Εδώ και λίγα χρόνια συμβαίνει κάτι που νομίζω ότι οι συνέπειές του υπερβαίνουν ήδη τις συνηθισμένες σκέψεις και ανησυχίες μας. Θα το πω με μία πρόταση: η επικοινωνία μοιάζει να είναι το μοναδικό πάθος των συγχρόνων. Δάσκαλοι, γονείς και «τρίτοι» από τις παλαιότερες γενιές προσπαθούν εναγωνίως να τους κάνουν να ενδιαφερθούν για αντικείμενα και γνώσεις.

 

Όμως για τους νεότερους αυτό που μετράει περισσότερο είναι οι άλλοι, οι συνομήλικοι, οι φίλοι, ένα περιβάλλον που δεν αποτελείται μόνο από γνωστούς και από μεγάλο πλήθος αγνώστων. Η ανταλλαγή μηνυμάτων –κειμένων ή φωτογραφιών– που αναπαριστούν στιγμές του εικοσιτετραώρου είναι πια μια επείγουσα ανάγκη.

 

Στην πληθωρική φιλολογία για την απόσπαση προσοχής διαβάζει κανείς πως τα σημερινά παιδιά δεν μπορούν να συγκεντρωθούν κάπου, να εμβαθύνουν σε κάτι. Λάθος. Απλώς δεν τους συγκινούν αντικείμενα και γεγονότα του κόσμου, παρά μόνο οι δικοί τους χάρτες και τα δικά τους stories. Κάπως έτσι, οι γενιές αυτές βιώνουν μια έκρηξη κοινωνικότητας που δεν έχει σημασία αν είναι μεσολαβημένη από οθόνες και απ' το διαρκές scrolling, που μοιάζει με το γρήγορο φυλλομέτρημα ενός βιβλίου. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός πως σκέφτονται, απασχολούνται με τους άλλους και μάλιστα τρώγονται διαρκώς για την αποδοχή, την άρνηση, την αδιαφορία ή τους υπαινιγμούς των άλλων.

 

Γι' αυτό, άλλωστε, τρομάζει κάθε διακοπή και κάθε σιωπή ή προσωρινή έξοδος από αυτό τον συνομιλητικό κόσμο όπου, ανά πάσα στιγμή, προτιμούν να ανήκουν. Είναι «κριντζάρισμα» οποιαδήποτε απόσπαση από την προσοχή των άλλων. Και οι δικοί μας υπαρξισμοί των boomers, που έπαιζαν πολύ το παιχνίδι της φυγής και της συμμετοχής, μοιάζουν πια με υπολείμματα άλλου αιώνα.

 

Η τωρινή ευαισθησία αγκαλιάζει περισσότερο την πραγματικότητα, αγνοώντας και περιπαίζοντας κάθε φυγόκοσμο λυρισμό: δεν είναι, πιστεύω, τυχαία η επέλαση του χιπ-χοπ σε όλες του τις εκδοχές, είτε τις μαστιγωτικά καταγγελτικές είτε τις κυνικές και «πλουτοκρατικές». Η μουσική γίνεται ρίμα και λούπα, όπως η επικοινωνία θρυμματίζεται σε μικροσχόλιο και φωτογραφία. Ένας ιδιόμορφος βρόμικος ρεαλισμός κερδίζει πια παγκόσμιο έδαφος που πάει παράλληλα με την ήττα και την απόσυρση των παλιότερων μεσοαστικών ευαισθησιών.

 

Η ανταλλαγή μηνυμάτων –κειμένων ή φωτογραφιών– που αναπαριστούν στιγμές του εικοσιτετραώρου είναι πια μια επείγουσα ανάγκη. Στην πληθωρική φιλολογία για την απόσπαση προσοχής διαβάζει κανείς πως τα σημερινά παιδιά δεν μπορούν να συγκεντρωθούν κάπου, να εμβαθύνουν σε κάτι. Λάθος. Απλώς δεν τους συγκινούν αντικείμενα και γεγονότα του κόσμου, παρά μόνο οι δικοί τους χάρτες και τα δικά τους stories.


