ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ που δείχνουν την επιρροή και τη δημοτικότητά του να συρρικνώνονται είναι ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος –με μικρές εξαιρέσεις– απέφυγε να κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του σχεδόν σε όλη την πρώτη φάση της πανδημίας.

Εννέα μήνες μετά τις εκλογές, δεν φαίνεται να έχει ξεπεράσει ακόμα τις συνέπειες της ήττας. Ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, τον οποίον οι πληροφορίες από τον ΣΥΡΙΖΑ θέλουν να έχει απομακρύνει από το στενό περιβάλλον, τον είχε πείσει ότι προηγούνταν «βραχεία κεφαλή» –λένε– και έχασε με δέκα μονάδες διαφορά. «Δεν ήταν εύκολο να διαχειριστεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα, ειδικά όταν όλοι οι συνεργάτες του έλεγαν "εσύ από τον Μητσοτάκη δεν χάνεις"» αναφέρει πρώην υπουργός.

 

Είναι γεγονός ότι αυτό το πίστευαν όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ και το άκουγες να το λένε παντού στην τότε κυβέρνηση, από τους υπουργούς μέχρι τον κάθε διορισμένο μετακλητό. Και φυσικά το είχε πιστέψει και ο ίδιος. Όλοι του έλεγαν ότι υπερείχε επικοινωνιακά και ότι ο Μητσοτάκης δεν ήταν ένας χαρισματικός – άρα δεν ήταν επικίνδυνος.


Εκ των υστέρων κάποιοι, όπως έχουν αναφέρει και σε τοποθετήσεις τους στα κομματικά όργανα, παραδέχονται ότι είχαν υποτιμήσει τον αντίπαλο και αυτό ήταν μάλλον λάθος.

 

Αμέσως μετά την ήττα, χωρίς να αναλύσουν ποτέ επί της ουσίας γιατί έχασαν και, ακόμα περισσότερο, χωρίς να έχουν καταλάβει ακόμα γιατί κέρδισαν όταν κέρδισαν, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε την τακτική του «ώριμου φρούτου». Θα περίμενε δηλαδή την κυβέρνηση Μητσοτάκη να φθαρεί και να πέσει. Ο σχεδιασμός από μέρους τους μιας νέας πολιτικής πρότασης, πειστικής και επεξεργασμένης, μπορούσε να περιμένει. 

 

Στο μεταξύ, στην κοινωνία συντελούνταν αλλαγές, όπως η συντηρητικοποίησή της σε πολλά θέματα, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του δεν παρατηρούσαν τα σημάδια. Γιατί κοιτούσαν προς τα μέσα.

 

Την επομένη της ήττας ξεκίνησε μια περίοδος έντονης εσωστρέφειας. Ο Αλέξης Τσίπρας και το επιτελείο του εργάζονταν σχεδόν αποκλειστικά για το πώς θα «πάρουν» το συνέδριο. Τους ενδιέφερε η απόλυτη κυριαρχία του αρχηγού στο κόμμα και ο έλεγχος των οργάνων, ώστε να να μην αναγκάζεται να μοιράζεται την κομματική εξουσία με την κάθε ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Στο μεταξύ, στην κοινωνία συντελούνταν αλλαγές, όπως η συντηρητικοποίησή της σε πολλά θέματα, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του δεν παρατηρούσαν τα σημάδια. Γιατί κοιτούσαν προς τα μέσα.

 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, μετά τον «μήνα του μέλιτος», άρχισε να δέχεται αμφισβήτηση για τους χειρισμούς της στο μεταναστευτικό και τα ελληνοτουρκικά, η οποία αποτυπώθηκε και στις δημοσκοπήσεις μετά το φθινόπωρο, αλλά η δυσαρέσκεια αυτή δεν μπορούσε να κεφαλαιοποιηθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η κριτική προς την κυβέρνηση απαιτούσε πιο αυστηρή αντιμετώπιση του μεταναστευτικού και πιο σκληρή στάση απέναντι στην Τουρκία. Δεν ήταν κριτική από τα αριστερά.

