Φεύγοντας από το πανεπιστήμιο, παίρνω την Εθνικής Αμύνης και στρίβω δεξιά στη Σβώλου. Ο καιρός είναι ένας φωτεινός Οκτώβριος, μια αστραφτερή διαύγεια που ευφραίνει το σώμα, μια εξαίρεση στον κανόνα της ζέστης-με-υγρασία, κανόνας που αποτελεί μάλλον την πραγματική κλίση αυτής της πόλης. Ζω εδώ δεκατρία γεμάτα χρόνια. Περίπου όσο και η ηλικία της κόρης μου και τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο. Έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει σε νησί, μου φαίνεται ακόμα παράξενη μια μεγαλούπολη που διαθέτει θάλασσα και λιμάνι, αλλά δεν είναι, ούτε στο ελάχιστο, θαλασσινή. Μια στεριανή πόλη, ένα ηπειρωτικό μέρος που φημίζεται, παρ' όλα αυτά, για τα πέντε χιλιόμετρα της παραλίας του, από το Μέγαρο Μουσικής στο λιμάνι και αντιστρόφως.


Πολλές φορές θα κατέβω κι εγώ στην παραλία, όχι για άθληση ούτε για κάτι συγκεκριμένο, παρά από συνήθεια ή παρακινημένος από την ανάγκη του ανοιχτού ορίζοντα. Κατοικώ, όμως, και κινούμαι κατά βάση σε μια Θεσσαλονίκη με πρόβλημα στενότητας, με ξεδοντιασμένα πεζοδρόμια, με διαμάχες στριμωγμένων οχημάτων και οδηγών. Κάπου ανάμεσα στις δυτικές συνοικίες και στο κέντρο. Αυτή η πόλη, φυσικά, έχει πρόβλημα συντήρησης και ανανέωσης των υποδομών της. Καθημερινά, ολόκληρα τετράγωνα και περιοχές αντιμετωπίζουν διακοπές ρεύματος και νερού.

 

Ανά πάσα στιγμή κόβεται η κυκλοφορία από σκάμματα, τριπλοπαρκαρίσματα, σωλήνες ύδρευσης που έχουν τρυπήσει ή λεωφορεία που μένουν από βλάβες εξαιτίας της παλαιότητας και της κακής τους συντήρησης. Αυτές οι ρωγμές στη λειτουργία της πόλης αναπληρώνονται εδώ με «ιδεολογία». Κάποιες φορές με εθιμοτυπικές αναφορές στο αρχαίο κλέος, στη βυζαντινή αρχοντιά, στα ρωμαϊκά μεγαλεία. Πιο συχνά, όμως, με την αναζήτηση μύθων και την κατανάλωση του προϊόντος ΠΑΟΚ σε κάποια ραδιόφωνα, που είναι ίσως το πιο εκνευριστικό παραπροϊόν της πόλης. Οι αποτυχίες στη διαχείριση της αστικής καθημερινότητας κρύβονται στην παραζάλη των παραταξιακών διενέξεων και στους ανοιχτούς λογαριασμούς ανάμεσα σε νυν και τέως αξιωματούχους.

 

Η Θεσσαλονίκη ακούμπησε στα μεγάλα λόγια που την κολακεύουν διαχρονικά ως «μητρόπολη των Βαλκανίων». Ακουμπάει ακόμα, χωρίς όμως να πολυπιστεύει πια στις κολακείες αλλά και δίχως να τολμά να πάρει στα σοβαρά τα ελαττώματά της.


Η Θεσσαλονίκη ακούμπησε στα μεγάλα λόγια που την κολακεύουν διαχρονικά ως «μητρόπολη των Βαλκανίων». Ακουμπάει ακόμα, χωρίς όμως να πολυπιστεύει πια στις κολακείες αλλά και δίχως να τολμά να πάρει στα σοβαρά τα ελαττώματά της. Τα τελευταία χρόνια μοιάζει να επαναπαύεται στα κύματα των τουριστών που μιλούν σέρβικα ή εβραϊκά, στα σνακ-φαγάδικα και στις αλυσίδες των καφέ του ενός ευρώ. Συγχρόνως υπάρχουν και πολλαπλασιάζονται οι πολιτισμικές ψηφίδες και τα δεκάδες δίκτυα που αφηγούνται μια διαφορετική ιστορία της πόλης και δίνουν μια άλλη υπόσχεση για το μέλλον της.


Έχω σκεφτεί πολλές φορές το θέμα της «προοπτικής». Το πόσο δύσκολα μπορεί να συνθέσει κανείς μια ενιαία εξιστόρηση για την πόλη. Πόσο προκατειλημμένες είναι οι οπτικές μας γωνίες, ιδίως εκείνων που δεν μοιράζονται τις υποθετικά κοινές αξίες και τα πλειοψηφικά είδωλα της πόλης τους.


Πάντως, παρά την απομυθοποίηση σε σχέση με τα παλιά στερεότυπα, η πόλη εξακολουθεί να παίρνει με το μέρος της τους επισκέπτες. Ακόμα κι αν τα λειτουργικά της αδιέξοδα πληθαίνουν (όπως με την τραγελαφική ιστορία του μετρό), διατηρεί ένα σοβαρό απόθεμα θετικών εκπλήξεων.


Η δική μου αγαπημένη προοπτική είναι διπλή. Του ύψους και του βάθους ή αλλιώς από τα Κάστρα ως την περιοχή της Λέοντος Σοφού και της οδού Φράγκων. Είναι τόποι που αξίζει να τους χωρέσεις σε ένα διήγημα, αλλά προπαντός τόποι που αποκρίνονται στο αίνιγμα μιας δισυπόστατης πόλης.


Η Θεσσαλονίκη μου είναι κατεξοχήν δισυπόστατη. Παράγει καθημερινές δυσφορίες και την ίδια στιγμή, με ένα ανεπαίσθητο φύσημα του Βαρδάρη, σε ανταμείβει για την υπομονή που έδειξες. Μπορεί κανείς να τη ζήσει ως μουσείο, ως ιστορικό εργαστήρι, ως φωτογραφικό τεκμήριο αλλά και ως ταλαιπωρία και αδιόρθωτη «τεχνική βλάβη».


Ζώντας μόνιμα εδώ, συνηθίζεις το απότομο πέρασμα από τη μια στην άλλη αλήθεια, από τη μια στην άλλη πραγματικότητα. Η Θεσσαλονίκη, με μια έννοια, αιωρείται πάνω από τους ορισμούς που της δίνουμε και τις ιδιότητες που επινοούμε για χάρη της. Κι αυτή η απιστία της τη σώζει και την κάνει εν τέλει φιλόξενη και ανοιχτή, κόντρα στην εσωτερική της βαρυθυμία. Έτσι μπορούμε, άλλωστε, να κατοικούμε μια πόλη, μια οποιαδήποτε πόλη: παλεύοντας με τα ανάμεικτα συναισθήματα που τα σκεπάζουν προσωρινά οι ρουτίνες μας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO