Σαράντα χρόνια, λέει, συμπληρώθηκαν στις 7 Οκτωβρίου του τρέχοντος έτους από τη λειτουργία της σκεπαστής εξέδρας που στέγαζε τους πιο φανατικούς και πιο «καμένους» οπαδούς στο αείμνηστο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια. Και τώρα, σύμφωνα με το προχθεσινό πανηγυρικό δελτίο Τύπου της ΠΑΕ, η Σκεπαστή ορθώνεται και πάλι στο νότιο πέταλο του υπό κατασκευή νέου γηπέδου, που, ως γνωστόν, θα φέρει τη μυθική και αλυτρωτική ονομασία «Αγια-Σοφιά» και, σύμφωνα με πρόσφατο αστικό θρύλο, όποτε βάζει γκολ η ΑΕΚ, θα ηχούν ψηφιακές καμπάνες που θα ακούγονται μέχρι τη «Βασιλεύουσα» (ή, έστω, μέχρι τη λεωφόρο Δεκελείας).


Έχουν περάσει, λοιπόν, 40 χρόνια από την πρώτη φορά που στριμώχτηκε κόσμος στις θύρες ορθίων 9-11, αλλά η εμβληματική διάσταση της εξέδρας που σημάδεψε δυο-τρεις γενιές έφηβων κυρίως οπαδών της «Ενώσεως» έχει αφετηρία λίγα χρόνια αργότερα (γύρω στο 1982), όταν εγκαταστάθηκε εκεί η οργάνωση οπαδών της Original (21) κατόπιν έντονων «πολιτικών» ζυμώσεων που ακολούθησαν τη διάσπαση της Θύρας 21 και την αποχώρηση από αυτήν της πιο νεανικής, ζωηρής και (ας είμεθα ειλικρινείς) χουλιγκανικής μερίδας φανατικών.

 

Ήταν η περίοδος της πρώτης μεγάλης ακμής του χουλιγκανισμού, αλλά στην πραγματικότητα οι μισοί τουλάχιστον στη Σκεπαστή ήμασταν κάτι φλώροι μαθητές, χουλιγκάνια του Σαββατοκύριακου που μπορεί να χτύπαγαν και καμιά «Όμπρε» (θρυλικό κλαμπ σκληρής ροκ κλοτσοπατινάδας) το βράδυ μετά το ματς.

 

Η Ορίτζιναλ είχε παρουσιάσει και ιδρυτικό καταστατικό σαφούς υπερβατικής, ριζοσπαστικής απόκλισης που έκανε λόγο για «ελευθερία αποφάσεων, συμμετοχή, οικονομική αυτοδιαχείριση, στοιχεία δυσεύρετα σε μια ευρύτερη πολιτική κοινωνία με συνεχώς αυξανόμενη οργάνωση, συστηματοποίηση και επαγγελματοποίηση», αλλά προφανώς αυτά ήταν πέρα από τα ραντάρ των περισσότερων πιτσιρικάδων που είχαν βρει καταφύγιο εκεί τις Κυριακές υπό το λάβαρο της μηδενιστικής, απειλητικής, πειρατικής νεκροκεφαλής που σκέπαζε τη μισή εξέδρα.

 

Πρόλαβα και τη νεκροκεφαλή και τα πρώτα κάγκελα, προτού υψωθούν τα σύρματα μέχρι τον ουρανό, και τους ασφαλίτες ανάμεσα στους οπαδούς που σε μάζευαν για την πλάκα τους.
Πρόλαβα και τη νεκροκεφαλή και τα πρώτα κάγκελα, προτού υψωθούν τα σύρματα μέχρι τον ουρανό, και τους ασφαλίτες ανάμεσα στους οπαδούς που σε μάζευαν για την πλάκα τους.


Εκείνη την περίοδο εντάχθηκα κι εγώ για πρώτη φορά σ' αυτό το συναρπαστικό, κλειστοφοβικό σύμπαν της Σκεπαστής, σε πολύ τρυφερή, αλλά και πολύ επιρρεπή στον εξωτισμό της ανομίας, ηλικία. Πρόλαβα και τη νεκροκεφαλή και τα πρώτα κάγκελα, προτού υψωθούν τα σύρματα μέχρι τον ουρανό, και τους ασφαλίτες ανάμεσα στους οπαδούς που σε μάζευαν για την πλάκα τους. Μετά η αστυνομία έφυγε (δεν είχε και λόγο ύπαρξης πλέον, τα βεγγαλικά και τα καπνογόνα τα πετάγαμε αναγκαστικά ανάμεσά μας κυρίως) και η Σκεπαστή έγινε ένα μεγάλο κλουβί χωρίς κανόνες ασφαλείας, ένα πεδίο ελεύθερης δράσης και διακίνησης (ιδεών και ουσιών) όπου ακουγόταν συχνά το αυτοαναφορικό σύνθημα «έλα να νιώσεις πώς είν' η ζωή / κι όλα τα ωραία μες στη Σκεπαστή».

 

Ούτε ένα πρωτάθλημα δεν πανηγύρισα μέσα από τη Σκεπαστή – ήταν τότε τα (πρώτα) «πέτρινα χρόνια» και στο σερί τίτλων της ΑΕΚ στα '90s πήγαινα πλέον σε πιο «ενήλικες» θύρες. Πολύ λίγη σημασία είχε. Όλη η ουσία ήταν το τελετουργικό από τον σταθμό του Περισσού μέχρι το γήπεδο (ίσως και καμιά παμπ στη Δεκελείας πριν), ο πετροπόλεμος, οι κατά τόπους αντεγκλήσεις με τα ΜΑΤ, η διαρκής ενημέρωση (ράδιο αρβύλα συχνά) για επικείμενες ενέδρες γαύρων ή βάζελων στα στενά, μέχρι την είσοδο στην ασφάλεια της Σκεπαστής.

 

 


Ήταν η περίοδος της πρώτης μεγάλης ακμής του χουλιγκανισμού, αλλά στην πραγματικότητα οι μισοί τουλάχιστον στη Σκεπαστή ήμασταν κάτι φλώροι μαθητές, χουλιγκάνια του Σαββατοκύριακου που μπορεί να χτύπαγαν και καμιά «Όμπρε» (θρυλικό κλαμπ σκληρής ροκ κλοτσοπατινάδας) το βράδυ μετά το ματς – κάτι αντίστοιχο με τους τότε «πανκ της Αποκριάς». Φυσικά, κυκλοφορούσαν και διάφορα απίθανα αλάνια, κλεφτρόνια, κάτι ινστρούχτορες της συμφοράς και πλήθος τρελού λουμπεναριού, καθώς και αρκετά άτομα με γυρισμένο το μάτι από την υπερδιέγερση ή την καταστολή (κλασική η σκηνή μετά το τέλος του αγώνα, όπου τυπάκι που μόλις είχε αφυπνιστεί μετά την κατάποση ταβόρ και στεντόν σε ρωτούσε: «Πόσο ήρθαμε, ρε φίλε, τελικά;»).


Έτσι κι αλλιώς, δεν πήγαινες στη Σκεπαστή για να δεις μπάλα ή, τέλος πάντων, δεν ήταν αυτή η κυρίαρχη έλξη. Πήγαινες για να συμμετάσχεις σε μια συλλογική τελετουργία αντικοινωνικού τύπου και μαζί με άλλους πιτσιρικάδες που φορούσαν δερμάτινο perfecto δύο νούμερα μεγαλύτερο και τίγκα στις κονκάρδες να λικνιστείς στους ήχους του «σήκω χόρεψε, κουκλί μου, να σε δω να σε χαρώ / τσιφτετέλι τούρκικο, νινανάι (κατ' άλλους σινανάι) γιάβρουμ, νινανάι να» που ακουγόταν από τα μεγάφωνα πριν από την έναρξη του αγώνα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO