Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
διαφημίζει την «ανθρωπιστική δράση» και την «ευαισθησία» της για το προσφυγικό, αλλά στην πράξη τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Εδώ και μήνες είχε δηλώσει ότι θα έπαιρνε μερικές εκατοντάδες ασυνόδευτα προσφυγόπουλα, από τα χιλιάδες που ζουν σε ελληνικούς καταυλισμούς και δομές, συμμετέχοντας στο «Πρόγραμμα Μετεγκατάστασης» της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά κωλυσιεργεί και βάζει απαράδεκτους όρους (μέχρι και επιλογής φύλου), ενώ μετέρχεται και διαφόρων τεχνασμάτων.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ στην αρχή της χρονιάς, υπήρχε η συζήτηση για να πάρει 5.000 προσφυγόπουλα, στη συνέχεια αυτά έγιναν 1.000-1.500 και μετά μειώθηκαν σε 243, για να πάρει τελικά λιγότερα από 73, όπως μπορεί να δει κανείς από τα στοιχεία του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.

 

 
 

 

Ακόμα πιο αποκαλυπτικό, όμως, είναι ρεπορτάζ του γερμανικού τηλεοπτικού σταθμού ARD, σύμφωνα με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση παρουσίασε ως ανθρωπιστική δράση μετεγκατάστασης ανήλικων προσφυγόπουλων την αποδοχή αιτημάτων επανένωσης οικογενειών από παιδιά που έχουν μέλη της οικογένειας τους στη Γερμανία και ούτως ή άλλως ήταν υποχρεωμένη να δεχθεί, βάσει του κανονισμού του Δουβλίνου, αλλά καθυστερούσε ή απέρριπτε όλο αυτό το διάστημα με διάφορες δικαιολογίες για τις οποίες έχει καταγγελθεί από ανθρωπιστικές οργανώσεις.

 

Στις 8 Μαρτίου, οι κυβερνητικοί βουλευτές δέχθηκαν τελικά να φιλοξενηθούν στη Γερμανία 1.000-1.500 ανήλικοι από τους προσφυγικούς καταυλισμούς της Ελλάδας, αλλά βάζοντας και επιπλέον όρους. Οι όροι αυτοί ήταν να είναι παιδιά που «χρειάζονται θεραπεία, λόγω σοβαρής ασθένειας, ή να είναι ασυνόδευτα και ηλικίας κάτω των 14 ετών, τα περισσότερα από τα οποία να είναι κορίτσια». Κάθε δημοκρατικός πολίτης θα αναρωτιόταν για ποιο λόγο να γίνεται αυτή η διάκριση φύλου.

 

Σκοπιμότητες και υποκρισία της γερμανικής κυβέρνησης

Εδώ και αρκετό καιρό η Γερμανία, η ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης, αρνείται να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογεί στο προσφυγικό ζήτημα, αφήνοντας τα μεγάλα βάρη στις χώρες υποδοχής. Η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ ήταν μάλιστα εκείνη, που με την περίφημη φράση της «θα τα καταφέρουμε», τον Αύγουστο του 2015, έστειλε μήνυμα στους πρόσφυγες και στους μετανάστες ότι είναι καλοδεχούμενοι στη Γερμανία και ότι μαζί μπορούν να τα καταφέρουν. Όλα αυτά όμως, κράτησαν μόλις έναν χρόνο, γιατί μετά έκλεισαν τα σύνορα, αφήνοντας το πρόβλημα έξω από την πόρτα τους.

 

Η ελληνική κυβέρνηση εδώ κι έναν χρόνο προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ζητώντας τους να αναλάβουν τουλάχιστον τη φιλοξενία των 5.000 ασυνόδευτων ανήλικων που βρίσκονται στη χώρα μας σε υποδομές και καταυλισμούς – πολλές φορές ακατάλληλους. Η μεγαλύτερη πίεση έχει ασκηθεί στη Γερμανία, λόγω της οικονομικής ισχύος και ευχέρειας που διαθέτει. Οι γερμανικές αρχές, όμως, όλο αυτό τον καιρό προσπαθούσαν να αποφύγουν να πάρουν ακόμα και αυτούς για τους οποίους έχουν υποχρέωση από τη συνθήκη του Δουβλίνου.

 

Πριν από αρκετούς μήνες και μέχρι τον περασμένο Μάρτιο υπήρχε μια συζήτηση για τη μεταφορά 5.000 προσφυγόπουλων από την Ελλάδα στη Γερμανία, την οποία –σύμφωνα με δηλώσεις του– υποτίθεται ότι έβλεπε θετικά και ο αρμόδιος ομοσπονδιακός υπουργός Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ. Οι βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού όμως (CDU/CSU, SPD) καταψήφισαν τη σχετική πρόταση των Πρασίνων.

 

Λίγο αργότερα, με άλλη απόφαση τους ωστόσο, στις 8 Μαρτίου, οι κυβερνητικοί βουλευτές δέχθηκαν τελικά, αν και με πολλές επιφυλάξεις, να φιλοξενηθούν στη Γερμανία 1.000-1.500 ανήλικοι από τους προσφυγικούς καταυλισμούς της Ελλάδας, με την προϋπόθεση ότι θα συνέδραμαν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά βάζοντας και επιπλέον όρους. Οι όροι αυτοί ήταν να είναι παιδιά που «χρειάζονται θεραπεία, λόγω σοβαρής ασθένειας, ή να είναι ασυνόδευτα και ηλικίας κάτω των 14 ετών, τα περισσότερα από τα οποία να είναι κορίτσια». Κάθε δημοκρατικός πολίτης θα αναρωτιόταν για ποιο λόγο να γίνεται αυτή η διάκριση φύλου, πολύ περισσότερο όταν η συντριπτική πλειοψηφία των ασυνόδευτων προσφυγόπουλων είναι αγόρια άνω των 14 ετών. 'Η μήπως ακριβώς γι' αυτό;

 

Κι ενώ τόσο καιρό η γερμανική κυβέρνηση διαφημίζει το «ανθρωπιστικό έργο» της με πλήθος δημοσιευμάτων να αναφέρονται στη μετεγκατάσταση ανήλικων προσφυγόπουλων στη Γερμανία, στην πραγματικότητα τα ασυνόδευτα που πήρε στο πλαίσιο του «Προγράμματος Μετεγκατάστασης Ανηλίκων», είναι μόλις 73 μαζί με άλλα 5 κράτη-μέλη.

 

Μέχρι τώρα έχουν γίνει τρεις αποστολές, μία τον Απρίλιο και δύο τον Ιούλιο, για τις οποίες η Γερμανία άφηνε θολό αν πρόκειται για συμμετοχή στο Πρόγραμμα Μετεγκατάστασης Ανηλίκων ή πρόκειται για επανένωση οικογενειών, καθώς και το τι απέγινε με τα άρρωστα παιδιά, κάποια από το οποία τελικά πήρε, μετά και από την έντονη κριτική γερμανικών ΜΜΕ που μιλούσαν για «κούφιες υποσχέσεις» και «φιάσκο», ή ακόμα και «δόλο».

 

Η ελληνική κυβέρνηση, πάντως, κρατάει χαμηλούς τόνους, όχι μόνο αποφεύγοντας κάθε διαμαρτυρία, αλλά και να ενημερώσει την κοινή γνώμη. Αντιθέτως, σε κάθε ευκαιρία ευχαριστούν τη γερμανική κυβέρνηση για την αλληλεγγύη που υποτίθεται ότι δείχνει.

 

Πρόσφατα ο αναπληρωτής υπουργός, αρμόδιος για θέματα Μετανάστευσης και Ασύλου, Γιώργος Κουμουτσάκος δήλωσε ότι «η ελληνογερμανική συνεργασία στο μεταναστευτικό ζήτημα αποδεικνύει ότι, όταν υπάρχει πολιτική βούληση και επαγγελματισμός, η αρχή της αλληλεγγύης μετουσιώνεται σε εφαρμοσμένη και αποτελεσματική πολιτική δράση». Σε παρόμοιο στυλ, ο πρέσβης της Γερμανίας στην Ελλάδα, Ερνστ Ράιχελ, δήλωσε:«Καταθέτουμε μια σαφή ένδειξη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης».

 

Είναι όμως έτσι; Γιατί τα πραγματικά περιστατικά δείχνουν άλλα, αφού από τα 1.500 παιδιά που έλεγε ότι θα έπαιρνε η γερμανική κυβέρνηση στο πλαίσιο του Προγράμματος Μετεγκατάστασης, δεν έχει πάρει ούτε 100, ενώ αρχικά επιδίωξε αυτά να είναι κυρίως κορίτσια και κάτω των 14 ετών, χωρίς φυσικά να το φωνάζουν, για να μην κατηγορηθούν για διακρίσεις και ρατσισμό. Ωστόσο, από τους 5.100 ασυνόδευτους ανήλικους που κατέγραψε η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες τον περασμένο Απρίλιο στην Ελλάδα, τα κορίτσια κάτω των 14 ετών ήταν λιγότερα από 30.

 

Όταν οι γερμανικές αρχές πληροφορήθηκαν ότι δεν υπήρχαν τόσα ανήλικα κορίτσια μεταξύ των 5.000 ασυνόδευτων που βρίσκονται στην Ελλάδα και ότι πρόκειται κυρίως για νεαρούς εφήβους, άνω των 14 ετών, προσάρμοσαν και πάλι τα κριτήρια που έθεταν, λέγοντας ότι θα πάρουν τα παιδιά με προβλήματα υγείας. Οι ασυνόδευτοι έφηβοι, ωστόσο, στην πλειοψηφία τους είναι υγιείς νεαροί, ενώ τα παιδιά που έχουν προβλήματα υγείας είναι εδώ με τις οικογένειές τους.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ στην αρχή της χρονιάς, υπήρχε η συζήτηση για να πάρει η Γερμανία 5.000 προσφυγόπουλα, στη συνέχεια αυτά έγιναν 1.000-1.500 και μετά μειώθηκαν σε 243, για να πάρει τελικά λιγότερα από 73, όπως μπορεί να δει κανείς από τα στοιχεία του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Φωτο: EUROKINISSI/Τατιάνα Μπόλαρη
Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ στην αρχή της χρονιάς, υπήρχε η συζήτηση για να πάρει η Γερμανία 5.000 προσφυγόπουλα, στη συνέχεια αυτά έγιναν 1.000-1.500 και μετά μειώθηκαν σε 243, για να πάρει τελικά λιγότερα από 73, όπως μπορεί να δει κανείς από τα στοιχεία του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Φωτο: EUROKINISSI/Τατιάνα Μπόλαρη

 

Αλληλεγγύη με όρους και διακρίσεις

«Οι Γερμανοί πολιτικοί των χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων δέχονται πίεση από τη συντηρητική κοινή γνώμη, δηλαδή τους ψηφοφόρους τους, οι οποίοι δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι την ανοιχτή μεταναστευτική πολιτική της Μέρκελ μετά το 2015» αναφέρει διπλωματική πηγή. «Η μαζική εισροή μεταναστών στη Γερμανία πριν από 5 χρόνια είχε πολιτικό κόστος για αυτούς και συνέβαλε στην άνοδο του ακροδεξιού κόμματος AFD».

 

Αρνητική επιρροή στη γερμανική κοινή γνώμη, όμως, είχαν και κάποια εγκλήματα, όπως η δολοφονία της 19χρονης φοιτήτριας ιατρικής στο Φράιμπουργκ από έναν Αφγανό πρόσφυγα, ο οποίος είχε έρθει το 2015 στη Γερμανία ως ασυνόδευτος ανήλικος, καθώς και άλλες δύο παρόμοιες υποθέσεις που έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα, ειδικά από τα λαϊκά έντυπα.

 

Σύμφωνα με Γερμανό αξιωματούχο «τα εγκλήματα αυτά έριξαν λάδι στη φωτιά και ενίσχυσαν τους ξενοφοβικούς που υποστηρίζουν ότι οι μετανάστες είναι συλλήβδην κακοί, ενώ πρόκειται για μεμονωμένες πράξεις που δεν σημαίνουν ότι όλοι οι πρόσφυγες είναι ύποπτοι».

 

Η γερμανική κυβέρνηση ωστόσο, ενώ δεν υιοθετεί το στερεότυπο του «επικίνδυνου νεαρού μετανάστη», στην πράξη το αποδέχεται, όταν αντί να υποδεχθεί τους ανήλικους πρόσφυγες, όπως είχε δεσμευτεί, χωρίς όρους, θέτει κριτήρια που εισάγουν διακρίσεις, για να μην δεχθεί, εν τέλει, υγιείς νεαρούς εφήβους, που είναι η συντριπτική πλειοψηφία των ασυνόδευτων ανήλικων.

 

Η γερμανική κυβέρνηση, δηλαδή, προσπαθεί από τη μία να μην ερεθίσει τη συντηρητική γερμανική κοινή γνώμη, δεχόμενη νεαρούς πρόσφυγες και μετανάστες, από την άλλη όμως, για να μη φανεί σκληρή και στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, δέχεται κάποιους, αλλά όσο το δυνατόν λιγότερους και πιο «ακίνδυνους», σύμφωνα με τα συντηρητικά στερεότυπα.

 

Οι δικαιολογίες της γερμανικής κυβέρνησης

Η ελληνική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει, εδώ κι έναν χρόνο σχεδόν, μια καμπάνια ευαισθητοποίησης για το προσφυγικό-μεταναστευτικό, που αφορά κυρίως τους ανήλικους. Το θέμα είχε τεθεί στη γερμανική κυβέρνηση και τον Δεκέμβριο του 2019, αλλά ήταν αρνητική, πάντα με προφάσεις και ρητορεία αλληλεγγύης.

 

«Η γερμανική κυβέρνηση ενδιαφέρεται για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης όλων των ανθρώπων, ιδιαιτέρως των παιδιών, αλλά το θέμα εδώ είναι να βρεθεί μια ευρωπαϊκή λύση» είχε δηλώσει η αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος Ουλρίκε Ντέμερ, τονίζοντας ότι δεν μπορεί η Γερμανία να το κάνει μόνη της.

 

Βέβαια, τον Αύγουστο του 2015, η καγκελάριος Μέρκελ μόνη της είχε στείλει σήμα-πρόσκληση σε πρόσφυγες και μετανάστες, αλλά όταν υπήρξαν αντιδράσεις, τόσο η Γερμανία όσο και οι άλλες χώρες έκλεισαν τα σύνορα και έμεινε η Ελλάδα να σηκώνει σχεδόν μόνη της το προσφυγικό, κι ας μην είναι από τις χώρες που εμπλέκονται στους πολέμους που το προκάλεσαν.

 

Η Γερμανία αρχικά χρησιμοποιούσε ως δικαιολογία για να μη δεχθεί άλλους, ότι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες πρέπει να μοιραστούν σε όλες τις χώρες, γνωρίζοντας ότι κάποιες από αυτές, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, δεν θα δέχονταν. Μια άρνηση που τη βόλευε όμως, εφόσον για αρκετό καιρό μπορούσε να κρύβεται πίσω από αυτήν και να τη χρησιμοποιεί ως πρόσχημα για να μην αναλαμβάνει ούτε εκείνη να μοιραστεί το βάρος με την Ελλάδα.

 

«Γνωρίζουμε όλοι την αφόρητη κατάσταση στα ελληνικά νησιά, όμως το θέμα δεν είναι η απόφαση μεμονωμένων κρατών για υποδοχή προσφύγων, αλλά μια απόφαση σε ευρωπαϊκό επίπεδο» ήταν η χαρακτηριστική απάντηση του εκπροσώπου του γερμανικού υπουργείου Εσωτερικών, Στιβ Αλτερ. Άλλο στέλεχος του ίδιου υπουργείου, ο Άρμιν Σούστερ, προειδοποιούσε και για «ανυπολόγιστες συνέπειες, όπως συνέβη το 2015», στην περίπτωση που θα προέβαιναν σε «μεμονωμένες ενέργειες» – όπως αποκαλούσε τη φιλοξενία προσφύγων στη Γερμανία, χωρίς να κάνει το ίδιο και η Ουγγαρία με την Πολωνία κ.ά.

 

Ο υφυπουργός Εσωτερικών Στέφαν Μάιερ (του χριστιανοδημοκρατικού CSU) είχε πει ότι η γερμανική κυβέρνηση απορρίπτει τις μεμονωμένες ενέργειες, καθώς έτσι τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία έχουν αντιρρήσεις θα απαλλάσσονταν από τις ευθύνες τους. Έτσι, όσο οι υπόλοιποι «τσακώνονταν» για το πώς θα μοιραστούν την ευθύνη, αυτή έμενε ολόκληρη στην Ελλάδα.

 

Η γερμανική κυβέρνηση προσπαθεί από τη μία να μην ερεθίσει τη συντηρητική γερμανική κοινή γνώμη, δεχόμενη νεαρούς πρόσφυγες και μετανάστες, από την άλλη όμως, για να μη φανεί σκληρή και στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, δέχεται κάποιους, αλλά όσο το δυνατόν λιγότερους και πιο «ακίνδυνους», σύμφωνα με τα συντηρητικά στερεότυπα.

 

Διαφοροποιήσεις και κριτική

Στις αρχές του περασμένου Μαρτίου, το κόμμα των Πρασίνων, με πρόταση του στο γερμανικό ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, πρότεινε να δεχθεί η Γερμανία πέντε χιλιάδες πρόσφυγες, από τους δεκάδες χιλιάδες που υπάρχουν στους ελληνικούς καταυλισμούς. Τόσο τα συντηρητικά κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού, το CDU και το CSU, όσο και το σοσιαλδημοκρατικό SPD (παρότι κάποιοι βουλευτές του μεμονωμένα δήλωναν ότι συμφωνούν) ψήφισαν «όχι», αρνούμενοι να συμβάλουν.

 

Ωστόσο 48 χριστιανοδημοκράτες βουλευτές, διαφοροποιούμενοι από την πολύ σκληρή στάση της πλειοψηφίας των κομμάτων τους, αιτήθηκαν την υποδοχή παιδιών και εφήβων από ελληνικούς προσφυγικούς καταυλισμούς, από μια «Συμμαχία Προθύμων» κρατών-μελών της ΕΕ, αφού δεν υπήρχε ομοφωνία κι ούτε προβλεπόταν να υπάρξει.

 

Ο αρμόδιος υπουργός Εσωτερικών (που μέχρι να αναλάβει αυτήν τη θέση είχε καθαρά αντιμεταναστευτικές θέσεις, με μότο «Το μεταναστευτικό είναι η μητέρα όλων των προβλημάτων», αλλά άλλαξε εντελώς ρητορική από τότε που μπήκε στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση) Χορστ Ζεεχόφερ εξέφρασε τότε την άποψη ότι η Γερμανία θα μπορούσε να υποδεχτεί ασυνόδευτα προσφυγόπουλα από την Ελλάδα, με την προϋπόθεση ότι θα συμβάλουν σε αυτή την πρωτοβουλία και άλλα ευρωπαϊκά κράτη.

 

Λίγο αργότερα, τα συγκυβερνώντα κόμματα αποφάσισαν να δεχτεί τελικά η Γερμανία κάποια ασυνόδευτα προσφυγόπουλα από την Ελλάδα. Τα ΜΜΕ ανέφεραν ότι η γερμανική κυβέρνηση θα υποδεχόταν 1.000-1.500 παιδιά από τα προσφυγικά κέντρα των νησιών, αλλά αξιωματούχοι της γερμανικής κυβέρνησης την ίδια στιγμή έλεγαν και ότι θα δεχόταν μόνο έναν «λογικό αριθμό» και μόνο εφόσον βρεθούν κι άλλες χώρες της ΕΕ που θέλουν να συνδράμουν. Και αυτός δεν ήταν ο μόνος όρος.

 

Η ελληνική κυβέρνηση εδώ κι έναν χρόνο προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ζητώντας τους να αναλάβουν τουλάχιστον τη φιλοξενία των 5.000 ασυνόδευτων ανήλικων που βρίσκονται στη χώρα μας σε υποδομές και καταυλισμούς – πολλές φορές ακατάλληλους. Φωτο: EUROKINISSI/Τατιάνα Μπόλαρη
Η ελληνική κυβέρνηση εδώ κι έναν χρόνο προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ζητώντας τους να αναλάβουν τουλάχιστον τη φιλοξενία των 5.000 ασυνόδευτων ανήλικων που βρίσκονται στη χώρα μας σε υποδομές και καταυλισμούς – πολλές φορές ακατάλληλους. Φωτο: EUROKINISSI/Τατιάνα Μπόλαρη

 

«Θέλουμε να υποστηρίξουμε την Ελλάδα για να αντιμετωπιστεί η δύσκολη ανθρωπιστική κατάσταση, για 1.000 -1.500 παιδιά που βρίσκονται στα νησιά του Αιγαίου» ανέφεραν εκπρόσωποι της γερμανικής κυβέρνησης. «Πρόκειται για παιδιά τα οποία, εξαιτίας ασθενειών, έχουν επειγόντως ανάγκη ιατρικής φροντίδας, καθώς και για ασυνόδευτα παιδιά ηλικίας μικρότερης των 14 ετών, στην πλειονότητά τους κορίτσια» έλεγε η κυβερνητική ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στα γερμανικά ΜΜΕ.

 

Αξιωματούχοι του κυβερνητικού κόμματος CDU ωστόσο, εξακολούθησαν να εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις, υποστηρίζοντας ότι θα έστελναν λάθος «σήμα» στους μετανάστες: «ότι είναι και πάλι ευπρόσδεκτοι στη χώρα». Στελέχη των φιλελευθέρων, ωστόσο, χαρακτήρισαν όλα αυτά ως «δημόσιες σχέσεις» που δεν θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος.

 

Εν τω μεταξύ η Ευρωπαία επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων, Ίλβα Γιόχανσον, σε συνέντευξή της είχε δηλώσει ότι είναι 8 χώρες της ΕΕ που «έχουν δεσμευθεί να δεχθούν συνολικά 1.600 ασυνόδευτους ανήλικους πρόσφυγες». Μάλιστα, η κ. Γιόχανσον φάνηκε να αγνοεί τον αριθμό των ανήλικων προσφυγόπουλων που βρίσκονται στην Ελλάδα, καθώς, σύμφωνα με την Deutsche Welle, ανέφερε ότι «πρόκειται για σχεδόν όλα τα ασυνόδευτα προσφυγόπουλα που ζουν σήμερα σε προσφυγικά κέντρα στα ελληνικά νησιά».

 

«Όλα αυτά είναι τίποτα» σχολίασε δημοσίευμα της εφημερίδας ΤΑΖ του Βερολίνου. «Στο προσφυγικό κέντρο της Μόριας στη Λέσβο ζουν 20.000 άνθρωποι μέσα στη βρομιά και το κρύο. Κάθε παιδί που βγαίνει από εκεί μετράει. Αλλά για την πλουσιότερη και ισχυρότερη χώρα της ΕΕ η προσφορά που κάνει είναι μικρή και αναξιοπρεπής».

 

Εξίσου επικριτικό ήταν και δημοσίευμα της Süddeutsche Zeitung του Μονάχου: «Ότι ο υπουργός Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ θέλει τώρα να ηγηθεί μιας "Συμμαχίας του Καλού" είναι θετικό, αν λάβει κανείς υπόψη τη ρητορική των προηγούμενων χρόνων. Αλλά οι φίλοι του ανθρωπισμού δεν θα πρέπει να βιαστούν να χαρούν. Κι αυτό διότι ο αριθμός των προσφυγόπουλων που η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι κινδυνεύουν υπολογίστηκε τελικά εν μία νυκτί χαμηλότερος. Πριν από λίγες μέρες ο Ζεεχόφερ είχε μιλήσει για 5.000 παιδιά, ενώ πλέον πρόκειται για 1.000 με 1.500. Και τα υπόλοιπα; Θα έχουν κακή τύχη για ακόμη μια φορά» (έκτοτε ο αριθμός μειώθηκε πολύ κάτω των 1.000-1.500 για να φτάσει να αφορά τελικά μόλις μερικές δεκάδες).

 

Πριν από έναν μήνα, πάντως, και το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του SPD ζητούσε να σταματήσουν τα «αυστηρά κριτήρια επιλογής», όπως είπε η εκπρόσωπος του κόμματος Ούτε Φοκτ στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων (DPA). «Η Γερμανία εκτός από τα άρρωστα παιδιά και τις οικογένειές τους οφείλει να δεχτεί ασυνόδευτους ανήλικους ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου» είπε.

 

Βέβαια, τον Αύγουστο του 2015, η καγκελάριος Μέρκελ μόνη της είχε στείλει σήμα-πρόσκληση σε πρόσφυγες και μετανάστες, αλλά όταν υπήρξαν αντιδράσεις, τόσο η Γερμανία όσο και οι άλλες χώρες έκλεισαν τα σύνορα και έμεινε η Ελλάδα να σηκώνει σχεδόν μόνη της το προσφυγικό, κι ας μην είναι από τις χώρες που εμπλέκονται στους πολέμους που το προκάλεσαν.

 

Η συμμόρφωση με τον κανονισμό του Δουβλίνου ως εθελοντικός ανθρωπισμός

Τελικά τον περασμένο Απρίλιο η Γερμανία πήρε μόλις 49 προσφυγόπουλα (σε μερικά γερμανικά μέσα αναφέρονται 47 και σε κάποια ελληνικά 50), τα οποία επελέγησαν χωρίς να ανακοινωθούν τα κριτήρια της επιλογής τους, αλλά διαφημίζοντάς το στα ΜΜΕ σαν μία πράξη ανθρωπισμού και αλληλεγγύης. Στα τέλη Ιουλίου και μετά τη σκληρή κριτική που δέχθηκε η γερμανική κυβέρνηση από αρκετά ΜΜΕ, αναχώρησαν για την Γερμανία 90 αιτούντες άσυλο σε μία αποστολή και άλλοι 175 στην άλλη.

 

Πόσα από αυτά όμως αφορούν το Πρόγραμμα Μετεγκατάστασης Ασυνόδευτων Ανηλίκων; Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία του Ενημερωτικού Δελτίου για τις Επιστροφές - Α' Εξάμηνο 2020, «σήμερα, έχουν πραγματοποιηθεί συνολικά 73 μετεγκαταστάσεις ασυνόδευτων ανηλίκων σε 5 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Άρα τα παιδιά που πήρε η Γερμανία στο πλαίσιο του Προγράμματος Μετεγκατάστασης των ανήλικων προσφύγων είναι λιγότερα από 73.

 

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα που δημιουργούνται υπάρχουν σε έρευνα που μεταδόθηκε στο γερμανικό κανάλι του ARD πριν από λίγο καιρό, καθώς, όπως φαίνεται, η επίδειξη ανθρωπισμού από τη Γερμανία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η (μερική) συμμόρφωσή της με τον κανονισμό του Δουβλίνου, που αφορά την υλοποίηση αιτημάτων οικογενειακής επανένωσης, τα οποία η Γερμανία είχε υποχρέωση να δεχθεί έτσι κι αλλιώς, αλλά κωλυσιεργούσε ή αρνούνταν με διάφορες προφάσεις.

 

Όπως ανέφερε η έρευνα του γερμανικού τηλεοπτικού σταθμού ARD, τον περασμένο Μάιο, με τίτλο «Από την ελπίδα στο φιάσκο» η Γερμανία υποτίθεται ότι θα έπαιρνε τα άρρωστα προσφυγόπουλα από τους καταυλισμούς, αλλά αυτό δεν είναι ακριβώς έτσι.

 

Όταν ανακοινώθηκε ότι η γερμανική κυβέρνηση θα έπαιρνε τα άρρωστα προσφυγόπουλα, οι οργανώσεις που βρίσκονται στις δομές έφτιαξαν λίστες με τα παιδιά που αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας και οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ήρθαν σε επαφή με το γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών.

 

Οι εργαζόμενοι των ΓΧΣ έφτιαξαν μια λίστα με περίπου 150 παιδιά που είχαν ανάγκη να μεταφερθούν άμεσα λόγω σοβαρών ασθενειών. Σύμφωνα με το γερμανικό ρεπορτάζ, όμως, που έγινε λίγες μέρες μετά την πρώτη μεταφορά παιδιών στη Γερμανία, κανένα από τα παιδιά που μεταφέρθηκαν εκεί δεν ήταν από τη λίστα των άρρωστων προσφυγόπουλων. «Ως γιατρός, είμαι πολύ ενοχλημένος που δεν μετέφεραν τα άρρωστα παιδιά. Θα έπρεπε να είχαν φύγει από εδώ γιατί είναι τα πιο ευάλωτα αυτήν τη στιγμή» δήλωσε στο ARD ένας από τους γιατρούς που βρίσκονται στην Λέσβο, ο Matthias Vermaelen.

 

Το ομοσπονδιακό υπουργείο Εσωτερικών, σε ερώτηση τους, απάντησε αρκετά αόριστα, λέγοντας ότι τα άρρωστα παιδιά θα μεταφερθούν στη Γερμανία αργότερα, αφού προηγηθούν άλλες χώρες και αφού το επιτρέψουν οι συνθήκες της πανδημίας.
Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ του ARD, «ο Andrew Foley εργάζεται στη Λέσβο, στην οργάνωσή "Better Days", ως φροντιστής ανηλίκων προσφύγων. Ακολούθησε τη γερμανική αποστολή μετεγκατάστασης και τη θεωρεί φιάσκο». «... Δεν έγιναν σωστές διαδικασίες. Υπάρχουν εξαιρετικά ευάλωτα παιδιά εδώ που πρέπει να φύγουν ή είναι σοβαρά άρρωστα και δεν είχαν προτεραιότητα» ανέφερε.

 

Πώς επιλέχθηκαν τελικά τα παιδιά για τη μετεγκατάσταση στη Γερμανία; Μέλος οργάνωσης που δούλεψε για την επιλογή των παιδιών αναφέρει στο ARD: «Στην αρχή τα κριτήρια που λάβαμε από τη Γερμανία δεν ήταν καθόλου εφαρμόσιμα. Ήθελαν μόνο άρρωστα κορίτσια κάτω των 14 ετών, που δεν υπάρχουν τόσο πολλά στην Ελλάδα. Αλλά τότε διεύρυναν τα κριτήρια και είπαν ότι θα πάρουν παιδιά στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης». Δηλαδή παιδιά που έχουν μέλη της οικογένειας τους στη Γερμανία.

 

Άλλο μέλος ανθρωπιστικής οργάνωσης κατηγορεί τη Γερμανία ότι παρουσιάζει τη συγκεκριμένη μετεγκατάσταση ως ανθρωπιστική δράση, ενώ πολλές περιπτώσεις είχαν στην πραγματικότητα νομική αξίωση να πάνε στη Γερμανία, λόγω προφανώς του κανονισμού του Δουβλίνου.

 

Ο ευρωβουλευτής των Πράσινων Ερικ Μαρκουαντ (που ήρθε στη Λέσβο πριν από λίγες μέρες) δήλωσε ότι δεν μπορεί να μιλάνε για ανθρωπιστική δράση στις κάμερες, ενώ στην πραγματικότητα πάρα πολλά από αυτά τα παιδιά είχαν το δικαίωμα έτσι κι αλλιώς να συνενωθούν με τις οικογένειες τους. Κι ενώ 47 παιδιά μεταφέρθηκαν στη Γερμανία με μεγάλη οργανωτική προσπάθεια, εκατοντάδες άλλα στην Ελλάδα περιμένουν την έγκριση της οικογενειακής τους επανένωσης.

 

Όπως εξηγεί και ένα μέλος της ΜΚΟ PRO ASYL, «εάν η Γερμανία είχε συμμορφωθεί με το ευρωπαϊκό δίκαιο και εφάρμοζε σοβαρά την οικογενειακή επανένωση, θα μπορούσαμε να είχαμε μεταφέρει χιλιάδες άτομα. Δεν χρειάζεται κάποιο πρόγραμμα μετεγκατάστασης για αυτό, καθώς είναι απλώς ατομικό τους δικαίωμα».