 

Κι όσο ο Αλέξης Τσίπρας βρισκόταν σε κατάσταση αμηχανίας απέναντι στην κυβέρνηση, καθώς δεν μπορούσε να αξιοποιήσει προς όφελός του τη δυσαρέσκεια αυτή, τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα για εκείνον. Οι επιθετικές ενέργειες του Ερντογάν, που χρησιμοποίησε ως «όπλο» τους μετανάστες, ωθώντας τους να παραβιάσουν τα ελληνοτουρκικά σύνορα στον Έβρο, υπό τις οδηγίες της τουρκικής στρατοχωροφυλακής, συσπείρωσαν τον ελληνικό λαό που επιδοκίμασε την κυβέρνηση Μητσοτάκη, όταν κατάφερε να φυλάξει τα σύνορα.

 

Τα θέματα αυτά οπωσδήποτε δεν αποτελούν προνομιακό πεδίο για τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως ήταν κάποτε τα «μνημόνια». Αντιθέτως, σε κάθε κρίση που αφορά εθνικά ζητήματα, σύνορα κ.λπ., χάνουν, αντί να κερδίζουν πόντους.

 

Όταν ο Αλέξης Τσίπρας πήρε τα πρώτα αρνητικά μηνύματα από τις δημοσκοπήσεις που άρχισαν να καταγράφουν περαιτέρω υποχώρηση, έδωσε συνέντευξη για να πει ότι και εκείνος, αν ήταν πρωθυπουργός, θα φύλαγε τα σύνορα στον Έβρο, όπως έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Επειδή όμως η τοποθέτηση εκείνη είχε δυσαρεστήσει πάρα πολλούς στον πυρήνα του κόμματος, αποφασίστηκε τότε να ακολουθήσουν κάτι σαν διπλή γραμμή και διπλή γλώσσα. Ο Τσίπρας θα εμφανιζόταν πιο θεσμικός και συναινετικός και το υπόλοιπο κόμμα θα συνέχιζε όπως πριν.

Τα ίδια ακριβώς έκανε και με την πανδημία, η οποία δεν είναι ένα στενά πολιτικό ζήτημα, αλλά μια απειλή εναντίον της δημόσιας υγείας.

 

Κατάφεραν ωστόσο να βραχυκυκλώσουν και με αυτό. Αρχικά και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας είχε υποτιμήσει το ζήτημα, ενώ στη συνέχεια, παραβλέποντας ότι στα δύσκολα και απέναντι στην κοινή απειλή οι πολίτες ζητάνε ενότητα, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ άρχισαν να καταγγέλλουν σχεδόν τα πάντα.

 

Τα κομματικά ΜΜΕ κατέκριναν τα μέτρα περιορισμού και τα έβλεπαν με καχυποψία, κάποιοι υιοθέτησαν συνθήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που ζητούσαν «να λογαριαστούμε μετά», ένας ευρωβουλευτής και ένας δημοσιογράφος του γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ θεώρησαν κατάλληλη στιγμή, εν μέσω πανδημίας, να απευθύνουν την γκροτέσκα «απειλή» προς την κυβέρνηση «Όταν γυρίσω θα σας... κ.λπ.», χρησιμοποιώντας τη γνωστή φράση του Καραϊσκάκη προς τους Τούρκους, ενώ άλλα μέλη του κόμματος βρήκαν καλή ιδέα να μετράνε τους νεκρούς της πανδημίας για να κατηγορήσουν την κυβέρνηση γι' αυτό, ώστε να «ισοφαρίσουν» το Μάτι.

 

Αντί ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας να αναλάβουν πρωτοβουλίες, να δώσουν το «παρών», να διαθέσουν τις δυνάμεις τους για την αντιμετώπιση της πανδημίας και να πιέσουν για να γίνουν όσα πρέπει, άρχισαν να γκρινιάζουν και να καταγγέλλουν τις ελλείψεις σε ΜΕΘ και προσωπικό, ενώ και οι ίδιοι που κυβερνούσαν μέχρι πριν από μερικούς μήνες δεν είχαν κάνει τίποτα γι' αυτά.

 

Στη συνέχεια, κομματικά στελέχη ξεκίνησαν την προσπάθεια αποδόμησης του επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας αντιμετώπισης της πανδημίας, του καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα, θεωρώντας ότι με αυτό θα πλήξουν και την κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι ο αρμόδιος για την πολιτική Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργός Ανδρέας Ξανθός έχει δηλώσει ότι και εκείνος την ίδια επιλογή θα έκανε.

 

Ο Αλέξης Τσίπρας και στην περίπτωση της πανδημίας, όπως και στον Έβρο, όταν είδε τις πρώτες δημοσκοπήσεις και πόσο αρνητικές ήταν αυτές για το κόμμα του και για εκείνον, αναγκάστηκε ξανά να εμφανιστεί «συναινετικός» λέγοντας το αυτονόητο, ότι στηρίζει τα μέτρα της κυβέρνησης Μητσοτάκη για τον περιορισμό της εξάπλωσης της πανδημίας. Και πάλι, ωστόσο, διατήρησε τη διπλή γραμμή, με πολλά στελέχη του κόμματος στα κάγκελα.

 

Εκείνο, ωστόσο, που τον ανησύχησε περισσότερο είναι ότι στις δημοσκοπήσεις και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται να στηρίζουν την πολιτική της κυβέρνησης στην αντιμετώπιση της πανδημίας σε ποσοστό πάνω από 70%.

 

Στην πρόσφατη δημοσκόπηση της Pulse και στο περίφημο ερώτημα περί «καταλληλότερου» ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβηκε από το 45% στο 53%, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας κατέβηκε από το 26% στο 22%.

 

«Προεκλογικά, συνεργάτες του τον καθησύχαζαν ότι οι δημοσκοπήσεις που δημοσίευαν τα ΜΜΕ δεν ήταν ακριβείς. Αυτό που ξέρει όμως τώρα είναι ότι οι δημοσκοπήσεις αυτές είναι αληθινές» αναφέρει στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ. Γι' αυτό και το τελευταίο διάστημα έγιναν συντονισμένες προσπάθειες από το επικοινωνιακό και πολιτικό του επιτελείο να αντιστραφεί το κλίμα υπέρ του. Η πρώτη προσπάθεια ήταν οι φωτογραφίες που έδωσε στη δημοσιότητα με τον ίδιο χαμογελαστό να παίζει με το σκυλάκι του, σε μια προσπάθεια να βγάλει ένα πιο «ανθρώπινο πρόσωπο», όπως λένε στον ΣΥΡΙΖΑ. Η άλλη ήταν η παρουσίαση της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για την αντιμετώπιση της οικονομικής ύφεσης που προκαλεί η πανδημία, «κοστολογημένη» όπως υποστήριξαν, ίσως για να προλάβουν την κριτική που θα το παρομοίαζε με το ανεφάρμοστο «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης». Ούτε η πρόταση αυτή όμως κατάφερε να προκαλέσει ενδιαφέρον και ουσιαστική συζήτηση στην κοινωνία, με αποτέλεσμα να κατηγορηθούν ξανά τα ΜΜΕ ότι δεν την προέβαλαν αρκετά και γι' αυτό δεν υπήρξε ανταπόκριση.

 

Ερώτημα, πάντως, υπάρχει για το αν ανταποκρίθηκαν τελικά οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στην έκκληση του πρωθυπουργού που έγινε πριν από μία εβδομάδα να καταβάλουν εθελοντικά το ήμισυ των αποδοχών τους για την αντιμετώπιση της πανδημίας.


Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε απαντήσει τότε ότι «η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να καλέσει τους βουλευτές, υπουργούς και υφυπουργούς του να καταθέσουν προαιρετικά, για δύο μήνες, το 50% της αποζημίωσής τους στον ειδικό λογαριασμό για την αντιμετώπιση της πανδημίας δεν μπορεί προφανώς να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ενίσχυσης της δημόσιας υγείας, εμπεριέχει ωστόσο έναν ισχυρό συμβολισμό» και ζητούσε το μέτρο να αφορά όλους τους βουλευτές υποχρεωτικά, με πρωτοβουλία και απόφαση της Βουλής για διάρκεια τριών μηνών.


Ο Παύλος Πολάκης απάντησε ότι δεν δέχεται να καταθέσει το ποσό αυτό στον ειδικό λογαριασμό, αλλά θα αγοράσει ο ίδιος και θα δωρίσει στο νοσοκομείο της εκλογικής του περιφέρειας είδη προστασίας για το προσωπικό του Νοσοκομείου Χανίων, αξίας ίσης με το μισό του μισθού του. Ο Στέλιος Κούλογλου απάντησε ότι δίνει όλο τον μισθό του, αν ανοίξει το Νοσοκομείο της Χαλκίδας (ένα νοσοκομείο που έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί και παραδοθεί εδώ και χρόνια). Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ανακοινώσει ακόμα εάν έχει καταθέσει τον μισό του μισθό και ίσως αυτό περιμένουν και οι υπόλοιποι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς ο ηγέτης καθοδηγεί με το παράδειγμα.