθησίας, έστω και με τους πιο αφηρημένους και ασυνάρτητους όρους. Ακόμα κι αν είναι τόσο επιπόλαια στημένο όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμα κι όταν πρόκειται για ένα δόλωμα στο οποίο όμως τσιμπάμε αντανακλαστικά, είτε λόγω φυσικής ροπής στον ψυχοπονιάρικο κλονισμό είτε λόγω υπερέκθεσης στην διεγερτική υφή αυτών των μέσων που ως χρήστες μας προτιμούν διαρκώς στα κάγκελα.


Όσο για την ταυτότητα εκείνου ή εκείνης που τράβηξε και δημοσίευσε την φωτογραφία, χάνεται στην αχλή των timelines, των memes και των αμέτρητων κοινοποιήσεων. Η δουλειά έγινε πάντως. Κράξαμε, φορτώσαμε, εκτονωθήκαμε – από το τίποτα. Δεν είναι και λίγο. Και μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι έπαρσης και καταγγελίας, ουδείς στην πραγματικότητα ασχολήθηκε με τον ίδιο τον άστεγο, ο οποίος πιθανότατα δεν γνωρίζει πόσο χρήσιμος υπήρξε ως κομπάρσος στις ψευδαισθήσεις μεγαλείου μας.