 

Είναι αλήθεια πως τόσο η οργάνωση για την «Υποστήριξη Προσφύγων του Αιγαίου» (RSA) όσο και η ΜΚΟ PRO ASYL έχουν αποκαλύψει και καταγγείλει τη συστηματική απόρριψη των αιτήσεων οικογενειακής επανένωσης προσφύγων από την Ελλάδα στη Γερμανία, καθώς και «τις καταστροφικές συνέπειές τους στα δικαιώματα των προσφύγων».

 

Σε έκθεση τους τον Σεπτέμβριο του 2019 έχουν επισημάνει ότι οι γερμανικές αρχές συνήθως απορρίπτουν ως απαράδεκτες τις αιτήσεις επανένωσης «με το επιχείρημα της παρέλευσης της ταχθείσας προθεσμίας». Οι στατιστικές που παρέχονται από τις γερμανικές αρχές είναι ενδεικτικές αυτής της ανησυχητικής τάσης, αναφέρουν. «Για παράδειγμα, κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2018 έως την 7η Μαΐου 2018, η Ελλάδα είχε στείλει 870 αιτήματα στη Γερμανία, ενώ η Γερμανία είχε απορρίψει 582. Επίσης, από την 1η Ιανουαρίου 2019 έως τις 22 Μαΐου 2019 είχε στείλει 626 και απορρίφθηκαν 472».

 

«Η RSA και η PRO ASYL επισημαίνουν τη σοβαρή ανησυχία τους για τις συστηματικές απορρίψεις των γερμανικών αρχών ασύλου, επηρεάζοντας πρωτίστως την οικογενειακή ενότητα ατόμων που έχουν ήδη υποστεί διωγμούς, εμφύλιες συγκρούσεις και πόλεμο, αλλά και το βέλτιστο συμφέρον και την ευημερία των παιδιών προσφύγων που συχνά έχουν διαχωριστεί από τις οικογένειές τους για μεγάλο χρονικό διάστημα» αναφέρει η έκθεση. «Επιπλέον, η πρακτική αυτή σηματοδοτεί μια ανησυχητική πολιτική απόφαση να μη ληφθούν υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα, οι αρχές και η κοινοτική νομοθεσία, με στόχο την αποτροπή των αφίξεων και τον εγκλωβισμό των προσφύγων στα νοτιοανατολικά σύνορα της ηπείρου, μακριά από τον ευρωπαϊκό βορρά και σε ακατάλληλες συνθήκες».

 

Αλλά και η εφημερίδα «Berliner Morgenpost» σε δημοσίευμα του Ιανουαρίου ανέφερε ότι «τον περασμένο χρόνο η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία για τη Μετανάστευση και το Άσυλο (BamF) απέρριψε, στο μεγαλύτερο μέρος τους, τις αιτήσεις για οικογενειακή επανένωση προσφύγων από την Ελλάδα. Από τις 747 αιτήσεις που έγιναν ανάμεσα στον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο (του 2019), οι 593 έλαβαν αρνητική απάντηση» έγραφε. Αυτό έγινε γνωστό από την απάντηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε ερώτηση του κόμματος της Αριστεράς.

 

Φαίνεται λοιπόν πως η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε με αρκετή πονηριά να απαντήσει τόσο στις πιέσεις για την άρνησή της να αποδεχτεί τα αιτήματα οικογενειακής επανένωσης, όσο και για τη φιλοξενία ασυνόδευτων προσφυγόπουλων, αποδεχόμενη μόλις μερικές δεκάδες παιδιών με συνοδούς ή χωρίς – κι αυτό με τα χίλια ζόρια, αλλά προβάλλοντάς το στα ΜΜΕ ως πράξη ανθρωπισμού και αλληλεγγύης, παρά τις δραματικές εκπτώσεις από όσα είχε δημοσίως εξαγγείλει και δεσμευτεί.

 

Τα περισσότερα άτομα που πήρε πάντως η Γερμανία τους τελευταίους μήνες φαίνεται ότι αφορούν τελικά κυρίως αιτούντες άσυλο, μεταξύ των οποίων ασυνόδευτοι ανήλικοι και οικογένειες με παιδιά, προκειμένου να επανενωθούν με τις οικογένειές τους, στο πλαίσιο του κανονισμού του Δουβλίνου, πράγμα που αποτελεί υποχρέωσή της και όχι εθελοντική προσφορά, και μάλιστα πρόκειται για ένα μικρό μόνο μέρος των αιτούντων.