Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στον Λιάγκα. Ούτε στον Παπανώτα. Οι άνθρωποι είναι γνωστοί. Έχουν διαγράψει μια συνεπή πορεία εμετού στην ελληνική τηλεόραση. Απευθύνονται στα χαμηλότερα ένστικτα, συνεπώς χρησιμοποιούν τα χαμηλότερα μέσα. Φτηνά αστεία, κίτρινα υπονοούμενα, ακατάσχετο κουτσομπολιό, μια φωνακλάδικη υστερία που την νομίζουν χιούμορ, πορδολογία και αέρα κοπανιστό. 

 

Σε μια κανονική χώρα, θα είχαν την εκπομπή τους σε κάποιο λούμπεν μέσο, και θα έκαναν τη δουλίτσα τους, χωρίς να τους δίνει κανείς σημασία. «Το είπε ο Λιάγκας... Ε, και;!»

 

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι τους δίνει εκπομπή ο Σκάι - και δεν μπορείς πια να τους αγνοήσεις. Ένα δημοφιλές κανάλι, πού από τη μια κόπτεται (υπερβολικά) για την πολιτική κάθαρση του τόπου, από την άλλη ευχαρίστως ταΐζει με σκουπίδια τους θεατές του το μεσημέρι ― ό,τι κάτσει δηλαδή, είμαι σχιζοφρενής κι αυτοσχεδιάζω υπέροχα.

 

Ανέκαθεν ο Σκάι είχε, ως προς την ποιότητα, πρόθυμο πνεύμα και σάρκα ασθενή.

 

Μετά από μια σύντομη περίοδο αυστηρότητας (και χλιαρότητας) που έφερε χαμηλά νούμερα, πέρασε ένα υπαρξιακό ζόρι στο όρος των ελαιών, ενώ στα χωράφια άλλοι κοιμόντουσαν κι άλλοι νυστάζανε. Η ποιότητα θέλει πολύ χρόνο, πολύ χρήμα και εξίσου ποιοτικό περιβάλλον. Ο Σκάι δεν διέθεσε κανένα από τα τρία. Άρχισε να αλληθωρίζει προς τις εύκολες λύσεις ― το πρωί καθηγήτρια, το βράδυ μπουζουξού― μέχρι που το τερμάτισε. Ποντάρισε στη συνήθη φτήνεια ― όπως (σχεδόν) όλοι.

 

Την ώρα που παγκοσμίως η τηλεόραση αναγεννάται, κάνει το Χόλιγουντ να φαίνεται μια φοβισμένη θείτσα και αγγίζει εκ νέου μαζικά τα νεανικά κοινά ―εικονοκλαστική, τολμηρή, πρωτοποριακή― τα ελληνικά κανάλια τρέχουν ολοταχώς προς τα πίσω, στα μέλια μιας κατσιασμένης νοσταλγίας και τις σεξιστικές ανοησίες κάθε Παπανώτα. 

 

Μετά απορούν: Γιατί δεν μάς βλέπουν οι νέοι;

 

Το να είσαι ένα μεγάλο κανάλι που κάποτε επεδίωξες να είσαι καλό και καταλήγεις να δουλεύεις με τη γλίτσα της επικοινωνίας είναι αποκαρδιωτικό και για την κατάσταση των ελληνικών μέσων εν γένει. Αν ο Σκάι επιλέγει τους χειρότερους με τόσο κυνισμό, γιατί ο Χίος να μη θριαμβεύει στο χοιροστάσιό του; Και γιατί οι Έλληνες να μην έχουν τον μικρότερο δείκτη εκτίμησης κι εμπιστοσύνης απέναντι στα media (προτελευταίοι παγκοσμίως), σύμφωνα με τη μέτρηση του Reuters;

 

Σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, οι άνθρωποι που έκαναν αυτές τις σεξιστικές  ελεεινότητες, θα είχαν απολυθεί την επομένη. Εδώ, αφήνουν τον καιρό να περάσει ― «θα ξεχαστεί κι αυτό».

 

Δεν ξεχνιέται όμως. Συσσωρεύεται. Και κάποια στιγμή θα ξεσπάσει.

 

ΥΓ. Εννοείται ότι εξίσου (αν όχι διπλά) εμετική θεωρώ ότι ήταν η συμπεριφορά των γυναικών της εκπομπής. Αυτές όχι μόνο ξεφτίλισαν το γούστο τους, αλλά και το φύλο τους...