ΑΣ ΠΑΡΑΔΕΧΤΟΥΜΕ, ΛΟΙΠΟΝ,
πως διεξάγεται ένα πείραμα. Δεν πρόκειται όμως για το σχεδιασμένο, δουλεμένο πλάνο κάποιων σατανικών εγκεφάλων αλλά για μια δοκιμασία που επιβάλλεται από την ίδια την πραγματικότητα μιας αόρατης απειλής.

 

Ποια είναι η δοκιμασία; Η αντικατάσταση πολλών από τις αυθόρμητες και άσκεφτες κινήσεις με υπολογισμένες. Είναι αυτή η ζωή με τη δέουσα προσοχή που εξάπτει τη φαντασία όσων μιλούν για ρομπότ, τσιπάκια και δούλους της νέας τάξης. Είναι η φανέρωση μιας ψυχρής κοινωνικότητας, μιας κουλτούρας των αποστάσεων και των ευγενικών ή όχι αρνήσεων.


Είναι δύσκολο να ζει κανείς έτσι. Πολλές κατηγορίες του πληθυσμού, όμως, το βιώνουν εδώ και χρόνια: άνθρωποι που έχουν μπει σε ειδικό καθεστώς διατροφής για λόγους υγείας, ευάλωτοι από κάποια χρόνια ασθένεια με την οποία έχουν μάθει να συμβιώνουν ή όσοι, για ποικίλους λόγους, «προσέχουν πολύ». Ωστόσο η καινούργια κατάσταση έχει τη διαφορά ότι καλεί και τους νέους και τους υγιέστερους να ενσωματώσουν προφυλάξεις και υπολογισμούς άγνωστους στην απερίσπαστη καθημερινότητά τους.


Ας σκεφτούμε τη γνωστή, πολυχρησιμοποιημένη έκφραση «να έχεις τον νου σου». Αυτή η συμβουλή/υπόδειξη συγκρούεται με την ίδια την ιδέα της παιδικότητας και της νεανικής ζωής ως ικανής για ανεμελιά και αψηφισιά. Όλες οι εμπειρίες ανακατέματος, ξοδέματος με τους άλλους, η κραιπάλη ή και η καφρίλα ακόμα (γιατί κι αυτή έχει τη θέση της), όλες οι μορφές έκθεσης των σωμάτων μεταξύ τους σαν να μπαίνουν σε λειτουργία φραγής, «λογοκρίνονται» ή περιστέλλονται.

 

Η ελευθερία λογαριαζόταν και λογαριάζεται πάντα ως εύκολη πρόσβαση και ξεπέρασμα εμποδίων, ως κατάργηση φραγμών και αναστολών. Και έρχεται κάτι που πάει να εναντιωθεί σε όλα αυτά.


Θα πει κανείς πως δεν είναι δα και κάτι σπουδαίο. Κανονικά, μια κοινότητα ενήλικων ανθρώπων μπορεί να προσαρμοστεί δίχως μεγάλους κλυδωνισμούς και περιττά δράματα. Και ακόμα και τα παιδιά, αυτά που λέμε πως θα έχουν τη μεγαλύτερη δυσκολία να καταλάβουν, είναι σε θέση να ενσωματώσουν αυτή την πιο ψυχρή κοινωνικότητα (στο κάτω-κάτω, «όλη τη μέρα με τα κινητά» είναι).

 

Για πόσο όμως; Το άγνωστο του χρόνου τρομάζει, τώρα ακόμα περισσότερο. Από την άλλη, όλες οι σύγχρονες κοινωνίες, βόρειες και νότιες, φιλελεύθερες ή σοσιαλδημοκρατικές, συναισθηματικές ή πιο «ορθολογικές», έχουν υποστεί τον ίδιο μεγάλο μετασχηματισμό: η παιδικότητα και η συνθήκη της εφηβείας έχουν επεκταθεί, ενώ ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης κουλτούρας μοιάζει πιο νεανικό από ποτέ. Αρκεί να δει κανείς τις διαφημίσεις, τις σειρές, το περιεχόμενο μηνυμάτων και κωδίκων.

 

Οι «μεγάλοι άνθρωποι» του 2020 είναι οι εφηβικές και νεανικές γενιές της μεταδικτατορικής Ελλάδας. Η ενηλικίωσή τους, με άλλα λόγια, δεν αποτέλεσε τομή σε σχέση με όσα έζησαν ως παιδιά. Με αυτή την έννοια ο ψυχισμός των μεγάλων και πολλών από αυτούς που ονομάζουμε «ευπαθείς» δεν είναι τόσο απομακρυσμένος από τους κόσμους των νεότερων. Δεν είναι τόσο η σύνεση που τους χωρίζει όσο ο φόβος. Ο βιολογικός φόβος κάνει τη διαφορά, όχι κάποια ιδιαίτερη σοφία ή ξεχωριστή ωριμότητα που διακρίνει, υποτίθεται, τους μεγαλύτερους από τους μικρότερους.

 

Είμαστε πια ένας πολιτισμός με πολλά παιδικά στοιχεία σε ένα σώμα γεροντικό ή σε μια θάλασσα ηλικιωμένων σωμάτων. Κουλτούρες της αβλεψίας και της αμέλειας που κλήθηκαν τώρα να αποκτήσουν οξεία επίγνωση, ηθική και κοινωνική συνείδηση.

 

Το στενόχωρο της νέας συνθήκης μάς απομακρύνει από την απλόχωρη, ηδονική επικράτεια όπου μπορούσαμε να απαλύνουμε τις πιέσεις της δουλειάς, τα άγχη των βιοπορισμών και των οικογενειακών υποχρεώσεων. Σε άπειρες πλευρές της σύγχρονης κουλτούρας, από τη διασκέδαση μέχρι την έκφραση των προσωπικών ευαισθησιών, κυριαρχεί ακόμα η ιδέα πως η συγκράτηση και η ψυχρότητα είναι κουσούρια και ανωμαλίες. Η ελευθερία λογαριαζόταν και λογαριάζεται πάντα ως εύκολη πρόσβαση και ξεπέρασμα εμποδίων, ως κατάργηση φραγμών και αναστολών. Και έρχεται κάτι που πάει να εναντιωθεί σε όλα αυτά.

 

Γι' αυτό και τούτη η αντιστροφή που ζούμε προκαλεί θυμό και σε μερικούς φαίνεται να γεννάει μια παράδοξη μορφή αντίδρασης με αναισθησία και επίδειξη σκληρότητας. Ίσως δεν είναι έλλειψη συμπόνιας ούτε αναισθησία. Μπορεί η σκληρότητα προς τους άλλους να σχετίζεται με τη μοναδική αυταπάτη πως κρατάμε, πως είμαστε ανθεκτικοί και δεν καταλαβαίνουμε πολλά από ρωγμές και βάσανα.


Αυτή η αυταπάτη είναι η κακή πλευρά μιας παιδικότητας που επιμένει να αγνοεί το κακό, την αρρώστια και τον θάνατο. Με αυτό έχουμε να αντιπαλέψουμε όχι απλώς προς τα έξω αλλά και προς τα μέσα, προς τον εαυτό μας που πνίγεται γιατί δεν έχει μάθει να παίρνει ανάσες παρά μόνο όταν παραβιάζει τους κανόνες της κοινής ζωής.