Η επικοινωνία νικάει κατά κράτος την όποια ενδοσκόπηση. Ακόμα και τα εγκώμια στη σιωπή, στην αποσύνδεση ή στη γαλήνη, ακόμα και αυτά μοιάζουν πλέον με παράπονα αδύναμα να προτείνουν κάτι ελκυστικό για τις γενιές που αναδύονται μετά το 2000. Οι νεότεροι δεν αντιλαμβάνονται τον κόσμο παρά ως ανταπόκριση στο κάλεσμα των δικών τους, φίλων και εχθρών, ποθητών ή «μισητών» όντων.

 

Προφανώς, αυτή η στροφή προς το συνομιλείν δεν έχει τα χαρακτηριστικά που θα ήθελαν φιλόσοφοι και ιδεολόγοι: δεν διέπεται από ανιδιοτέλεια, ούτε σημαίνει κάλεσμα για κοινωνική δράση, ούτε προαναγγέλλει την αμοιβαία συμπάθεια και την αλληλεγγύη. Είναι μεγάλο πάντα το μερίδιο των ανταγωνισμών, του φθόνου, της ζήλιας και της ανασφάλειας, ένα συναισθηματικό μείγμα που δημιουργεί το άγχος για συνεχή επαφή, ιδίως μέσα από τον φόβο για την απώλεια και τη διακοπή της επικοινωνίας.

 

Το πρόβλημα με αυτές τις στάσεις ζωής δεν είναι ότι μας φαίνονται εμάς (που μιλάμε σε απόσταση ή με μια μέτρια εξοικείωση με τους κώδικες αυτούς) ως θρίαμβος της ασημαντολογίας και του άνευ ουσίας ψηφιακού κουτσομπολιού. Προφανώς, για όσους αφήνονται σε αυτό το επικοινωνιακό παιχνίδι τίποτε απ' όσα λένε και ανταλλάσσουν δεν είναι ασήμαντο. Κάθε σέλφι ή φωτογραφία ενός μόλις αγορασμένου ρούχου, κάθε λέξη που γράφει κανείς, αποτυπώνοντας και τις πιο μικρές πτυχώσεις της διάθεσής του, για τον ίδιο έχει βαρύτητα, ακριβώς διότι όλα αυτά φτιάχνουν τις σχέσεις του με τους άλλους και ως εκ τούτου και η πιο γελοία και τερματισμένη συζήτηση μπορεί και γίνεται σημαντική. Δεν μετράει ποιο είναι το θέμα, παρά μόνο η καθημερινή διαθεσιμότητα της επαφής και των ευκαιριών σύνδεσης.


Το ζήτημα είναι όμως πως αυτή η κατάσταση τινάζει στον αέρα ορισμένα άλλα αγαθά που έχουμε πάντα σοβαρούς λόγους να υπερασπιζόμαστε. Κυρίως το αγαθό της ανάγνωσης. Και αυτό το αγαθό της ονειροπόλησης και της προσηλωμένης εξερεύνησης του κόσμου.

 

Ο κόσμος αυτός (ας το ξαναθυμηθούμε) δεν είναι μόνο ο μικρόκοσμος των σχέσεών μας, δεν είναι ούτε η οικογένεια, ούτε οι κολλητοί, ούτε οι followers. Είναι αυτά όλα και μαζί κάτι περισσότερο που εκτείνεται πίσω στον χρόνο, σε άλλες ιστορίες καθώς και σε πρόσωπα που δεν θα τα βρούμε ποτέ σε ένα chat. Υπάρχουν, δηλαδή, πολλές πραγματικότητες με τις οποίες συνομιλεί κανείς μόνο όταν ξεκόψει από τον κλοιό της επικοινωνίας. Υπάρχουν συνομιλίες που ανθίζουν μόνο σε απόσταση από τις κολεκτίβες της διαρκούς ανταλλαγής σχολίων.

 

Όμως όλο το παράδοξο της σύγχρονης ζωής είναι ότι ο ατομικισμός ψάχνει πια σανίδα σωτηρίας σε μια ασφυκτική κοινωνικότητα. Σε μια κοινωνικότητα που την τροφοδοτούν εφήμερες ιστορίες και ο συμπτωματικός τους ρεαλισμός. Και αυτό για κάποιους (κι εγώ ένας από αυτούς) είναι αφόρητα βαρετό, ακόμα και αν μπορείς να αντιληφθείς από πού βγαίνει και τι κενά γεμίζει.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO